ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Πρωταγωνιστικός ο ρόλος του κλάδου τροφίμων στην ελληνική μεταποίηση

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Σύμφωνα με στοιχεία του Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ), η εγχώρια βιομηχανία τροφίμων καλύπτει το ένα τέταρτο –25%– του συνόλου των επιχειρήσεων της ελληνικής μεταποίησης, γεγονός που την κατατάσσει πρώτη ανάμεσα στους κλάδους της μεταποίησης. Ακολουθούν τα μεταλλικά προϊόντα που αποτελούν περίπου το 13% της εγχώριας μεταποίησης και τα είδη ένδυσης με 12%. Ταυτόχρονα, η βιομηχανία τροφίμων συνιστά και τον μεγαλύτερο εργοδότη της εγχώριας μεταποίησης, αφού σε αυτήν απασχολείται το 28% του συνόλου των απασχολουμένων, έναντι 9% στα μεταλλικά προϊόντα και 6% στα είδη ένδυσης. Η παρουσία του τομέα είναι επίσης θεμελιώδους σημασίας με καθαρά οικονομικούς όρους, αφού βρίσκεται ανάμεσα στους πρώτους κλάδους της μεταποίησης, με την αξία παραγωγής να αγγίζει το 20% και την ακαθάριστη προστιθέμενη αξία να ξεπερνά το 26%.

Τα τρόφιμα καταλαμβάνουν τη δεύτερη θέση με βάση τον κύκλο εργασιών, με σχεδόν 22%, ενώ στην πρώτη θέση με 33% βρίσκονται τα πετρελαιοειδή και προϊόντα διύλισης. Οι μικρού μεγέθους εταιρείες κυριαρχούν. Τόσο το 95% των τροφίμων όσο και  το 87% των ποτών αφορούν πολύ μικρές επιχειρήσεις, δηλ. εκείνες που ο αριθμός των εργαζομένων τους δεν ξεπερνά τα 9 άτομα. Σε όρους κύκλου εργασιών από την άλλη πλευρά, τα υψηλότερα ποσοστά, στα τρόφιμα (36%) και πολύ περισσότερο στα ποτά (57%), καταγράφονται στις πολύ μεγάλες επιχειρήσεις, δηλ. σε εκείνες στις οποίες ο αριθμός των εργαζομένων τους ξεπερνά τα 250 άτομα. Στα τρόφιμα, σημαντικό μερίδιο στον κύκλο εργασιών συγκεντρώνουν και οι πολύ μικρές επιχειρήσεις (18,2%), γεγονός που ερμηνεύεται από τη μεγάλη συγκέντρωση και τον υψηλό αριθμό των πολύ μικρών επιχειρήσεων (έως 9 άτομα), οι οποίες φθάνουν σχεδόν τις 13.000.

Στα ποτά, ωστόσο, το αντίστοιχο ποσοστό είναι μόλις 7,8%, λόγω του σχετικά μικρού αριθμού πολύ μικρών επιχειρήσεων (μόλις 661). Ως προς την αξία παραγωγής και την ακαθάριστη προστιθέμενη αξία στα τρόφιμα, το υψηλότερο μερίδιο εντοπίζεται, όπως άλλωστε είναι αναμενόμενο, στις πολύ μεγάλες επιχειρήσεις (στην περιοχή του 36%), ενώ ακολουθούν οι μεγάλες επιχειρήσεις (33% και 32% αντίστοιχα), δηλαδή οι επιχειρήσεις με αριθμό εργαζομένων από 50 έως 249 άτομα. Στα ποτά, οι πολύ μεγάλες επιχειρήσεις συγκεντρώνουν 57% και 53% σε όρους αξίας παραγωγής και την ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας αντίστοιχα. Στον αριθμό των εργαζομένων, στα τρόφιμα το μεγαλύτερο ποσοστό κατανέμεται στις πολύ μικρές επιχειρήσεις (32%), ενώ ακολουθούν οι πολύ μεγάλες επιχειρήσεις (29%) και οι μεγάλες με 27%. Στα ποτά, μεγάλο ποσοστό των εργαζομένων του κλάδου (41%) απασχολούνται στις πολύ μεγάλες επιχειρήσεις, ενώ ένα 28% στις μεγάλες. Αξίζει να σημειωθεί ότι η συνολική κατά κεφαλήν κατανάλωση τροφίμων και μη αλκοολούχων ποτών το 2015 παρέμεινε σταθερή στις 2.000 ευρώ, ενώ το 2010 βρισκόταν στις 2.500 ευρώ, σημειώνοντας πτώση της τάξης του 20% σωρευτικά από το 2010 έως το 2015.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ