ΕΛΛΑΔΑ

«Πρέπει να “διαβάζουμε” τα ρέματα»

ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΙΑΛΙΟΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ένα βασικό πρόβλημα στο σχεδιασμό αντιπλημμυρικών έργων είναι ότι δεν «διαβάζουμε» τη φύση. Αν ένα ρέμα, για παράδειγμα, έχει μια μεγάλη βαθιά κοίτη, αυτό σημαίνει ότι πολλές φορές στο παρελθόν έχει «κατεβάσει» μεγάλες ποσότητες νερού, κάτι που δεν θα πρέπει να αγνοηθεί ακόμα κι αν σήμερα δείχνει... ρυάκι. Επιστήμονες που ασχολούνται με αντιπλημμυρικές μελέτες επισημαίνουν σειρά «κοινών» λαθών στα αντιπλημμυρικά έργα. Και υποστηρίζουν ότι η διατήρηση της φυσικής κοίτης, όπου αυτό είναι εφικτό, έχει σημαντικά πλεονεκτήματα, κάτι που υποστηρίζουν και ομάδες πολιτών που αγωνίζονται για τη διάσωση αστικών ρεμάτων.

Οι καταστροφικές συνέπειες της πλημμύρας στη Μάνδρα έφεραν για ακόμα μια φορά στο προσκήνιο τον τρόπο που σχεδιάζονται ή δρομολογούνται τα αντιπλημμυρικά σχέδια στις αστικές περιοχές. «Ένα βασικό πρόβλημα στο σχεδιασμό έχει τη ρίζα του στον καταμερισμό των ευθυνών. Όταν για παράδειγμα διευθετούμε την κοίτη ενός ρέματος χωρίς να εξετάσουμε και να ανασχεδιάσουμε τα τεχνικά έργα που βρίσκονται κατά μήκος τους, όπως οι γέφυρες, επειδή δεν είναι δικής μας αρμοδιότητας, συχνά έχουμε καταστροφικά αποτελέσματα», εξηγεί ο Κώστας Λουπασάκης, Διευθυντής του Εργαστηρίου Τεχνικής Γεωλογίας και Υδρογεωλογίας στο τμήμα Μηχανολόγων Μηχανικών του ΕΜΠ. «Στο διευθετημένο ρέμα η ταχύτητα του νερού είναι μεγαλύτερη και ένα εμπόδιο διευκολύνει τα πλημμυρικά φαινόμενα. Υπάρχουν όμως και άλλα ζητήματα: για παράδειγμα, συχνά δεν λαμβάνονται υπόψη στον σχεδιασμό οι κλάδοι ενός ρέματος, επειδή έχουν υποκατασταθεί από αποχετευτικούς αγωγούς. Συχνά επίσης τα έργα υπερδιαστασιολογούνται: έχοντας αξιολογήσει πολλές μελέτες αντιπλημμυρικών έργων, βλέπω συχνά να επιβάλλονται "βαριά" έργα στην κοίτη ενός ρέματος χωρίς να εντοπίζονται οι πραγματικές αιτίες που πλημμυρίζουν».

Η φυσική κοίτη

Ένα ζήτημα που έχει επανέλθει στον δημόσιο διάλογο με αφορμή τη Μάνδρα είναι και η διατήρηση ή μη της φυσικής κοίτης. «Επί της αρχής, όπου υπάρχει ένα τμήμα ρέματος στη φυσική του κατάσταση είναι καλό να το διατηρούμε», εκτιμά ο κ. Λουπασάκης. «Στη φυσική κοίτη η ταχύτητα του νερού θα ανασχεθεί από τη βλάστηση και την απορρόφηση ενός μέρους του νερού. Επιπλέον, η βλάστηση όπως τα καλάμια λειτουργεί ως φυσικό διυλιστήριο, καθαρίζοντας το νερό. Πρέπει όμως και να “διαβάζουμε” το ίχνος των ρεμάτων. Όταν ένα ρέμα έχει κοίτη πλάτους 40 μέτρων, αυτό συμβαίνει επειδή έχει πολλές φορές στο παρελθόν “κατεβάσει” σημαντικές ποσότητες νερού. Όταν αυτό το ρέμα το περιορίζουμε στα 10 μέτρα επειδή δείχνει να μην έχει πολύ νερό, ξέρουμε τι πρόκειται να συμβεί».

Τα τελευταία χρόνια, ομάδες ανθρώπων και σύλλογοι έχουν συχνά έρθει σε έντονη αντιπαράθεση με την Πολιτεία, την περιφέρεια ή έναν δήμο, προσπαθώντας να εμποδίσουν την «τσιμεντοποίηση» ενός ρέματος. «Τα τελευταία χρόνια δίνεται έμφαση στους εγκιβωτισμούς και στην κάλυψη των ρεμάτων, που μπορεί να προσφέρουν σημειακά μια προστασία αλλά μεταφέρουν το πρόβλημα σε άλλα σημεία», εκτιμά ο Φίλιππος Δραγούμης,  αντιπρόεδρος του «Συλλόγου Πολιτών Υπέρ Ρεμάτων- Ροή». «Αν εγκιβωτιστεί, λ.χ. το ρέμα της Ραφήνας, τότε το πρόβλημα θα μεταφερθεί στην εκβολή του, που είναι πλέον πολύ μικρή. Να σημειωθεί ότι το κόστος των έργων αυτών είναι μεγάλο και θα μπορούσαν με τους ίδιους πόρους να γίνουν κάποιες απαλλοτριώσεις ώστε να ελευθερωθεί η φυσική κοίτη.

«Πρέπει να αποκατασταθούν κατά το δυνατόν οι ήδη καλυμμένες φυσικές κοίτες, να απαλλοτριωθούν επικίνδυνες ιδιοκτησίες με μετεγκατάσταση των ιδιοκτητών σε ασφαλείς κατοικίες, όπως εσπευσμένα κάνουν ήδη σε πολλές χώρες, μετά τις πρωτοφανείς πλημμύρες από την επιδείνωση των βροχών λόγω της κλιματικής αλλαγής», εκτιμά ο Μάνος Θεοδωρακόπουλος από την κίνηση «Ρέω - Φύση- Ζω» που ασχολείται με τη διάσωση του ρέματος της Πικροδάφνης. «Τα έργα που καλούνται αντιπλημμυρικά είναι κατά 90% καταστροφές φυσικών ρεμάτων με κρατικά μπαζώματα, χτισίματα, εκτροπές, οχετοποίηση, οδοποίηση και οικοπεδοποίηση, τα αποτελέσματα των οποίων είναι ορατά».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ