ΠΡΟΣΚΗΝΙΟ

Κατερίνα Χέλμη: «Ημουν αντράκι στη ζωή μου, αναρχική...»

ΓΙΩΤΑ ΣΥΚΚΑ

«Από μικρή αγαπούσα την Ιστορία. Και να που αυτή η αγάπη με βρήκε και στον γάμο μου», λέει η Κατερίνα Χέλμη.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η βροχή ξεσπούσε βίαια στα τζάμια του αιθρίου, στην παλιά μονοκατοικία της Εκάλης, όμως αυτά τα δέκα λεπτά αναμονής μέχρι να κατέβει η κ. Κατερίνα Χέλμη στο σαλόνι ήταν... απολαυστικά. «...Οι λεμονιές στα περιβόλια άνθισαν, μακριά ένας κούκος λάλησε· γελούν όλα τα φύλλα, γίνηκε ο Θεός βροχή και βρέχει στον κόσμο. Τι γλύκα είναι ετούτη, Θεέ μου, τι ευτυχία», ακουγόταν καθησυχαστικά ο Αρης Λεμπεσόπουλος διαβάζοντας αποσπάσματα από τον «Φτωχούλη του Θεού» του Νίκου Καζαντζάκη στο Τρίτο Πρόγραμμα. Εξω χαλούσε ο κόσμος από το νερό. Και να που η πρωταγωνίστρια πλησιάζει αργά (προσέχει το πόδι που είχε σπάσει), αγέρωχη στη μαύρη ρόμπα της, χωρίς ίχνος μακιγιάζ. Στα 78 της θα ήθελαν πολλές να έχουν τη χάρη της. Αλλά και τη λάμψη της, όταν διηγείται τις περιπέτειες της γιαγιάς Ερασμίας στην παράσταση «Πατρίδα Τώρα – 8 ώρες και 35 λεπτά», τη θεατρική διασκευή του μυθιστορήματος της Φωτεινής Τσαλίκογλου από τον Μάνο Καρατζογιάννη στο θέατρο «Σταθμός».

«Ευχαριστώ την τύχη μου που στο τέλος του βίου μου, μου έδωσε τη χαρά να δουλέψω με νέους ανθρώπους, όπως ο Μάνος Καρατζογιάννης. Αυτό το παιδί έκανε το βιβλίο της Φωτεινής Τσαλίκογλου να μιλήσει. Εχω διαβάσει πολλά βιβλία για τη Μικρά Ασία και την ιστορία της, αλλά και το βιβλίο του συζύγου μου που αναφέρεται στον Ελευθέριο Βενιζέλο. Συγκινούμαι με την Ερασμία, τη γιαγιά που υποδύομαι. Τρέχουν τα δάκρυά μου. Πώς να κρατηθώ όταν μιλάω την ιστορία της χώρας μου; Η γιαγιά μου, η Χέλμαινα, ήταν Κωνσταντινουπολίτισσα βασικά, αλλά από νησί. Ο πατέρας της, ήταν νεοκόρος στο Πατριαρχείο.

Τα πρώτα βήματα

Από μικρή αγαπούσα την Ιστορία. Και να που αυτή η αγάπη με βρήκε και στον γάμο μου. Με τον Κωστή (σ.σ. ο ακαδημαϊκός και ομότιμος καθηγητής της Ιστορίας του Πανεπιστημίου Αθηνών Κωνσταντίνος Σβολόπουλος) ήμασταν μαζί από το Δημοτικό συμμαθητάκια στη σχολή Χιλλ». Μια παρέα με τον Σπύρο Ευαγγελάτο, τον Νικήτα Τσακίρογλου κ.ά.

Μεγάλωσε στην Πλάκα. «Ο μπαμπάς διατηρούσε εμπορικό κατάστημα ανδρικών, είχε και εργαστήριο όπου έραβε τους μεγάλους της εποχής. Είχαμε μια πολύ ωραία οικογένεια. Εγώ, ο αδερφός μου, οι γονείς, οι θείοι μου που τραγουδούσαν κι έπαιζαν μαντολίνο και κιθάρα. Η καταγωγή του πατέρα ήταν από την Κεφαλονιά. Ευχάριστοι άνθρωποι, λένε πάντα την αλήθεια. Τους λένε λίγο κουρλούς».

Σε μία από τις θεατρικές εξόδους της οικογένειας είδε την «Αγία Ιωάννα» του Μπέρναρντ Σο στο θέατρο «Κοτοπούλη». «Ο άντρας της, ο θεατρικός επιχειρηματίας Γεώργιος Χέλμης ήταν συγγενής μας. Από παιδί μου άρεσε να μιμούμαι και να τραγουδάω. Ημουν το αστέρι κάθε γιορτής. Στο Γυμνάσιο έδωσα εξετάσεις στη σχολή του Εθνικού Θεάτρου. Η Βάσω Μανωλίδου με προετοίμασε, μου έμαθε τη Μαργαρίτα από το “Φάουστ” του Γκαίτε. Στις εξετάσεις ο Ροντήρης με ρώτησε “ποιος σου έμαθε αυτό το κομμάτι, έτσι όπως το λες, εγώ το έχω διδάξει”».

Η σχολή του Εθνικού ήταν η πρώτη της επιλογή, αλλά ο Βασίλης Διαμαντόπουλος επέμενε πως έπρεπε να γνωρίσει και τον «δάσκαλο Κουν». Συμφοιτητές της, οι Λίλη Παπαγιάννη, Μάρθα Βούρτση, Κίττυ Αρσένη, Κώστας Καζάκος. «Στου Κουν γνώρισα τον υπέροχο ποιητή Μάνο Ελευθερίου, που αγαπάει τόσο πολύ το θέατρο. Είμαστε καλοί φίλοι».

Ο Κουν ήταν σαν μαέστρος: «Δώσε μου φωνή», «Θέλω πιο χαμηλές νότες». Τα έσπασαν έναν χρόνο μετά «εξαιτίας του σινεμά». Αποφοίτησε τελικά από τη σχολή του Πέλλου Κατσέλη. Εν τω μεταξύ, βγήκε στους κινηματογράφους η πρώτη της ταινία, ο «Μπάρμπα Γιάννης ο κανατάς» το 1957 των Φρίξου Ηλιάδη και Κώστα Στράντζαλη. «Εκανα μια Πλακιώτισσα που της έκαναν καντάδες». Είχε προηγηθεί όμως η συνεργασία της με τον Γκρεγκ Τάλλας στην ταινία του «Αγιούπα». «Ολα αυτά για μένα ήταν μαγικά. Γυρίσματα στους αγρούς της Λάρισας, όπου τρέχαμε μαζί με την Αννούλα την Μπράτσου γιατί μας κυνηγούσε ένας ληστής».

«Εγκλημα στο Κολωνάκι», «Νόμος 4000», «Ιλιγγος», «Η αγάπη μας» ακολούθησαν τα επόμενα χρόνια μαζί με το θέατρο, αλλά η μεγάλη επιτυχία της ήταν «Τα κόκκινα φανάρια». Η φίλη της Μαίρη Χρονοπούλου της είπε: «Ελα από το θέατρο, έχουμε ένα έργο με πολλούς ρόλους». Της έδωσαν να δοκιμάσει τον ρόλο της πριγκιπέσσας που αργότερα, στην ταινία, έπαιξε η Τζένη Καρέζη. «Σε μια άλλη κοπέλα, την Ερση Βαλαβάνη, έδωσαν τον ρόλο της Μαρίνας. Αλλά δεν είχε το νεύρο που χρειαζόταν. Της έδωσα λοιπόν, μια σπρωξιά, “παίξτο πιο δυνατά” της είπα. Το είδε ο Αλέξης Δαμιανός – παρών ήταν και ο Αλέκος Γαλανός, και είπε “αλλαγή ρόλων”. Αυτός εν τέλει μου έδωσε την ευκαιρία να παίξω αυτή την τραγική ηρωίδα που στο τέλος αυτοκτονεί».

Ηταν 1962 και τα «Κόκκινα Φανάρια» άντεξαν στο θέατρο «Πορεία» για τρεις σεζόν με πρωταγωνίστρια τη Μαίρη Χρονοπούλου. Αργότερα, ο Βασίλης Γεωργιάδης μετέφερε την ιστορία στη μεγάλη οθόνη. Η Κατερίνα Χέλμη έπαιξε πάλι τη Μαρίνα που ερωτεύθηκε παράφορα έναν σωματέμπορο.

«Μη φύγεις Ντορή, θα φαρμακωθώ» έλεγε στον Κώστα Κούρτη και έμεινε στην ιστορία του ελληνικού σινεμά όπως η κραυγή του Γιώργου Φούντα «Στέλλα φύγε, κρατάω μαχαίρι», λέει και γελάει με την καρδιά της. «Τυχαία έπεσα, σκόνταψα αλλά έχοντας την εμπειρία του χορού, έμοιαζε να ’ναι φυσικό». Θρυλική έμεινε και η ατάκα της στον «Νόμο 4000» του Γιάννη Δαλιανίδη. Η Βούλα, μια ιερόδουλη, λέει στον αυστηρό γυμνασιάρχη που υποδυόταν ο Β. Διαμαντόπουλος: «Δεν θα πω τίποτα κύριε καθηγητή. Στην τιμή μου! Γιατί έχω κι εγώ τιμή, να εδώ μέσα!»  (δείχνοντας την καρδιά της). Πώς αντιμετώπιζαν οι δικοί της, αυτούς τους ρόλους; «Ο κόσμος δεν ήταν χαζός, ούτε ανώριμος για να μου πει “γιατί παίζεις τις πόρνες;”», μου απαντάει αυστηρά.

«Ηθελα να έχω το πάνω χέρι»

Τη γοήτευαν πάντα οι κόντρα ρόλοι. «Εχω ερμηνεύσει ακόμη και τη δολοφόνο. Οι χαζοκυρίες με φτερά και καπέλα δεν με ενδιέφεραν. Τις έχω παίξει βέβαια κι αυτές». Δεν της άρεσε η γυναίκα-γατούλα. Αριστοκρατική, δυναμική, ανεξάρτητη, θηλυκό με προσωπικότητα, στη σκηνή και στο πλατό έμεναν το αίσθημα και η σαγήνη της. «Ετσι ήμουν και στη ζωή. Ανυπότακτη. Ηθελα τα πράγματα να περνάνε από μένα. Ποτέ μου δεν παρακάλεσα ένα αγόρι. Κι αν ήθελα κάτι, το πρότεινα εγώ. Ηθελα να έχω το πάνω χέρι».

Ο Ορέστης Μακρής, φίλος του πατέρα της και Πλακιώτης, «μου έδωσε συμβουλές για το θέατρο. Θα έχεις μια πλακέτα εδώ (δείχνει τη θέση της καρδιάς) μου είπε, που θα λέει: «Γιατί εσύ είσαι πιο έξυπνος από μένα;». Με τον τρόπο του, μου είπε “πρόσεχε!”». Οι παλιές πρωταγωνίστριες όπως η Κατερίνα, δεν την είδαν ανταγωνιστικά. «Ημουν γλυκόστομη στις μεγαλύτερες κυρίες». Κάποιοι μιλούν ακόμη με λατρεία για «τα ατέλειωτα πόδια της» κι άλλοι σχολιάζουν ότι ήταν «αγύριστο κεφάλι». «Ημουν πεισματάρα. Οταν κάποτε ενόχλησαν τον Μίνω Βολανάκη στο ΚΘΒΕ, παραιτήθηκα. Ημουν αντράκι στη ζωή μου. Αναρχική ως χαρακτήρας, δεν ήθελα Αρχή πάνω στο κεφάλι μου, μόνο τον πατέρα μου πίστευα». Η πολιτική; «Σε όλες τις κυβερνήσεις έβλεπα τα λάθη. Ετούτοι εδώ ήρθαν να διορθώσουν τους πάντες και δοκιμάζουν τον ελληνικό λαό. Τι άλλο θα ζήσουμε;».
Με τον παιδικό της φίλο και σήμερα σύζυγό της είναι μαζί 22 χρόνια. «Φιλία ήταν στα παιδικά μας χρόνια. Μετά ήταν κου ντε φουντρ, κεραυνοβόλος έρωτας». Στα 50 παντρεύτηκαν. «Εκεί αποφασίζει κανείς ότι θα είναι σοβαρός, ευγενής, ευαίσθητος για τον συνοδοιπόρο του». Δεν βίωσε τη μητρότητα, ίσως ήταν φόβος. «Εχω την ανιψιά μου και τα τρία της παιδιά. Ο χρόνος δεν με φοβίζει, ούτε έχω κάνει κάτι για να γίνω καλύτερη. Γερή θέλω να είμαι. Εχω την καρδούλα μου με κάτι αρρυθμίες, κολπική μαρμαρυγή που αντιμετωπίζεται με κάποια φάρμακα. Εχω στα σκαριά τη βιογραφία μου που θα βγει με τίτλο “Και λοιπόν τώρα;” από τις εκδόσεις “Μίλητος”». Κι ο φόβος του θανάτου; «Δεν με νοιάζει, αρκεί να μην υποφέρω».

«Δεν είμαι σαϊεντολόγα που γράφουν στο Διαδίκτυο», λέει κουρασμένα. «Παρεξήγησαν τα λόγια μου. Είμαι χριστιανή». Μιλάει για τον πατέρα της που λάτρευε, τον αδερφό της που έχασε, τους φίλους που φεύγουν. «Πιστεύω ότι οι άνθρωποι που έφυγαν είναι κάπου και μας προστατεύουν. Τώρα έχω τον άντρα μου, τον σύντροφό μου. Συμπληρώνει ο ένας την ευαισθησία του άλλου. Τώρα, εύχομαι όλοι οι άγγελοι να βοηθήσουν το σπίτι μας».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ