ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αναταράξεις στις κινεζικές αγορές εξαιτίας του υπέρογκου χρέους

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Τη μεγαλύτερη πτώση των τελευταίων 17 μηνών σημείωσαν χθες τα χρηματιστήρια της Κίνας, με τους βασικούς δείκτες να κλείνουν με απώλειες γύρω στο 3%. Αιτία, η ανησυχία που έχει δημιουργήσει στους επενδυτές η προσπάθεια του Πεκίνου να θέσει περιορισμούς στον δανεισμό και να μειώσει το ιλιγγιώδες χρέος της χώρας. Η ίδια ανησυχία οδήγησε σε ανοδική πορεία το κόστος δανεισμού της δεύτερης οικονομίας στον κόσμο και εξώθησε τη Λαϊκή Τράπεζα της Κίνας σε συστηματικές ενέσεις ρευστότητας. Τις τελευταίες δύο εβδομάδες έφτασαν συνολικά τα 130 δισ. δολάρια. Αναλυτές της Nomura έχουν τονίσει από την περασμένη εβδομάδα ότι οι μαζικές πωλήσεις ομολόγων της Κίνας οφείλονταν στην επιβολή αυστηρότερων ρυθμίσεων. Μόλις την περασμένη εβδομάδα το Πεκίνο ανακοίνωσε σειρά περιορισμών στον δανεισμό, αλλάζοντας το ρυθμιστικό πλαίσιο που διέπει επενδυτικά προϊόντα υψηλών αποδόσεων, τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα του σκιώδους τραπεζικού συστήματος αλλά και τις χορηγήσεις δανείων από τις κινεζικές τράπεζες προς χρηματοπιστωτικά ιδρύματα εκτός τραπεζικού τομέα. Είχαν, άλλωστε, προηγηθεί δηλώσεις Κινέζων αξιωματούχων για τους κινδύνους που εγκυμονεί η υπερχρέωση της χώρας.

Η επιβολή περιορισμών προκάλεσε άμεσα εκτίναξη των αποδόσεων των δεκαετών ομολόγων, που αναρριχήθηκαν στο 4% τέσσερις φορές μέσα στον Νοέμβριο.

Ετσι, η Λαϊκή Τράπεζα της Κίνας έσπευσε να χορηγήσει την περασμένη εβδομάδα ρευστότητα 122,4 δισ. δολαρίων στην οικονομία επί πέντε συνεχόμενες ημέρες. Αυτήν την εβδομάδα χορήγησε τη Δευτέρα και την Τρίτη άλλα 30 δισ. γουάν, ποσό αντίστοιχο των 4,5 δισ. δολαρίων. Σχολιάζοντας τις ενέσεις ρευστότητας στο δίκτυο CNBC, ο Κεν Τσέουνγκ της Mizuho Bank τόνισε ότι «η άνοδος των αποδόσεων ανησυχεί τους ιθύνοντες, γι’ αυτό και διοχετεύουν ρευστότητα για να βελτιώσουν το κλίμα στην αγορά». Ο ίδιος προεξοφλεί ότι, αν χρειαστεί, το Πεκίνο θα επαναλάβει τις ίδιες κινήσεις «για να διατηρήσει τη ρευστότητα και να ικανοποιήσει την αγορά».

Η πλειονότητα των αναλυτών, συμπεριλαμβανομένων εκείνων της Nomura, εκτιμά ότι το Πεκίνο θα τηρήσει προσεκτική στάση, καθώς προσπαθεί να συνδυάσει μια ισορροπημένη ανάπτυξη με την απομόχλευση. Οπως τονίζει το Reuters, η στάση της κεντρικής τράπεζας είναι όντως προσεκτική, καθώς μεριμνά ταυτοχρόνως για να αποτρέψει μια υπερθέρμανση της κινεζικής οικονομίας, απορροφώντας την πλεονασματική ρευστότητα. Υπολογίζει ότι η Λαϊκή Τράπεζα της Κίνας έχει απορροφήσει από την αρχή του έτους και έως τις 10 Νοεμβρίου 465 δισ. γουάν, ποσό αντίστοιχο των 70 δισ. δολαρίων. Οπως επισημαίνει σχετικό ρεπορτάζ των Financial Times, ενώ είναι προφανής η σύνδεση ανάμεσα στον περιορισμό του δανεισμού και την αγορά κινεζικών ομολόγων, δεν ισχύει το ίδιο για την υποχώρηση των αγορών μετοχών. Χθες ο δείκτης του χρηματιστηρίου της Σεντζέν έκλεισε με απώλειες 2,9%, το χρηματιστήριο της Σαγκάης με απώλειες 2,2% και ο δείκτης Hang Seng του Χονγκ Κονγκ με υποχώρηση 1%.

Ο Κεν Πενγκ, αναλυτής Ασίας-Ειρηνικού στην τράπεζα Citi, δήλωσε στο CNBC ότι στη διάρκεια του Σαββατοκύριακου υπήρξε φημολογία γύρω από ορισμένες κινεζικές μετοχές που είχαν κινηθεί υπερβολικά γρήγορα. Ο ίδιος εκτιμά ότι αυτό οφείλεται «στις περιοριστικές συνθήκες ρευστότητας στις χρηματαγορές εξαιτίας της πολιτικής της κεντρικής τράπεζας».

Ορισμένοι αναλυτές συνδέουν, πάντως, την υποχώρηση των κινεζικών χρηματιστηρίων με τη γενικότερη υποχώρηση που σημείωσαν την προηγούμενη συνεδρίαση οι αγορές της Δύσης. Σύμφωνα με το δίκτυο CNBC, πολλοί επενδυτές εκτιμούν ότι οι κίνδυνοι για την οικονομία και το χρηματοπιστωτικό σύστημα της Κίνας είναι περιορισμένοι, ακριβώς επειδή ασκεί ισχυρότατο έλεγχο το Πεκίνο.

Εξακολουθούν να υπάρχουν παράγοντες που εγκυμονούν τον κίνδυνο κρίσης, όπως το γεγονός ότι αυξήθηκε με υπερβολικά γρήγορους ρυθμούς η προσφορά χρήματος, ενώ τα συναλλαγματικά διαθέσιμα της χώρας παραμένουν στα ίδια επίπεδα.

Οπως επισημαίνει ο Βίκτορ Σιχ, καθηγητής επί θεμάτων Κίνας στο Πανεπιστήμιο UC του Σικάγου, «όταν τα συναλλαγματικά διαθέσιμα παραμένουν σταθερά, το ποσοστό τους ως προς την προσφορά χρήματος έχει μειωθεί στο 10% σήμερα από το 40% στο οποίο ανερχόταν πριν από πέντε χρόνια».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ