ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Την τιμητική του έχει το ανεξάρτητο αμερικανικό σινεμά, την κινηματογραφική εβδομάδα που ξεκινά, με δύο ταινίες που υπενθυμίζουν πως η άλλη πλευρά του Ατλαντικού μπορεί να παράγει πολλά περισσότερα από (ανακυκλούμενους) χάρτινους ήρωες και εφηβικά μπλοκμπάστερ. Ιδιαίτερα όταν δίνει φιλμ όπως το «Lucky» (****), το οποίο ενθουσίασε και κατά το πρόσφατο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, αποσπώντας το βραβείο κοινού. Ταινία που επίσης αποτελεί τον πιο κατάλληλο αποχαιρετισμό σε έναν σπουδαίο ηθοποιό, ο οποίος έφυγε από τη ζωή λίγους μόνο μήνες μετά την ολοκλήρωσή της: τον Χάρι Ντιν Στάντον.

Ο Λάκι είναι ένας 90χρονος που ζει μοναχικά, στα όρια μιας μικρής πόλης, κάπου στα νοτιοδυτικά των ΗΠΑ. Ξυπνάει το πρωί, τεντώνει τα κοκαλιάρικα μέλη του με λίγη γυμναστική, φοράει τις μπότες και το καουμπόικο καπέλο του και βγαίνει στον κόσμο. Θα ορκιζόσουν πως η ρουτίνα του είναι ίδια κι απαράλλαχτη εδώ και αιώνες. Ο Λάκι όμως είναι, όπως όλοι μας, θνητός· ένας άνθρωπος που φθάνει πια τόσο κοντά στην ιδέα του θανάτου, ώστε γίνεται «φιλόσοφος», αποκαλύπτει τις αδυναμίες και τις επιθυμίες του, με την ειλικρίνεια κάποιου που απλώς δεν τον ενδιαφέρει πλέον να υποκριθεί.

Ο γνωστός ηθοποιός Τζον Κάρολ Λιντς κάνει σκηνοθετικό ντεμπούτο, χτίζοντας ολόκληρη την ταινία του πάνω στο άχρονο, ανεμοδαρμένο πρόσωπο του πρωταγωνιστή του. Εκεί πάνω, μοιάζει να λέει, βρίσκεται χαραγμένη η αποσταγμένη σοφία και ταυτόχρονα η απλότητα της ζωής. Επιπλέον, εκεί, αλλά και σε ολόκληρη την κατασκευή της ταινίας, συγκεντρώνεται αυτή η συγκινητική σπουδή πάνω στο θέμα του θανάτου. Και γίνεται αισθητή τόσο μέσα από τον ρεαλισμό (που τον επικαλείται συχνά και ο ήρωας) όσο και την αλληγορία – εδώ εντάσσεται και ο αμίμητος Ντέιβιντ Λιντς, ο οποίος μπαίνει απαρηγόρητος στο στέκι του Λάκι θρηνώντας για την απώλεια της εκατονταετούς χελώνας του ονόματι Θίοντορ Ρούζβελτ...

Οι τολμηροί αδελφοί Σάφντι του «Heaven Knows What» επιστρέφουν αυτή την εβδομάδα με το «Good Time» (***), ένα φρενιασμένο θρίλερ, στο οποίο πρωταγωνιστεί ο Ρόμπερτ Πάτινσον. Ο Βρετανός σταρ, που αποδεικνύει εδώ πως μπορεί να επιτύχει πολλά περισσότερα από μερικά εκφραστικά βλέμματα, ερμηνεύει τον ρόλο του Κόνι, ενός παρορμητικού νέου που θα κάνει τα πάντα για να προστατέψει τον αδελφό του, ο οποίος έχει νοητική υστέρηση. Αυτό βέβαια αφού τον έχει μπλέξει σε μια κακοστημένη ληστεία, με καταστροφικά αποτελέσματα.

Το πρώτο, ιδιαίτερα, κομμάτι της ταινίας είναι καταιγιστικό, με το σάουντρακ να λούζει τη δράση με σχεδόν εκκωφαντικούς ηλεκτρονικούς και βιομηχανικούς ήχους. Και στη συνέχεια όμως ο ρυθμός διατηρείται, καθώς η κάμερα ζουμάρει στα γεμάτα ένταση πρόσωπα και το παλαβό 24ωρο πλησιάζει στο τέλος του – όλες οι «αμαρτίες» είναι ώρα πια να πληρωθούν. Στο ενδιάμεσο έχουν προηγηθεί μερικές εξαιρετικά χορογραφημένες σκηνές, με κορυφαία εκείνη στην οποία ο Πάτινσον συναντιέται με έναν φύλακα λούνα παρκ, τον οποίο υποδύεται ο Μπαρκάντ Αμπντί του «Captain Phillips».

Πρεμιέρα αυτή την εβδομάδα και για τον «Καζαντζάκη» (**) του Γιάννη Σμαραγδή. Ο Ελληνας σκηνοθέτης βασίζει την αφήγησή του στην αυτοβιογραφική «Αναφορά στον Γκρέκο», ακολουθώντας όλα τα στάδια του βίου του κορυφαίου λογοτέχνη. Τον πρωταγωνιστικό ρόλο ερμηνεύει ο Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος, ενώ δίπλα του βρίσκεται, στον ρόλο της Ελένης Καζαντζάκη, η Μαρίνα Καλογήρου. Τέλος, αξίζει να αναφερθεί πως στην ταινία παίρνει μέρος, στην τελευταία του κινηματογραφική εμφάνιση, και ο Στάθης Ψάλτης.

Κυκλοφορεί επίσης «Η τελευταία οικογένεια» (**½), μια ιδιότυπη βιογραφία του Πολωνού μοντερνιστή ζωγράφου Ντζίζλαβ Μπεκσίνσκι. Ουσιαστικά πρόκειται για βιογραφία ολόκληρης της οικογένειας των Μπεκσίνσκι, η οποία περιστρέφεται γύρω από δύο κυρίως πόλους: τον καλλιτέχνη πατέρα αλλά και τον ψυχικά διαταραγμένο γιο, ο οποίος μάλιστα έχει σοβαρές τάσεις αυτοκτονίας. Το κλειδί της προσέγγισης του πρωτοεμφανιζόμενου Γιαν Ματιουζίνσκι είναι το πάντρεμα δραματικών και κωμικών στοιχείων, τα οποία τελικά ισορροπούν σχεδόν ιδανικά. Ο μπαμπάς Μπεκσίνσκι καταγράφει τα πάντα με την αγαπημένη του βιντεοκάμερα, ακόμα και τα βίαια ξεσπάσματα του γιου του, σαν να τα θεωρεί κι αυτά μέρος κάποιου καλλιτεχνικού πρότζεκτ.

CINEMA ALERT

Τον «Καζαντζάκη» του Γιάννη Σμαραγδή, τον σπουδαίο συγγραφέα και στοχαστή, υποδύονται τρία διαφορετικά πρόσωπα. Το συντριπτικά μεγαλύτερο κομμάτι ανήκει βεβαίως στον Οδυσσέα Παπασπηλιόπουλο, ωστόσο στην ταινία βλέπουμε ακόμη τον μικρό Νίκο (Αλέξανδρος Καμπαξής) να τριγυρνά με τον πατέρα του στα βουνά της Κρήτης, αλλά και τον ώριμο Καζαντζάκη να περνάει τις τελευταίες του μέρες με την αγαπημένη του σύζυγο στο Φράιμπουργκ. Αυτόν τον τελευταίο ρόλο ερμηνεύει ο σπουδαίος Ελληνας ηθοποιός του κινηματογράφου και του θεάτρου Στέφανος Ληναίος. Πρόκειται δε για σκηνές ιδιαίτερα σημαντικές (παρεμβάλλονται και στην κυρίως πλοκή) καθώς εκεί αποφασίζεται η τύχη τής, ανολοκλήρωτης τότε ακόμη, «Αναφοράς στον Γκρέκο».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ