Την είδα πλάτη, αλλά την αναγνώρισα. Με το ξανθό της μαλλί πιασμένο προς τα πίσω, συζητούσε με τους τεχνικούς τα πρακτικά της παράστασης. Κάθομαι μόνη μου, πιο πέρα, σε ένα τραπέζι στο καφέ της Στέγης Ιδρύματος Ωνάση και την περιμένω. Στις 14 Δεκεμβρίου κάνει πρεμιέρα το νέο της έργο με τίτλο «Αντιγόνη - Lonely Planet». H πρώτη εκδοχή ανέβηκε στη Νέα Υόρκη, στο πλαίσιο τετραήμερου φεστιβάλ με θέμα την ομώνυμη τραγική ηρωίδα, το οποίο διοργάνωσε το εκεί Ωνάσειο Πολιτιστικό Κέντρο.

Παραγγέλνω έναν καπουτσίνο και διαβάζω την υπόθεση της τραγωδίας του Σοφοκλή για να τη θυμηθώ: η κόρη του Οιδίποδα και της Ιοκάστης, μετά τον θάνατο του πατέρα της, προσπαθεί να αποτρέψει τη μονομαχία των δίδυμων αδερφών της, οι οποίοι πολεμούν για τον θρόνο της Θήβας. Πεθαίνουν και οι δύο και στην εξουσία ανεβαίνει ο Κρέοντας. Ο νέος άρχοντας απαγορεύει τον ενταφιασμό του ενός αδερφού, θεωρώντας τον προδότη. Η Αντιγόνη τον θάβει πάραυτα, αψηφώντας τον νόμο. 

Έπειτα από αρκετή ώρα, η Λένα Κιτσοπούλου έρχεται κοντά μου. «Τι σε τραβάει στον συγκεκριμένο μύθο;» τη ρωτάω. «Πέρα από τα προφανή, τη δύναμη και τον επαναστατικό χαρακτήρα της πρωταγωνίστριας, με ελκύουν έννοιες πολύ πιο βαθιές που υπάρχουν διάχυτες στους διαλόγους, όπως η μοναξιά που νιώθει κανείς όταν καλείται να πάρει μια σημαντική απόφαση στη ζωή του. Γενικά, όμως, μου αρέσουν τα οικογενειακά δράματα, οι τραγωδίες με τα βάσανα, τις αυτοκτονίες και τα φονικά», τονίζει η συγγραφέας και σκηνοθέτις ενώ ρουφάει το τσιγάρο της. Καπνίζει αρειμανίως. Τα δάχτυλά της είναι γεμάτα με ασημένια δαχτυλίδια με γκοθ μορφές, όπως μια νεκροκεφαλή, ένα φίδι και ένα πουλί σαν γύπας.

Τα γλυκά του «Μικέ»

Η Κιτσοπούλου είναι μια ιδιαίτερη μορφή του ελληνικού θεάτρου. Στις παραστάσεις της οι ηθοποιοί συνήθως βρίζουν, φωνάζουν, φτάνουν στα άκρα. Ο λόγος της συχνά προκαλεί: ωμός, σκοτεινός, σχεδόν βίαιος. Παρακολουθώ την πορεία της από το 2009, τότε που εμφανίστηκε δυναμικά στον χώρο με το ριζοσπαστικό έργο «Μ.Α.Ι.Ρ.Ο.Υ.Λ.Α.», το οποίο παρουσιάστηκε στη σκηνή του Εθνικού στο Γκάζι. Το 2012 επανήλθε στο προσκήνιο με την αντισυμβατική διασκευή του «Χαίρε νύμφη» του Γρηγορίου Ξενόπουλου στο Θέατρο Τέχνης, στην Πλάκα. Θυμάμαι ότι σ’ αυτό το έργο με άγγιξε ένας μονόλογός της. Είκοσι λεπτά μιλούσε για τον εαυτό της. «Έλεγα με τρομερή έπαρση ότι είμαι ό,τι καλύτερο έχει συμβεί στο ελληνικό θέατρο, επειδή η γιαγιά μου οδηγούσε Triumph και μου αγόραζε γλυκά από τον “Μικέ”. Μου αρέσει να ξεμπροστιάζω τον εαυτό μου με μια υπερβολή και έναν σουρεαλισμό, αλλά λέγοντας την αλήθεια. Πίστευα πράγματι τότε ότι είμαι η καλύτερη, γιατί έχω φάει “Mικέ”!» λέει γελώντας. 

Αλλά για να καταλάβουμε τη δουλειά της (η οποία δεν εξαντλείται μόνο στο θέατρο και στην υποκριτική: της αρέσει επίσης να τραγουδάει ρεμπέτικα και να γράφει πεζά), είναι χρήσιμο να γυρίσουμε λίγο πίσω. Όπως έλεγε σε εκείνο τον θεατρικό της μονόλογο, έχει σημασία ποια ήταν η οικογένειά της, σε ποιο σχολείο πήγαινε και, ναι, τι γλυκά έτρωγε ως παιδί!

Σχολείο και οικογένεια

Κόρη ενός πολιτικού μηχανικού και μιας νοσηλεύτριας του Πολεμικού Ναυτικού, η Λένα γεννιέται το 1971 στην Αθήνα. Έχει έναν μεγαλύτερο αδελφό, οδοντίατρο στο επάγγελμα και ερασιτέχνη τζαζίστα, που σήμερα ζει στο Μόναχο. Και τα δύο παιδιά, μεγαλωμένα στου Ζωγράφου και στο Παλαιό Ψυχικό, μαθαίνουν πιάνο και καταπιάνονται με ένα σωρό αθλήματα, από το τένις μέχρι το σκι. Αντί για ένα συνηθισμένο δημόσιο, πηγαίνουν στο Μοντεσσοριανό Σχολείο της Μαρίας Γουδέλη στη Νέα Φιλοθέη. Η ιδιοκτήτρια ήταν μαθήτρια της προοδευτικής Ιταλίδας παιδαγωγού Μαρίας Μοντεσσόρι. «Ήταν μια μορφή η Γουδέλη, όπως ήταν ο Κουν για το Τέχνης. Πολύ δυνατή, σοφή. Και δέχτηκε πολύ πόλεμο. Κάθε χρόνο το κράτος ήθελε να της κλείσει το σχολείο», θυμάται η Λένα και συμπληρώνει: «Στην τάξη υπήρχε μεγάλη ανεξαρτησία. Δεν υπήρχαν κουδούνια, πήγαινες και έφευγες ό,τι ώρα ήθελες. Με βοήθησε να επιλέξω τι ήθελα να κάνω στη ζωή μου. Ήταν φοβερή εμπειρία».

Η Κιτσοπούλου συμφωνεί ότι η εκπαίδευση συμβάλλει καθοριστικά στη διαμόρφωση της προσωπικότητας, αλλά πιστεύει ότι πρωταρχικό ρόλο παίζει η οικογένεια. «Όταν οι γονείς σου ψάχνουν ένα τέτοιο σχολείο, σίγουρα σκέφτονται διαφορετικά. Οι δικοί μου ήθελαν να μας σπρώξουν προς τη γνώση. Δεν τους ενδιέφερε να χτίσουν ένα τριώροφο να μείνουμε όλοι μαζί. Μας παρότρυναν να φεύγουμε μακριά από την οικογενειακή εστία, να μαθαίνουμε γλώσσες, να ταξιδεύουμε, να είμαστε ανεξάρτητοι».

Ο πατέρας της Λένας πέθανε σε ηλικία 54 ετών από μηνιγγίτιδα, όταν εκείνη ήταν στο πρώτο έτος της Δραματικής Σχολής του Θεάτρου Τέχνης. Ήταν ένα μεγάλο πλήγμα για εκείνη, γιατί του είχε τρομερή αδυναμία. Σε πολλές συνεντεύξεις της αναφέρεται σ’ αυτόν. Μπορεί να μας τον περιγράψει; «Πολλοί άντρες αυτής της γενιάς έχουν κάτι το απόμακρο, δεν εκδηλώνονται εύκολα. Ο μπαμπάς μου ήταν του συναισθήματος. Είχε μια γλύκα, μια θηλυκή πλευρά, αν θέλεις. Με αγκάλιαζε, κρατιόμασταν χέρι χέρι. Υπήρχε αυτός ο κλασικός έρωτας, ο "οιδιπόδειος", μεταξύ κόρης και πατέρα. Πέρα από αυτό, ήταν ένας άνθρωπος με ωραίο πνεύμα και χιούμορ. Είχε ένα φως». 

«Η μαμά σου τον αγαπούσε το ίδιο;» τη ρωτάω.

«Ναι, πολύ».

 

Τι είναι το «Αντιγόνη - Lonely Planet»; Τι θα έρθει να δει ο θεατής;

Χωρίς να θέλω να αποκαλύψω πολλά, η παράσταση είναι μια διάλεξη για την Αντιγόνη. Κάποιοι άνθρωποι που θεωρούν τους εαυτούς τους ειδικούς μιλούν για το τι μπορεί να σημαίνει η ηρωίδα αυτή. Πρόκειται για έναν καταιγισμό σκέψεων –στα όρια του παραλογισμού και της απόλυτης λογικής– για το θάρρος, την τήρηση του νόμου, το σωστό, το ξεπέρασμα των ορίων.

Τι σου αρέσει στην Αντιγόνη; 

Είναι ένας άνθρωπος που αποφασίζει να ακούσει τον εαυτό του και όχι τους γύρω του, με οποιοδήποτε κόστος. Η κόντρα της ηρωίδας με το σύστημα έχει κάτι το βαθύτερο: υπάρχει μια έλξη προς το σκοτάδι, τον θάνατο.

Για τις ανάγκες της προώθησης του έργου σε φωτογράφισε ο Nick Knight, ένας από τους καλύτερους Βρετανούς φωτογράφους μόδας. Πώς ήταν αυτή η εμπειρία; 

Πέρασα δύο μέρες στο στούντιό του στο Λονδίνο. Ένα συνεργείο 15 ανθρώπων δούλεψε με έναν τρόπο μαγικό, σχεδόν τελετουργικό, όλη η διαδικασία γινόταν σαν χορογραφία και ώρα την ώρα βάθαινε σε κάτι που καθόλου δεν έμοιαζε με φωτογράφιση. Ήταν πολύ συγκινητικός ο τρόπος προσέγγισης του Nick Knight και των συνεργατών του, η διάθεσή τους, η ικανότητά τους, η ησυχία τους και η ευαισθησία τους. Μέχρι και οι μακιγιέζ, όταν πήγα, ήξεραν τα πάντα για μένα, είχαν κάνει ολόκληρη έρευνα για το τι κάνω, τι λέω σε συνεντεύξεις κ.λπ.  Ήξεραν μέχρι και για τα έργα μου, για το ότι τραγουδάω. Αξιοθαύμαστοι επαγγελματίες.

Το αποτέλεσμα είναι μαγικό. Νομίζω ότι ο Nick Knight κατάφερε να «φωτίσει» αυτή τη σκοτεινή σου πλευρά, στην οποία τόσο συχνά αναφέρεσαι σε συνεντεύξεις σου. Μπορείς να μας την περιγράψεις;  

Μέσα στη μισή μέρα θα σου πω ότι η ζωή είναι πολύ άσχημη. Ότι θα προτιμούσα να μην έχω γεννηθεί. Από την άλλη, θα κάνω ένα έργο που θα γελάς από την αρχή μέχρι το τέλος, και εγώ μαζί σου. Έχω γενικά έναν κυνισμό για τη ζωή και τον κόσμο. Στα έργα μου περνάω τις αγωνίες μου, την απώλεια του πατέρα μου, την απογοήτευση, τον φόβο του θανάτου. Με όλα αυτά αναμετριέμαι σε αυτή τη δουλειά. 

Η τέχνη χρειάζεται χιούμορ;

Είναι το πιο σημαντικό. Και νομίζω ότι είναι πολύ κοντά με το ανάποδό του. Το ωραίο χιούμορ κρύβει πόνο. Έχει τραγωδία η κωμωδία. 

Στις παραστάσεις σου επικρατούν το χάος, οι ύβρεις, το άκρο. Είσαι ο καθρέφτης της κοινωνίας μας;

Η ανθρώπινη φύση ρέπει προς την καταστροφή. Τα έργα μου σίγουρα έχουν τέτοια υλικά, αλλά πάντα διαθέτουν μια ισορροπία. Άλλος εισπράττει μελαγχολία, άλλος ποίηση. Από την άλλη, έχει τύχει να δω θέατρο από 25χρονο και να αναρωτιέμαι αν το έργο το έκανε γέρος. Δεν συμβαίνει όμως μόνο στην Ελλάδα αυτό. Η Γερμανία, που κάποτε έκανε επανάσταση στο πολιτικό θέατρο, έχει επιστρέψει σε έναν τρομερό συντηρητισμό, όπως μου λένε φίλοι μου εκεί.

Συνήθως όταν μια κοινωνία φοβάται, αρχίζει να συντηρητικοποιείται.

Μου φαίνεται τρομερή βλακεία αυτό. Και πολιτικά συμβαίνει, με την άνοδο της ακροδεξιάς. Φαίνεται πως τώρα το κύμα βρίσκεται προς τα κάτω. Η ευημερία της Δύσης κάπου ξεχείλισε. Υπάρχει σήμερα ο φόβος να μη χάσουμε τα κεκτημένα, να μη χάσουμε τη βολή που ρίζωσε μέσα μας.  

Παρατηρώ επίσης ότι και οι καλλιτέχνες φοβούνται. 

Επειδή ο άλλος είναι καλλιτέχνης, δεν σημαίνει ότι είναι καλύτερο είδος. Εγώ πάντα με τη δουλειά ή τη στάση μου προσπαθώ να λέω αλήθειες. Και έτσι προσπαθώ να αντιμετωπίζω τον συντηρητισμό. Δεν θα γλείψω και, όταν κάτι με ενοχλεί, θα αντιδράσω.

Στον καιρό της κρίσης σκέφτηκες μήπως να φύγεις στο εξωτερικό;

Έχω συνεργασίες που με βγάζουν έξω για μερικούς μήνες και το χαίρομαι. Αλλά δεν νομίζω ότι θέλω να φύγω από την Ελλάδα. 

Γιατί; Επειδή σε εμπνέει;

Ναι. Αυτό που κάνω έχει μεγάλη σχέση με τη γλώσσα. Ένα αστείο, μια ατάκα, οι τελευταίες δυο λέξεις στο φινάλε μπορεί να είναι για μένα όλο το έργο και αν δεν μπορώ να τις πω όπως θέλω, είμαι ικανή να πεθάνω. ■

Στέγη (Λεωφ. Συγγρού 107),14-30/12 (εκτός από τις 18, 19 και 24/12). Εισιτήρια: 210-9005800.
Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ