ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ

Αναμέτρηση με το πνεύμα Καζαντζάκη

ΑΙΜΙΛΙΟΣ ΧΑΡΜΠΗΣ

Ο Καζαντζάκης συναντά τον (μετέπειτα) διασημότερο ήρωά του, τον Γιώργη Ζορμπά, σε κάποια παραλία της Κρήτης.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Οι κινηματογραφικοί σταθμοί στο έργο του Νίκου Καζαντζάκη είναι λίγοι και γνωστοί: «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται» («Εκείνος που έπρεπε να πεθάνει») του Ντασσέν, ο «Αλεξης Ζορμπάς» του Κακογιάννη, «Ο τελευταίος πειρασμός» του Σκορσέζε. Και βέβαια η δημοφιλής τηλεοπτική σειρά (1975-76) του Βασίλη Γεωργιάδη, βασισμένη στο πρώτο από τα παραπάνω έργα. Καμία βιογραφία ωστόσο του ίδιου του κορυφαίου συγγραφέα, παρόλο που η ζωή του, με τα ταξίδια, τη φιλοσοφία και τα πάθη της, μόνο ενδιαφέρουσα μπορεί να χαρακτηριστεί. Το κενό αυτό επιχειρεί να αναπληρώσει ο Γιάννης Σμαραγδής με τον «Καζαντζάκη» του, που κυκλοφορεί από την περασμένη Πέμπτη στις αίθουσες.

Η χρόνια παράλειψη μπορεί να είναι έως και δικαιολογημένη. Η μορφή του σπουδαίου Κρητικού στέκεται εδώ και δεκαετίες πάνω από τα ελληνικά γράμματα –για να μην πούμε τον σύγχρονο ελληνικό πολιτισμό– ως αυτόφωτη και μοναδική, με έργο που η έκταση και το βάθος του μπορούν να τρομάξουν ακόμα και τον γενναιότερο μελετητή. Ακολουθώντας την προφανέστερη οδό, ο Σμαραγδής βασίζει το σενάριο της ταινίας του στην αυτοβιογραφική «Αναφορά στον Γκρέκο», προσπαθώντας έτσι να ακολουθήσει τον βίο και –κυρίως– το πνευματικό ίχνος του Καζαντζάκη. Τον βλέπουμε μικρό στην Κρήτη να παίρνει σκληρά διδάγματα από τον πατέρα του, τον «Καπετάν Μιχάλη». Τον συναντούμε στην Αθήνα να συναντά και να δένεται αμέσως με τον Σικελιανό. Και μετά στη Βιέννη, ξανά στην Αθήνα, στην Αίγινα και στη νότια Γαλλία, όπου καταλήγει, πάντα μαζί με τη σύντροφό του Ελένη. Εμφανίζεται επίσης σε κάποια παραλία της Κρήτης παρέα με τον Γιώργη Ζορμπά (Θοδωρής Αθερίδης), τον θρυλικό χαρακτήρα του μετέπειτα μυθιστορήματός του.

Τη δύσκολη αποστολή της κεντρικής ερμηνείας επωμίζεται ο Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος και τα καταφέρνει πολύ καλά. Δίπλα του, στον ρόλο της Ελένης, βρίσκεται η Μαρίνα Καλογήρου. Το πρόβλημα, ωστόσο, είναι πως η αναμέτρηση με τον συγγραφέα, ποιητή, φιλόσοφο, «θεολόγο», πολιτικό Καζαντζάκη αποδεικνύεται εξαιρετικά δύσκολη υπόθεση. Στοχαστής ρηξικέλευθος και αναρχικός, ο οπαδός αυτός της απόλυτης ελευθερίας του ανθρώπου δεν εντάσσεται σε συμβατικές κοινωνικές ή άλλες φόρμες, στους αστούς ή στην Αριστερά, στους «καλούς» ή στους «κακούς». Εφτασε ένα βήμα πριν από τον αφορισμό από την επίσημη Εκκλησία, εκείνος που στα έργα του περιέγραψε, ίσως με τη μεγαλύτερη ακρίβεια, το απόσταγμα του χριστιανικού λόγου. Αυτό το μεγαλειώδες πνεύμα, αλλά και οι σκοτεινές πλευρές της προσωπικότητάς του, λίγο χώρο βρίσκουν τελικά στην ταινία. Το κοινό φυσικά, και καλώς, θα σπεύσει πιθανότατα να δει τον «Καζαντζάκη» και μόνο στο άκουσμα του τίτλου. Αυτό που προκαλεί αρνητική εντύπωση είναι η αποχή κι άλλων κινηματογραφιστών, εκείνων ιδιαίτερα της νεότερης, καλλιτεχνικά προικισμένης γενιάς, από τέτοια «καθολικά» για τη χώρα μας θέματα.

Είναι κρίμα, γιατί η συνδρομή τους θα μπορούσε να αποδειχθεί πολύτιμη.

Το βαρόμετρο της εβδομάδας

Στο «Lucky», ο προσφάτως εκλιπών Χάρι Ντιν Στάντον («Paris, Texas») δίνει την ερμηνεία της ζωής του στον ρόλο ενός 90χρονου άθεου καουμπόη. Ο Λάκι περνάει την αγαπημένη του καθημερινή ρουτίνα σε κάποια μικρή πόλη της ερήμου στην Καλιφόρνια. Φροντίζει τους κάκτους του, βλέπει τις αγαπημένες του εκπομπές στην τηλεόραση, πίνει το ποτό του με λίγους φίλους. Κυρίως μεταφέρει στις κουβέντες –και τη γενικότερη στάση του– ένα απόσταγμα σοφίας και θησαυρισμένης πεποίθησης περί ζωής και θανάτου. Ο γνωστός ηθοποιός Τζον Κάρολ Λιντς κάνει εδώ (εντυπωσιακό) σκηνοθετικό ντεμπούτο.

Στην «Τελευταία οικογένεια» βιογραφείται ο σπουδαίος Πολωνός ζωγράφος Ντζίζλαβ Μπεκσίνσκι. Για την ακρίβεια, πρόκειται για την ιστορία ολόκληρης της οικογένειάς του με έμφαση στον νευρωτικό γιο του, Τόμας. Φυσικά εκεί βρίσκεται και το παράξενο, δυστοπικό έργο του Μπεκσίνσκι, το οποίο τελικά τον καταξίωσε ως σύγχρονο καλλιτέχνη.

Στο «Good Time», το καλοκουρδισμένο θρίλερ των αδελφών Σάφντι («Heaven Knows What»), ο Ρόμπερτ Πάτινσον περνάει ένα φρενιασμένο 24ωρο. Ο Κόνι και ο αδελφός του Νικ, που έχει νοητική υστέρηση, εκτελούν μια απελπισμένη ληστεία, η οποία πηγαίνει στραβά. Από εκεί κι έπειτα ξεκινά ένας αγώνας με τον χρόνο, με τον Νικ να προσπαθεί με κάθε μέσο να γλιτώσει τον αγαπημένο του αδελφό από τη φυλακή. Η ταινία, που αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα μοντέρνου ανεξάρτητου κινηματογράφου, απέσπασε πολύ θετικά σχόλια στο περασμένο Φεστιβάλ Καννών. Ο δε Πάτινσον παραδίδει, μακράν, την πιο μεστή ερμηνεία της έως τώρα καριέρας του.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ