Η ΕΡΩΤΗΣΗ

Πώς να χάνετε τον χρόνο σας με αξιοπρέπεια

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ

Είστε καλεσμένος σε δείπνο φίλων με κάποια ευχάριστη αφορμή. Παρά το οικονομικό στρίμωγμα, οι ευκαιρίες για να προσκληθούμε και να προσκαλέσουμε αγαπητά μας πρόσωπα σε κάποιο εστιατόριο δεν λείπουν ποτέ.

Η πρόσκληση είναι συχνά παραπλανητικά ασαφής όσον αφορά τον χρόνο προσέλευσης: «λέμε να μαζευτούμε κατά τις 9», «η κράτηση είναι για μετά τις 9», «θα σας περιμένουμε κάποια στιγμή κοντά στις 9». Αλλά και στις περιπτώσεις που ο καλός άνθρωπος ο οποίος σας καλεί φαίνεται να παίρνει σοβαρά τον χρόνο σας  («θα σας περιμένω στις 9»), τα πράγματα δύσκολα θα ακολουθήσουν μια λογική πορεία. 

Αν είστε ακριβής και κάνετε το λάθος να εμφανιστείτε την ώρα που σας έχουν πει, υπάρχει σοβαρό ενδεχόμενο να μη βρείτε κανέναν στο τραπέζι. Στα πέντε λεπτά θα δείτε τον κύριο ή την κυρία που σας έχει καλέσει να καταφθάνει διπλά συγχυσμένος: πρώτον, γιατί ταλαιπωρήθηκε «τρο-με-ρά» να βρει κάπου να παρκάρει (κάτι για το οποίο θα φλυαρεί ακατάπαυστα μέχρι να τον λυπηθείτε) και δεύτερον γιατί πήρατε τόσο πολύ τοις μετρητοίς την ώρα προσέλευσης, αγνοώντας έναν βασικό κανόνα του ελληνικού savoir vivre: αφήνουμε πάντα στον οικοδεσπότη το περιθώριο 10 ή και 15 λεπτών σε περίπτωση που συμβεί «κάτι» και καθυστερήσει.

Αλλά μακάρι το πρόβλημα να ήταν η ολιγόλεπτη αργοπορία του ανθρώπου που καλεί. Το πραγματικό δράμα αρχίζει με την αργή και βασανιστική άφιξη των υπόλοιπων καλεσμένων. Πρόκειται για μια πολύ ελληνική τελετουργία, που μπορεί να διαρκέσει μισή ώρα ή και πολύ περισσότερο. Όλοι θα φτάσουν ανέμελοι, έχοντας ο καθένας κάνει μια πολύ προσωπική μετάφραση του όντως ασαφούς «μετά τις 9». Γιατί «μετά τις 9» είναι το 9 και 10, όπως «μετά τις 9» είναι και το 9 και τρία τέταρτα. Σε κάθε περίπτωση, μπορεί να έχετε περάσει ήδη μία ώρα στην καρέκλα σας και ακόμη να υποδέχεστε ενθουσιασμένους συνδαιτυμόνες, οι οποίοι στο καλύτερο σενάριο θα απολογηθούν ενοχοποιώντας τους συνήθεις υπόπτους: την κίνηση στον δρόμο ή την μπέιμπι σίτερ που άργησε.

Θα ακολουθήσουν εξίσου συναρπαστικές στιγμές, όπως η πλήρης αδυναμία συγκέντρωσης στον κατάλογο για να γίνει κάποια στιγμή η παραγγελία (το ρολόι δείχνει ήδη περασμένες 10, αλλά ποιος νοιάζεται όταν περνάμε ωραία;), καθώς προηγούνται υπερβολικές κοινωνικές αβρότητες και η αφήγηση ασήμαντων γεγονότων της ημέρας με εξονυχιστικές λεπτομέρειες. Κάποια στιγμή (κοντά στις 11 πια) θα αρχίσετε να τρώτε, αλλά ξέρετε πολύ καλά πως το σχέδιο να είστε σπίτι λίγο πριν ή λίγο μετά τις 12 έχει ήδη ναυαγήσει. 

Δεν είναι μόνο ότι έχετε μπροστά σας την παραγγελία για το γλυκό και την έκδοση του λογαριασμού. Υπάρχουν δύο άγραφοι νόμοι στην ελληνική έξοδο που καθιστούν κάθε λογικό στόχο διακριτικής απόσυρσης από το τραπέζι σχεδόν άπιαστο. Ο πρώτος αφορά την κρίσιμη στιγμή που θα ψελλίσετε την επιθυμία σας να αποχωρήσετε. Είναι σίγουρο ότι θα προκληθεί μια μικρή επανάσταση που περιλαμβάνει θεατρικές παρακλήσεις εκ μέρους του οικοδεσπότη («μα πού πας από τώρα;») και την καλλιέργεια ενοχών («μια φορά είπα να σας βγάλω κι εσύ μας την κάνεις;»). Αλλά ακόμα κι αν εκείνη τη μέρα έχετε όλη την τύχη του κόσμου μαζί σας, αποκλείεται να τη βγάλετε καθαρή. Δύσκολα θα γλιτώσετε τους δεκάλεπτους δραματικούς αποχαιρετισμούς που θα μπορούσαν να δικαιολογηθούν εν μέρει αν την επομένη φεύγατε για μετανάστης στην Αυστραλία.

Αλλά ευτυχώς δεν φεύγετε, γιατί όσο διαρκούν τα κατά ριπάς «πόσο χάρηκα που σας είδα!» και τα «μη χάνεστε!» θα μπορούσατε άνετα να έχετε χάσει το αεροπλάνο για τη Μελβούρνη. ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ