ΒΙΒΛΙΟ

Νέα πρόσωπα, παλιές περιπέτειες

ΕΛΙΣΑΒΕΤ ΚΟΤΖΙΑ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

ΣΟΦΙΑ ΝΙΚΟΛΑΪΔΟΥ
Στο τέλος νικάω εγώ
εκδ. Μεταίχμιο, σελ. 300

​​Είναι μια κρίσιμη στιγμή όταν ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται πως θέλει να προσθέσει νέους ήρωες στο μυθοπλαστικό πάνθεόν του, όταν καταλαβαίνει πως πλάι στον Μάνο Σιμωνίδη, στη λαίδη Ναν και στον Φάνη των «Ακυβέρνητων πολιτειών», στον Βλάση Ταντή, στην Μπέμπα Ταντή και στον Βάσο Ραχούτη της «Βιοτεχνίας υαλικών», στον Ηλία, στην Αθηνά και στην Καρ του «Γιάντες», στον Κρις Καλλίτση, στην Κάτια Γεροδήμου και στον άσχημο Μορφονιό των «Βραδιών μπαλέτου» έρχονται νέα πρόσωπα να κατοικήσουν μέσα στη φανταστική επικράτεια που έχουν δημιουργήσει στο μυαλό του τα έργα λογοτεχνίας. Είναι πρόσωπα αδρά και ζωηρόχρωμα, ανεπανάληπτες μορφές, χαρακτήρες που οι ζωές τους μιμούνται τις δικές μας, φιγούρες που οι περιπέτειές τους μας αφορούν αφήνοντας το στίγμα τους μες στην ψυχή μας.

Ο Μηνάς Γεωργίου, η Εβελίνα Ντινοπούλου, ο Στράτος Τσάκας, ο Μαρίνος Σουκιούρογλου, η γιαγιά Ευθαλία και ο αμφιλεγόμενος καθηγητής Αστερίου είναι πρόσωπα της μυθιστορηματικής τριλογίας της Σοφίας Νικολαΐδου («Απόψε δεν έχουμε φίλους», 2010, «Χορεύουν οι ελέφαντες», 2012, και «Στο τέλος νικάω εγώ», 2017). Είναι πρόσωπα πολύπλευρα, αντιφατικά, άλλοτε γενναιόδωρα κι άλλοτε εμμονικά, με σκέψεις αθέατες και σκοτεινές πλευρές. Και ταυτόχρονα είναι φιγούρες που βγαίνουν κατευθείαν μέσα απ’ το πνεύμα της Μεταπολίτευσης αποτυπώνοντας στις περιπέτειές τους πτυχές του νεοελληνικού αστικού βίου.

Χώρος των ιστοριών είναι η Θεσσαλονίκη. Και τόπος των υποθέσεων η μέση και η τριτοβάθμια εκπαίδευση, οι οποίες αποτελούν πεδίο δοκιμασίας και ανάπτυξης ποικίλων δυναμικών ατομικού σθένους και προσωπικού ήθους απέναντι σε δύσκολες συλλογικές συνθήκες και απαιτητικά ατομικά διλήμματα – μια μυθοπλαστική μετωνυμία της νεοελληνικής κοινωνίας και της παθολογίας της.

Oπως και στα προηγούμενα δύο μυθιστορήματα, η αφήγηση κινείται αμφίδρομα. Το «Απόψε δεν έχουμε φίλους» πήγαινε πίσω ώς τη γερμανική κατοχή και την ολέθρια δράση των δωσιλόγων πάνω στον βίο των ηρώων και στις τύχες του τόπου. Το «Χορεύουν οι ελέφαντες» διερευνούσε την τραυματική υπόθεση δολοφονίας του Αμερικανού δημοσιογράφου Πολκ κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου από αταύτιστους εκτελεστές. Και στο «Στο τέλος νικάω εγώ» οι παλαιότερες περιπέτειες εκτυλίσσονται στα χρόνια της τρικουπικής περιόδου και του Εθνικού Διχασμού, που έλαβε χώρα το 1916 ανάμεσα στον Ελευθέριο Βενιζέλο και στον βασιλιά Κωνσταντίνο μοιράζοντας τη χώρα στα δύο.

Στο πρώτο μυθιστόρημα το παρελθόν προσέφερε ένα βάθος πεδίου με σημαντική ερμηνευτική βαρύτητα. Στα δύο επόμενα, το παρελθόν λειτουργεί ως ένα χαλαρότερο πλαίσιο αναφοράς – δραματικότερο στο «Χορεύουν οι ελέφαντες» και σαφώς πιο ανάλαφρο, σχεδόν ανώδυνο στο «Στο τέλος νικάω εγώ». Η αλήθεια είναι πως στο τελευταίο μυθιστόρημα η ιστορία του παρελθόντος είναι λιγότερο λειτουργική, παραμένει σχεδόν αδιάφορη, θα μπορούσε να λείπει χωρίς ν’ αδυνατίζει την ιστορία του παρόντος.

Διότι το σημαντικό που κατορθώνει η τωρινή υπόθεση είναι ότι αναδημιουργεί ορισμένες απ’ τις κυρίαρχες νεοελληνικές τάσεις, αναπλάθει τα παντοδύναμα δίκτυα προσωπικής εξυπηρέτησης, ανασυστήνει τις φυγόκεντρες ροπές που αφήνουν έξω απ’ την παραγωγή ισχυρές προσωπικότητες για να ενσωματώσουν αμφίβολες μετριότητες, αναδεικνύει τα ασαφή, απροσδιόριστα όρια ανάμεσα στο δημόσιο και το ιδιωτικό, εκεί όπου ευδοκιμούν οι σχέσεις διαπλοκής και διαφθοράς, αναδημιουργεί με άλλα λόγια όσα δηλητηριάζουν τον σύγχρονο δημόσιο βίο.

Και οπωσδήποτε εγγράφει στο ενεργητικό της πως οι ιστορίες της δεν σχηματοποιούν, δεν προσφέρουν ερμηνείες κι ούτε αναζητούν ευθύνες – αντιθέτως, δημιουργούν ανθρώπους και απεικονίζουν περιπέτειες απαιτώντας απ’ τον αναγνώστη να βγάλει τα συμπεράσματά του.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ