ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ανάλυση: Η Βουλή, τα απόρρητα και τα ιστορικά έγγραφα

ΓΙΩΡΓΟΣ Σ. ΜΠΟΥΡΔΑΡΑΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Δύο «πρωτοφανή», για τα κοινοβουλευτικά χρονικά, περιστατικά «ανακάλυψης»-εμφάνισης εγγράφων με ιδιαίτερη σημασία, χρωμάτισαν την τελευταία χρονική περίοδο με ιδιαίτερη έμφαση τα διαδραματιζόμενα στο εσωτερικό του Ναού της Δημοκρατίας.

Αμφότερα αφορούν το εξαιρετικά ευαίσθητο ζήτημα του χειρισμού ευαίσθητων εξαιτίας του χαρακτήρα και του περιεχομένου τους εγγράφων, και καταδεικνύουν ότι όχι μόνο υπάρχουν δυνατότητες ορθής διαχείρισης εκ μέρους της πολιτικής διεύθυνσης της Βουλής, αλλά –δυστυχώς- και περιθώρια παρεξηγήσιμων λαθών ή παραλείψεων.

Το πρώτο έχει σχέση με την περίπτωση των απορρήτων που έφερε στην αίθουσα της Ολομέλειας ο κ. Α. Λοβέρδος, και το δεύτερο με εκείνη των ιστορικών την ύπαρξη των οποίων αποκάλυψε με έκτακτη συνέντευξη Τύπου ο κ. Ν. Βούτσης.

Τα απόρρητα

Ως γνωστόν, ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος της ΔΗΣΥ στις 21 Νοεμβρίου και κατά την διάρκεια συζήτησης άσχετου ζητήματος στη Βουλή, δηλώνοντας ότι έχει στην κατοχή του απόρρητα έγγραφα (τηλεγράφημα πρέσβεως, και δύο αποφάσεις του ΚΥΣΕΑ, σχετικά με την πώληση πολεμικού υλικού στη Σαουδική Αραβία), τα παρέδωσε στο Προεδρείο δηλώνοντας ότι το κάνει «όχι για διανομή», αλλά για «να τεθούν στη διάθεση των τριακοσίων βουλευτών, χωρίς περαιτέρω δημοσιότητα». Υπενθύμισε, μάλιστα, ότι «από τις εξεταστικές επιτροπές υπάρχει πρακτική όπου απόρρητα έγγραφα, όπως λίστα φοροφυγάδων, ήταν σε ένα δωμάτιο της Βουλής, την αίθουσα 162, και όποιος Βουλευτής ήθελε να τα δει την επισκεπτόταν».

Τρία τα ερωτήματα: Πώς ένας βουλευτής έχει στην κατοχή του «απόρρητα» κρατικά έγγραφα, αν δεν του έχουν χορηγηθεί επισήμως; Εχει το δικαίωμα να τα φέρει στη Βουλή; Η Βουλή οφείλει να τα παραλάβει;

Παλαιότεροι δηλώνουν πως θυμούνται ότι ως βουλευτής της αντιπολίτευσης ο σημερινός υπουργός Εθνικής Αμυνας είχε φέρει στην εθνική αντιπροσωπεία τέτοιου χαρακτήρα έγγραφα, και σε αντίθεση με την «εμπιστευτικότητα» των χειρισμών Λοβέρδου, τα είχε καταθέσει στα Πρακτικά – κάτι το οποίο σήμαινε πως υπήρχε στον οποιονδήποτε δυνατότητα πρόσβασης και δημοσιοποίησης. Το ζήτημα της διαρροής κρατικών απορρήτων είναι μείζον ασφαλώς, για προφανείς λόγους. Το πώς έφθασαν στα χέρια του βουλευτή είναι ζήτημα προς διερεύνηση.

Ο βουλευτής, βάσει ερμηνείας και του προσφάτως ψηφισθέντος Κώδικα Δεοντολογίας, φαίνεται ότι υπό προϋποθέσεις μπορεί να τα φέρει στη Βουλή, στο πλαίσιο της διαδικασίας Κοινοβουλευτικού Ελέγχου. («Στην περίπτωση που βουλευτής γνωστοποιεί, με οποιονδήποτε τρόπο, προς τρίτους πληροφορίες ή εμπιστευτικά έγγραφα, λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψιν η αιτιολόγηση της απόφασής του, σε συνδυασμό με τις αρχές διαφάνειας και της προστασίας του δημοσίου συμφέροντος. Η ρύθμιση δεν παρακωλύει την άσκηση του κοινοβουλευτικού ελέγχου», άρθρο 5 § 2-3). Ο κ. Λοβέρδος τα παρουσίασε σε άσχετη διαδικασία. Στην προκείμενη περίπτωση, κρίνεται ως απολύτως ορθός ο χειρισμός του προεδρεύοντος εκείνη την ώρα της συνεδρίασης Νικ. Κακλαμάνη.

Ο εκ των Αντιπροέδρων της Βουλής αρνήθηκε ουσιαστικά να τα παραλάβει ως έγγραφα κοινοβουλευτικής χρήσης υπογράφοντάς τα προς επικύρωσή τους ως τέτοια, και τα παρέπεμψε στις υπηρεσίες: «Όπως ξέρετε, κύριε Λοβέρδο, η διαδικασία αυτή δεν προβλέπεται, να παραλαμβάνει ο Προεδρεύων απόρρητα έγγραφα», είπε ο κ. Κακλαμάνης και πρόσθεσε: «Αυτά κανονικά έπρεπε να τα έχετε καταθέσει, κατ’ αρχάς, αν αφορούν κοινοβουλευτικό έλεγχο, στη Διεύθυνση Κοινοβουλευτικού Ελέγχου. Μετά αυτό που είπατε για το γραφείο 162. Κατ’ εξαίρεση, δεν τα παραλαμβάνω. Τα παραπέμπω κατευθείαν εκεί εγώ. Δεν τα μονογράφω. Σας το λέω για να είμαστε ξεκάθαροι. Επομένως, να έρθει η Γενική Διευθύντρια της Νομοθετικής με έναν φάκελο για να τα βάλω μέσα και να τον κλείσω ενώπιον των συναδέλφων».

Σημείωση: Τα έγγραφα που τοποθετούνται στην προαναφερθείσα αίθουσα, είναι υλικό που έχει επισήμως σταλεί στη Βουλή, κατόπιν σχετικού αιτήματος ή με πρωτοβουλία του αποστολέα.

Τα Ιστορικά

Σε αντίθεση με ό,τι συνέβη στην υπόθεση των απορρήτων, όπως όπως φάνηκε τηρήθηκαν ευλαβικά οι προβλεπόμενες διαδικασίες, καταγράφηκαν άλλοι χειρισμοί με την ανακάλυψη εγγράφων σε χώρο της Βουλής. και την επιλεκτική παρουσίασή τους.

Στις 14 Νοεμβρίου γνωστοποιήθηκε ότι την επομένη ο Πρόεδρος της Βουλής θα προβεί σε έκτακτες ανακοινώσεις. Πράγματι, σε εκδήλωση στην αίθουσα της Γερουσίας ο κ. Βούτσης μπροστά σε ακροατήριο που συναποτελούσαν δημοσιογράφοι (καθώς είχε δηλωθεί ότι θα γίνει συνέντευξη Τύπου), βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ και υπηρεσιακοί παράγοντες της Βουλής, δήλωνε συνοπτικά ότι: Ανακαλύφθηκε τυχαία δωμάτιο επί δεκαετίες μη προσβάσιμο –εξαιτίας του γεγονότος ότι την ύπαρξη του οποίου πολλοί αγνοούσαν!- στο εσωτερικό του οποίου βρέθηκαν 172 κούτες με 1180 φακέλους. Τα σπάνια αρχεία «αφορούν μια μεγάλη χρονική περίοδο που περιλαμβάνει σημαντικά ιστορικά γεγονότα από τα τέλη του 19ου αιώνα μέχρι τη Μεταπολίτευση».

Το πρώτο «παράξενο» αναφορικά με αυτή την περίπτωση έχει σχέση με το γεγονός ότι η δημοσιοποίηση της ανακάλυψης έγινε –κατά δήλωση του κ. Βούτση- όχι αμέσως, αλλά αφού πέρασαν τουλάχιστον οκτώ μήνες. Της παραδοχής αυτής της καθυστέρησης ακολούθησε εύλογη αναζήτηση απάντησης στη δεύτερη απορία: Είχαν ενημερωθεί, τουλάχιστον, τα κόμματα; Η απάντηση στη σχετική έρευνα ήταν αρνητική.

Τρία τα ερωτήματα: Γιατί δεν γνωστοποιήθηκε αμέσως το παράξενο γεγονός, της εύρεσης δηλαδή «κρυφού» δωματίου, δίπλα μάλιστα στα θεωρεία της αίθουσας Γερουσίας, αλλά αντιθέτως αυτό έγινε μετά από πολλούς μήνες; Γιατί δεν δημοσιοποιήθηκε άμεσα η ανακάλυψη των αρχείων, ή έστω η γνωστοποίηση του γεγονότος στα πολιτικά κόμματα; Ποιές δικλείδες ασφαλείας τέθηκαν ευθύς εξαρχής, προκειμένου να διασφαλιστούν συνθήκες αδιάβλητου, διαφανούς και ορθού τρόπου διαχείρισης και αξιοποίησης του ιστορικού υλικού;

Ερωτήματα εύλογα, καθώς ανεξαρτήτως του σε ποιων τα χέρια τύχει να βρεθούν 1180 φάκελοι με έγγραφα, αν δεν τηρηθούν κανόνες διαφάνειας, τα περιθώρια απωλειών ή και για επικοινωνιακούς λόγους επικοινωνιακής αξιοποίησης – επιλεκτικών διαρροών εγγράφων, είναι πολλά.

Τα όσα, μάλλον γενικόλογα, είπε ο κ. Βούτσης όταν του ετέθη το ζήτημα, φάνηκε να επιβεβαιώνουν το εύλογο των ερωτημάτων. Εκτός των άλλων διαφάνηκε ότι πράγματι δεν ενημερώθηκαν τα πολιτικά κόμματα, και πως δεν ακολουθήθηκαν οι αντικειμενικές διαδικασίες διαφάνειας που είχαν υιοθετηθεί με την περίπτωση των εγγράφων του Φακέλου της Κύπρου.

Ως προς τις δικλείδες ασφαλείας για την ορθή αξιοποίηση του ιστορικού υλικού, ο Πρόεδρος της Βουλής περιορίστηκε να πει –με διακριτική ενόχληση στον τόνο της φωνής του- πως είναι «ο Κανονισμός, είναι ο θεσμικός ρόλος, είναι η συνείδησή μας, είναι ο όρκος που δίνουμε όταν μπαίνουμε εδώ μέσα. Τελεία και παύλα».

Online

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ