ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΟΥ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ

Δημήτρης Χριστοφορίδης: Επιχειρηματίας - συνιδιοκτήτης ομίλου Nice ’n’ Easy

ΝΕΝΑ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Εμπνευστής των Nice ’n’ Easy, ο επιχειρηματίας Δημήτρης Χριστοφορίδης έφυγε για την Αμερική σε ηλικία 17 ετών, για να επιστρέψει σχεδόν 30 χρόνια μετά με σπουδές χρηματοοικονομικών στο Λος Άντζελες και αφού πέρασε από το σέρβις στο μάρκετινγκ και έπειτα στη διοίκηση σημαντικών εστιατορίων. Σήμερα, μαζί με τον συνεταίρο του και σεφ Χρήστο Αθανασιάδη ηγούνται τριών εστιατορίων σε Κολωνάκι, Κηφισιά και Μύκονο, όπου λειτουργούν ακόμα το gourmet εστιατόριο Nesaea, το Exquisite Catering και το all day beach restaurant SantAnna. Σε λίγες ημέρες θα είναι έτοιμος ο νέος τους χώρος στην Αθήνα, το Frankie, ένα ιταλικό με ιδιαίτερο concept.   

Στις επιχειρήσεις σας υπάρχουν και ξένοι επενδυτές. Πώς τους πείσατε να σας εμπιστευτούν εν μέσω κρίσης;

Οι συμφωνίες με μη  Έλληνες που ζουν στην Ελλάδα ή εκτός βασίζεται κυρίως στις διαπροσωπικές σχέσεις. Οι επενδυτές, ευτυχώς, με εμπιστεύονται. Από τη μια υπερηφανεύομαι που υπάρχουν δεκάδες άνθρωποι οι οποίοι θέλουν να τους συμπεριλάβω στα επόμενα projects, από την άλλη είναι δύσκολο να ορίσω εξαρχής το business plan, καθώς δεν υπάρχει σταθερότητα ούτε στη φορολογία. Οι Αμερικανοί και οι Αυστραλοί πάντα ανησυχούν για το ρίσκο, επειδή δεν μπορούν να προβλέψουν τα έξοδα και επιπλέον ξέρουν πως, αν κάτι πάει λάθος, δεν μπορεί να εφαρμοστεί σαφής στρατηγική εξόδου. Κάτι απλό για ένα μαγαζί, όπως η εκδίκαση μιας υπόθεσης, μπορεί να πάρει χρόνια και μέχρι τότε παραμένεις κλειστός.

Φέτος επενδύσατε ένα μεγάλο κεφάλαιο στη Μύκονο. Τι αλλάζει εκεί επιχειρηματικά;

Το SantAnna είναι μια μεγάλη επένδυση σε ένα ιδιαίτερο μέρος. Δέκα στρέμματα με εστιατόρια, καφέ, τη μεγαλύτερη πισίνα με θαλασσινό νερό και exclusive υπηρεσίες σε μια πανέμορφη τοποθεσία. Η Μύκονος θεωρούμε πως αποτελεί κορυφαίο πολυτελή τουριστικό προορισμό. Το κοινό είναι ετερόκλητο, ωστόσο μπορείς να προσφέρεις κάτι μοναδικό, όχι μαζικό. Για παράδειγμα, το φρέσκο ψάρι ημέρας φαίνεται εξωπραγματικό στον επισκέπτη.

Εννέα χρόνια μετά το Nice ’n’ Easy του Κολωνακίου, ποιο ήταν το πιο δύσκολο πράγμα που έχετε καταφέρει επιχειρηματικά;

Μας βοήθησε η κρίση. Είχα αποφασίσει να είμαι τίμιος, λόγω χαρακτήρα αλλά και χάρη στη νοοτροπία που έμαθα στην Αμερική. Εκεί οι επιχειρήσεις εστίασης έχουν μικρότερο κέρδος απ’ ό,τι εδώ, οι επιχειρηματίες ξέρουν πως δεν θα γίνουν πλούσιοι σε έναν χρόνο. Το βιολογικό μοσχάρι πωλούνταν στο Nice ’n’ Easy προς 9 ευρώ η μερίδα, την ίδια ώρα που τα μη βιολογικά στο υπόλοιπο Κολωνάκι κόστιζαν πάνω από 15 ευρώ. Το δεύτερο είναι η σταθερότητα: σερβίρουμε πάντα το ίδιο φαγητό. Είναι καλής ποιότητας και προτιμάμε τα βιολογικά όταν η τιμή δεν είναι απαγορευτική για ένα εστιατόριο. Επίσης, το μαγαζί δεν έγινε ποτέ της μόδας, άρα δεν έφυγε και ποτέ από τη μόδα.

Πώς διαφοροποιούνται οι δικές σας επιχειρήσεις;

Μας διαφοροποιεί η τιμιότητα. Αν πρέπει να αυξήσεις τις τιμές, πρέπει να προσφέρεις κάτι καλύτερο για να το δικαιολογήσεις. Είναι σημαντικό το value for money, αλλά και οι άνθρωποι. Πρώτα απ’ όλα ξεχωρίζουν τα «παιδιά» μου, όσοι δηλαδή εργάζονται εδώ. Στην κουζίνα χρειάζεται να έχεις τεχνική και εξειδίκευση, αλλά στο σέρβις σημαντικά είναι η ηθική και ο χαρακτήρας. Ψάχνω να συνεργαστώ με ανθρώπους που έχουν καλοσυνάτα μάτια, εξωστρεφείς για να φαίνεται ο ενθουσιασμός τους, έμφυτη ευγένεια για να νοιάζονται. Σεβασμός και καλοσύνη στον πελάτη, τον περιποιούμαστε, όλοι θέλουμε λίγη φροντίδα παραπάνω. Να νιώθει τη φιλοξενία, να αισθάνεται σαν στο σπίτι του. Ήρθα με το όνειρο να κάνω στέκια και νομίζω το καταφέρνω.

Online

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ