ΒΙΒΛΙΟ

«Ερωτική επιστολή προς τη θεία Τζόαν»

ΙΩΑΝΝΗΣ ΠΑΠΠΟΣ*

Η Τζόαν Ντίντιον με τον σύζυγό της Τζον Νταν και την κόρη τους Κουιντάνα, φωτογραφημένοι στο σαλόνι του σπιτιού τους στο Μαλιμπού της Καλιφόρνιας. Ο Τζον Νταν πέθανε από καρδιακή προσβολή τον Δεκέμβριο του 2003, ενώ τον Αύγουστο του 2005, η Ντίντιον έχασε και την κόρη της. Ηταν 39 ετών.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η Αμερικανίδα συγγραφέας Τζόαν Ντίντιον (Joan Didion) θεωρείται «cult» φιγούρα όχι μόνο στη χώρα της αλλά και διεθνώς. Μάχιμη δημοσιογράφος, από τις κατ’ εξοχήν εκπροσώπους του ιστορικού New Journalism της δεκαετίας του ’60, δοκιμιογράφος και μυθιστοριογράφος, η γεννημένη το 1934 Ντίντιον αποτέλεσε κεντρικό θέμα του πολυσυζητημένου, πρόσφατου ντοκιμαντέρ με τίτλο «Joan Didion: The Center Will Not Hold» του Γκρίφιν Νταν. Εξομολογητικό life-story στο οποίο η πολυσχιδής συγγραφέας αφηγείται τις διαδρομές της, ενώ μιλά και για τις απώλειες του συζύγου της, του συγγραφέα Τζον Γκρέγκορι Νταν, και της κόρης της, Κουιντάνα.

Μίλησα πολύ πρόσφατα με τον ηθοποιό και σκηνοθέτη Γκρίφιν Νταν για αυτή την «ερωτική επιστολή προς τη θεία Τζόαν», όπως χαρακτήρισε την ταινία στους New York Times (ο Νταν είναι ανιψιός της Ντίντιον). Είπαμε πολλά, όπως τι σημαίνει να είσαι μέλος μιας οικογένειας που επηρέασε τόσο δραστικά το μεταπολεμικό αμερικανικό zeitgeist. Το πρώτο κίνητρο, ωστόσο, γι’ αυτή την κουβέντα ήταν το ίδιο το φιλμ του Νταν.

Η ταινία ακολουθεί τη ζωή της Ντίντιον, καθώς μετακινείται ανατολικά, από το Σακραμέντο της Καλιφόρνιας, όπου γεννήθηκε, στα λογοτεχνικά (και μη) κυκλώματα της Νέας Υόρκης. Στη συνέχεια, πίσω στην Καλιφόρνια, αυτή τη φορά στο Λος Αντζελες, κατά τη διάρκεια των ταραχών, τέλη της δεκαετίας του ’60.

Παρακολουθώντας το «The Center Will Not Hold» ο θεατής αξιώνει να πέσει φως σε μερικά από τα πολλά αινίγματα γύρω από την Ντίντιον: είναι μία insider ή μία outsider (ή και τα δύο αυτά μαζί και με ποιο τρόπο); Τη χαρακτηρίζει η ισχύς ή η ευαισθησία; Και, το πλέον πολυσυζητημένο ερώτημα: είναι ένας άνθρωπος με ανεπτυγμένη ενσυναίσθηση ή της ψυχρής απόστασης; Ο Γκρίφιν Νταν, ο οποίος προτιμάει τον όρο «ταινία» (film, movie) αντί για «ντοκιμαντέρ», παραδέχεται ότι πρόκειται για οικογενειακή υπόθεση. «Πώς ήταν να είσαι δημοσιογράφος και να βρίσκεσαι στο ίδιο δωμάτιο με ένα μικρό παιδί φτιαγμένο με LSD;», ρωτάει τη θεία του, αναφορά στην εποχή που η Ντίντιον έγραφε για τους χίπις της Haight Ashbury στο «Slouching Towards Bethlehem», το βιβλίο που την καθιέρωσε στην Αμερική.

Το πρώτο πράγμα που προσέχεις είναι ότι η Ντίντιον απαντά με τα χέρια της. Τεντώνονται λες και θέλουν να φτάσουν τους συνομιλητές της. Να γεφυρώσουν, να ολοκληρώσουν και να σε πείσουν, αντισταθμίζοντας την ίδια στιγμή τυχόν κενά που ενδεχομένως αφήνουν οι λέξεις της. «Επίτρεψέ μου να σου πω, ήταν καθαρό χρυσάφι», απαντά η Ντίντιον στο παραπάνω ερώτημα. «Για κάτι τέτοιες στιγμές ζεις όταν γράφεις ένα κομμάτι».

Η απάντησή της έχει ήδη προκαλέσει αντιδράσεις. Θεατές και κριτικοί μέτρησαν τα δευτερόλεπτα (επτά) που της χρειάστηκαν για να συγκεντρωθεί προτού μιλήσει, το σημείο όπου τα μάτια της χαλάρωσαν, την υποψία χαμόγελου. «Είχαμε πάντα αυτή τη θεωρία ότι αν κρατούσες το φίδι μέσα στο οπτικό σου πεδίο, το φίδι δεν θα σε δάγκωνε», λέει η Ντίντιον στην ταινία. Το ενδιαφέρον της για την κοινωνική, οικογενειακή και προσωπική διαταραχή συνιστούσε ταυτόχρονα και μηχανισμό προστασίας: «Θεωρούσα πως αν μελετήσω κάτι, χάνει κάτι απ’ τον τρόμο που προκαλεί». Ομως το «φίδι» τελικά δάγκωσε την Ντίντιον: η κόρη της, Κουιντάνα, αρρώστησε σοβαρά λίγες ημέρες προτού η Ντίντιον χάσει από καρδιακή ανεπάρκεια τον σύζυγό της, τον Τζον Νταν.

Η σχέση με την κόρη της

«Καθώς διεξήγαγα την έρευνα για την ταινία», μου εξηγεί ο Νταν, «έμεινα πραγματικά έκπληκτος από κάτι που δεν είχα προσέξει έως τότε: πώς οι σχέσεις μητέρας-κόρης, σε όλα τα μυθιστορήματά της, και μερικές φορές και στα δοκίμιά της, ενέχουν ένα στοιχείο προειδοποίησης: βλέπουμε μια μητέρα η οποία έχει μια κόρη βαθιά διαταραγμένη ή μια κόρη με αναπηρία ή μια ριζοσπάστρια κόρη που το σκάει απ’ το σπίτι. Η Ντίντιον κατόρθωσε να καταγράψει τη διαταραχή, το χάος των άλλων ανθρώπων, παραμένοντας στέρεη ανάμεσά μας. Είναι πλέον μια φιγούρα αρχετυπική, θρυλική κ.ο.κ. Οταν ήρθε η ώρα της δεν κρύφτηκε, γύρισε τον φακό στον εαυτό της, για να μπορέσει να κατανοήσει τη δική της διαταραχή, το χάος, τη θλίψη. Εκανε κάτι πολύ γενναίο».

Στο «The Center Will Not Hold», η Ντίντιον αποκαλύπτει ότι η Κουιντάνα την έβρισκε «ελαφρώς απόμακρη» ως μητέρα. Η Ντίντιον ανησυχούσε για την κόρη της. Για τι ακριβώς ανησυχούσε; Τη ρωτάει ο Νταν στην ταινία. «Ανησυχούσα γιατί έπινε πάρα πολύ. Αυτό ήταν... το πρώτο ζήτημα». Και με τα υπόλοιπα ζητήματα; Στο σημείο αυτό ασκήθηκε κριτική στον Νταν, ότι απέφυγε να «στριμώξει» την Ντίντιον με ευθύβολες ερωτήσεις. Σωστό, και σε μεγάλο βαθμό αναμενόμενο. Αλλά αν κοιτάξει κάποιος προσεκτικά, ο Νταν καταφέρνει μέσω των συνεντεύξεων που πήρε για την ταινία (παρότι πολλές είναι με φίλους) να αναδείξει ανάγλυφα τη διαδρομή που η Ντίντιον διένυσε έως αυτό το σημείο.

Φίλοι θυμούνται την Ντίντιον να κατεβαίνει τα πρωινά στην κουζίνα της αμίλητη, φορώντας μαύρα γυαλιά. Σε δύο από τις πιο ενδιαφέρουσες φωτογραφίες της οικογένειας, η μία στο σαλόνι τους και η άλλη στο αίθριο, στο Μαλιμπού της Καλιφόρνιας, μπορεί κανείς να διακρίνει, ως προς τη γλώσσα των σωμάτων, δύο αντίθετους πόλους: η Ντίντιον, από τη μία, ο Τζον και η Κουιντάνα, από την άλλη. Στη συνέντευξή του, ο συγγραφέας Κάλβιν Τρίλιν λέει: «Από όλα τα παντρεμένα ζευγάρια που ήξερα, ο Τζον και η Τζόαν ήταν αυτοί που ήταν σχεδόν πάντα μαζί». Αυτό ήταν ένα χαρακτηριστικό που είχε και το προεδρικό ζευγάρι του Ρόναλντ και της Νάνσι Ρέιγκαν. Η ειρωνεία είναι ότι η Ντίντιον κοντραρίστηκε με τη Νάνσι Ρέιγκαν, που επίσης χαρακτηρίστηκε απόμακρη και δύσκολη μητέρα από τη δική της κόρη, όταν η Ντίντιον, περιγράφοντας την κατοικία των Ρέιγκαν στο βιβλίο «Λευκό Αλμπουμ» (1977), έγραψε: «Είναι το είδος σπιτιού που έχει πλήρες μπαρ με νεροχύτη στο σαλόνι». Μήπως τελικώς η Ντίντιον επέλεγε τα θέματά της όχι μόνον βάσει αυτού του μηχανισμού προστασίας και του στοιχείου προειδοποίησης αλλά και ορμώμενη από ανθρώπινες αδυναμίες με τις οποίες η ίδια είχε μια κάποια εξοικείωση;

Με προτροπή του Νταν, η Ντίντιον παραδέχεται ότι η συγγραφή του «Blue Nights» (του βιβλίου που έγραψε για τον θάνατο της Κουιντάνα) ήταν ως συγγραφική εμπειρία κάτι πρωτοφανές, δίχως όμως να διευκρινίζει τι εννοεί. Το βάρος πέφτει στον Νταν για να υποδείξει γιατί «όταν ήρθε η ώρα της, γύρισε τον φακό στον εαυτό της, για να κατανοήσει τη διαταραχή, το χάος, τη θλίψη».

Το κομμάτι στη Vogue

Οι δύο πιο δυνατές προτάσεις της Ντίντιον που ο Νταν επιλέγει για το τέλος της ταινίας είναι: «Ωστόσο, δεν υπάρχει μέρα στη ζωή της που να μην τη βλέπω ακόμα» (από το «Blue Nights»), και «Να θυμάσαι τι σημαίνει να είμαι εγώ, αυτό έχει σημασία». Με αυτή τη σειρά των προτάσεων κλείνει ο κύκλος της ταινίας. «Να θυμάσαι τι είναι να είμαι εγώ, αυτό έχει σημασία», είναι μια πύλη που μεταφέρει τον θεατή πίσω σε μια αλλοτινή Αμερική, της εποχής του Τζον Γουέιν, καθώς επίσης και σε ένα νεανικό κομμάτι που έγραψε η Ντίντιον για τη Vogue που είχε θέμα τον αυτοσεβασμό, όταν ήταν 23 χρόνων. Λέω στον Νταν ότι λόγω της ταινίας του, χρόνια από τώρα, κάποιοι ίσως μπορέσουν να καταλάβουν την Ντίντιον καλύτερα χάρη σε αυτό το άρθρο της στη Vogue.

«Αυτοσεβασμός σημαίνει πώς να ζήσεις με τον εαυτό σου, αυτό το δοκίμιο, όπως γνωρίζεις, το έγραψε υπό ασφυκτική προθεσμία, μέσα σε μια νύχτα. Ηταν 23 χρόνων», σημειώνει ο Νταν. «Να γιατί με γοητεύει: η κοπέλα που το έγραψε είναι η ίδια γυναίκα που πήρα συνέντευξη στην ταινία. Αυτό το δοκίμιο, το να εργάζεται κάποιος με ήθος, να αναλαμβάνει την ευθύνη του εαυτού του, να μην καταφεύγει σε εύκολες λύσεις, να βουτάει στα πράγματα που είναι οδυνηρά, να κοιτά μέσα του ή στον κόσμο γύρω του, η κοπέλα που έγραψε αυτό το κείμενο δεν έχει αλλάξει. Αυτό είναι πολύ ενδιαφέρον για μένα. Είναι τυχερή που η γραφή της την κρατάει πνευματικά υγιή. Δεν γράφει για το αποτέλεσμα, δεν γράφει για πράγματα όπως: αυτό είναι ένα βιβλίο που θα ανακουφίσει και κάποιους άλλους, ή αυτό το βιβλίο ανταποκρίνεται σε κάποια προκατασκευασμένη ιδέα, καμία σχέση. Αλλά νομίζω ότι ξέρει αρκετά καλά τον εαυτό της, νομίζω ότι καταλαβαίνει τον χαρακτήρα της, νομίζω ότι κατανοεί τη δική της δύναμη και αν έχει αδυναμίες νομίζω ότι έχει τη δύναμη να γράψει γι’ αυτές και να τις κοινοποιήσει στον κόσμο».

* Ο κ. Ιωάννης Πάππος είναι o συγγραφέας του μυθιστορήματος «Hotel Living» (εκδ. HarperCollins). Εργάζεται ως σύμβουλος επιχειρήσεων. Με καταγωγή από το Πήλιο, είναι απόφοιτος του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, του Πανεπιστημίου Στάνφορντ και του INSEAD και έχει εργαστεί τόσο στις Ηνωμένες Πολιτείες όσο και στην Ευρώπη. Ζει στη Νέα Υόρκη.

​Στα ελληνικά κυκλοφορεί το χρονικό της Τζόαν Ντίντιον «Η χρονιά της μαγικής σκέψης» από τις εκδόσεις Κέδρος.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ