ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

«Ξένη βοήθεια» για τη διάσωση της Alumil

ΗΛΙΑΣ ΜΠΕΛΛΟΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Δέκα χρόνια μετά την απαγωγή του από τη συμμορία Παλαιοκώστα, ο Γιώργος Μυλωνάς φιλοδοξεί να απελευθερώσει και την Alumil από μη εξυπηρετούμενα ομολογιακά δάνεια ύψους 154 εκατ.ευρώ. Η βιομηχανία ολοκληρωμένων συστημάτων αλουμινίου, μια από τις μεγαλύτερες στη Νοτιοανατολική Ευρώπη, βρίσκεται σε διαπραγματεύσεις με τις πέντε πιστώτριες τράπεζες για την αναδιάρθρωση των υποχρεώσεών της από το 2015. Εχοντας χάσει περίπου το ένα τρίτο του τζίρου της τα τελευταία χρόνια, επιχειρεί τώρα με έμφαση στη διεθνή δραστηριότητα να ανακτήσει το χαμένο έδαφος ώστε να εξυπηρετεί ομαλά τον δανεισμό και να αναπτύξει τον όμιλο. Και τα πρώτα στοιχεία από το εξωτερικό είναι ενθαρρυντικά.

Ομως η κατ’ αρχήν συμφωνία με τις τράπεζες που επετεύχθη πέρυσι και το σχετικό μνημόνιο που υπογράφηκε φέτος τον Φεβρουάριο δεν έφεραν ακόμα αποτέλεσμα, καθώς ορισμένοι από τους πιστωτές ζήτησαν επικαιροποιημένο επιχειρηματικό σχέδιο και στοιχεία δραστηριότητας, με συνέπεια η όλη διαδικασία να έχει καθυστερήσει σημαντικά. Τώρα η Ernst & Young έχει αναλάβει να συντάξει σχετική έκθεση με βάση την οποία θα προχωρήσει η αναδιάρθρωση του δανεισμού. «Στόχος μας είναι σε δύο χρόνια ο κύκλος εργασιών να έχει αυξηθεί από τα 202 εκατ. το 2016 σε επίπεδα άνω των 250 εκατ. το 2020 και τα λειτουργικά κέρδη EBITDA να ανεβούν στα 20 εκατ. ώστε να εξυπηρετούνται οι χρηματοδοτήσεις αλλά και να αναπτύσσεται η εταιρεία», αναφέρουν στην «Κ» κορυφαίοι κύκλοι της διοίκησης της εισηγμένης.

Η Alumil στο απόγειο της δραστηριότητάς της πραγματοποιούσε τζίρο της τάξης των 300 εκατ. ευρώ. Η διοίκησή της εκτιμά πως η κρίση τής κόστισε περί τα 160 εκατ. πωλήσεις στην Ελλάδα. Ομως ένα μεγάλο μέρος αυτών των απωλειών έχει αρχίσει να ανακτάται από τις διεθνείς αγορές, στις οποίες ο όμιλος Γ. Μυλωνά έχει επεκταθεί με ένα εκτεταμένο δίκτυο θυγατρικών. Αν και τα Βαλκάνια και η Ανατολική Ευρώπη εμφανίζουν επίσης σημαντική επιβράδυνση, οι πωλήσεις στις χώρες του Περσικού Κόλπου αυξάνονται και αγγίζουν πλέον τα 30 εκατ. ευρώ. Στις ΗΠΑ οι πωλήσεις διπλασιάστηκαν από τα 9 στα 18 εκατ. και στην Ινδία έχουν δεκαπλασιαστεί, από τις 500.000 στα 5 εκατ.

Το 2017 εκτιμάται πως θα κλείσει με άνοδο του κύκλου εργασιών στο επίπεδο των 210 εκατ. από 202 εκατ. πέρυσι. Στο πρώτο εξάμηνο σημειώθηκε αύξηση πωλήσεων 6,1% στα 105,7 εκατ. ευρώ, αλλά τα κέρδη προ φόρων, τόκων και αποσβέσεων (EBITDA) του ομίλου υποχώρησαν στα 6,3 εκατ. από 7,9 εκατ. το αντίστοιχο εξάμηνο του 2016. Το καθαρό αποτέλεσμα ήταν ζημία 955.000 έναντι κερδών 779.000. Η Alumil αποδίδει την επιβαρυμένη εικόνα αυτή των αποτελεσμάτων στην αύξηση των εξόδων διάθεσης, λόγω της εμπορικής πολιτικής που εφάρμοσε για την προώθηση νέων προϊόντων και την αύξηση των πωλήσεων σε υπάρχουσες και νέες αγορές. Και τα στοιχεία από την Ελλάδα παραμένουν μη ενθαρρυντικά, καθώς οι πωλήσεις παραμένουν στο χαμηλό σημείο του μακροχρόνιου κύκλου. Είναι άλλωστε αυτή η βαθιά εγχώρια ύφεση που έχει πιέσει τον όμιλο του Γ. Μυλωνά. Μέχρι το 2014 η Alumil είχε κλείσει τις μονάδες παραγωγής της στην Ξάνθη και την Κομοτηνή και είχε αρχίσει να ενισχύει την παραγωγή της με επενδύσεις στο εξωτερικό με μεγάλο κόστος. Επίσης, ξόδεψε σημαντικά ποσά επενδύοντας σε ξένες αγορές (Αμερική, Αφρική, Αυστραλία, Ινδία, Δυτική Ευρώπη, Μέση Ανατολή, πρώην Σοβιετικές Δημοκρατίες).

«Συνεχίζουμε να εφαρμόζουμε το business plan που παρουσιάσαμε στις τράπεζες το 2015 και να επενδύουμε στην προώθηση των εξαγωγών, και εκτιμούμε πως οι καρποί αυτών των επενδύσεων θα ενισχύσουν σημαντικά τα αποτελέσματα στα επόμενα λίγα χρόνια επιτρέποντας και τη βιώσιμη ανάπτυξη της εταιρείας και την εξυπηρέτηση των αποχρώσεών της», εξηγούν από την Alumil. Η εισηγμένη στα τέλη του πρώτου εξαμήνου είχε ταμειακά διαθέσιμα της τάξης των 14 εκατ.

Οι τράπεζες περιμένουν τώρα να δουν κατά πόσον οι στόχοι που έχει θέσει η διοίκηση είναι επιτεύξιμοι. Και αυτό θα προκύψει από το IBR της Ernst & Young. Αυτό όμως ενδέχεται να χρειαστεί υπομονή, καθώς η αποτύπωση όλων των δεδομένων από το ευρύ δίκτυο θυγατρικών του εξωτερικού και η εξαγωγή συμπερασμάτων εκτιμάται πως ενδέχεται να ολοκληρωθούν σε διάστημα όχι μικρότερο των τεσσάρων με πέντε μηνών από σήμερα.

Ετσι, μέχρι τον Μάρτιο του 2018 η Alumil θα λειτουργεί με μετάθεση της λήξης των ομολογιακών δανείων (waiver) από τις ομολογιούχους τράπεζες. Λίγο αργότερα, πιθανόν εντός του δευτέρου τριμήνου, να έχουν προσκομιστεί όλα τα πρόσθετα απαιτούμενα στοιχεία και νε έχει γίνει η ανάλυσή τους από μέρους των ομολογιούχων, έτσι ώστε να ολοκληρωθεί η διαδικασία νέας έγκρισης του Indicative Term Sheet και η υπογραφή των συμβάσεων αναχρηματοδότησης του συνόλου των ομολογιακών δανείων.

Εφόσον αυτό επιτευχθεί, ο Γιώργος Μυλωνάς θα μπορέσει να γιορτάσει στις αρχές Ιουνίου, δέκα χρόνια μετά την περιπέτεια της απαγωγής του, και την έναρξη ενός νέου κεφαλαίου στην ιστορία της βιομηχανίας που ίδρυσε, μεγέθυνε και επιχειρεί τώρα να εξυγιάνει.

Πυλώνας των εξαγωγών, η βιομηχανία αλουμινίου

Ο κλάδος του αλουμινίου, παραγωγής και διέλασης, με εξαγωγές πάνω από 800 εκατ. ευρώ στο πρώτο εξάμηνο του 2017, είναι ο δεύτερος πιο εξαγωγικός κλάδος της ελληνικής οικονομίας, μετά τα πετρελαιοειδή, και ο δεύτερος με το υψηλότερο εμπορικό πλεόνασμα (περίπου 315 εκατ.). Εκτιμάται πως ολόκληρο το έτος οι εξαγωγές θα υπερβούν το 1,5 δισ. από 1,4 δισ. το 2016. Η εξωστρέφεια αυτή έχει ενισχυθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια καθώς οι μεγάλες επιχειρήσεις του τομέα στράφηκαν ολοένα και περισσότερο στις διεθνείς αγορές όταν κατέρρευσε η εγχώρια αγορά των κατασκευών. «Οσοι βγήκαν με επιτυχία εκτός συνόρων επιβιώσαν και μεγάλωσαν, σε αντίθεση με όσους παρέμεναν εστιασμένοι στην Ελλάδα είτε γιατί δεν μπόρεσαν να βρουν τις απαραίτητες χρηματοδοτήσεις για να εξάγουν είτε για λόγους κακής στρατηγικής», εξηγεί Ελληνας επιχειρηματίας με σημαντική δραστηριότητα στη Ρωσία και την Ευρώπη. Η επιβολή των capital controls το 2015 δημιούργησε περαιτέρω προκλήσεις για τη διεύρυνση της εξωστρέφειας των ομίλων του τομέα.

Σήμερα, σχεδόν τα δύο τρίτα των πωλήσεων προϊόντων διέλασης αλουμίνιου, σε όρους όγκου, πραγματοποιούνται πλέον στο εξωτερικό. Η τάση αυτή είναι ανοδική, σε αντίθεση με την εγχώρια αγορά, που παρά κάποιες θετικές διακυμάνσεις εμφανίζεται μακροπρόθεσμα σταθερά πιεσμένη. Στο εννεάμηνο του 2017 καταγράφεται αύξηση του όγκου εξαγωγών περίπου κατά 5% σε σχέση με το εννεάμηνο του 2016, ενώ η αύξηση σε σχέση με το 9μηνο του 2015 ξεπερνά το 20%, πάντα σε επίπεδο ποσοτήτων. Το ειδικό προφίλ είναι πάντα η σημαντικότερη αγορά των εξαγωγών απορροφώντας σταθερά το 61% των ποσοτήτων, ακολουθούμενη από τα αρχιτεκτονικά συστήματα που απορροφούν το 36%. Υπολογίζεται από την Ελληνική Ενωση Αλουμινίου (ΕΕΑ) πως με τον αλουμίνιο στην Ελλάδα ασχολούνται περί τις 6.000 μικρές και μεγάλες επιχειρήσεις.

Γιατί η Ελλάδα εμφανίζει τέτοια δυναμική στο αλουμίνιο; Εξαιτίας της ύπαρξης πλούσιων κοιτασμάτων βωξίτη στη χώρα, που την κατατάσσουν διεθνώς ανάμεσα στις πρώτες περιοχές σε αποθέματα βωξίτη. Οπως σημειώνει η ΕΕΑ, «ο θεμέλιος λίθος για τον πλήρως καθετοποιημένο κλάδο του αλουμινίου μπήκε με την κατασκευή του εργοστασίου παραγωγής πρωτόχυτου αλουμινίου της εταιρείας Αλουμίνιον της Ελλάδος. Η παραγωγική δραστηριότητα ξεκίνησε το 1966 και έδωσε το έναυσμα για τη δημιουργία βιομηχανικών μονάδων μεταποίησης, που τότε ήταν ελάχιστες, με χαμηλό επίπεδο δυναμικότητας και χρησιμοποιούσαν εισαγόμενη πρώτη ύλη». Ο κλάδος της πρώτης μεταποίησης αλουμινίου –δηλαδή μονάδες έλασης, διέλασης, καλωδίων και χυτηρίων– ουσιαστικά άρχισε να αναπτύσσεται από τις αρχές της δεκαετίας του 1970. Οι επενδύσεις τα επόμενα χρόνια στους δύο σημαντικότερους υποκλάδους, αυτούς της έλασης για την παραγωγή φύλλων αλουμινίου και της διέλασης για την παραγωγή προφίλ αλουμινίου, καθώς και η ανάπτυξη πολλών μικρότερων μονάδων για την παραγωγή τελικών προϊόντων, δημιούργησαν μια ανταγωνιστική σε διεθνές επίπεδο εικόνα του ελληνικού κλάδου αλουμινίου.

Αλλά ο κλάδος είναι ευάλωτος σε παραμέτρους όπως οι συναλλαγματικές διακυμάνσεις στις διεθνείς τιμές των πρώτων υλών και το κόστος της ενέργειας η οποία απαιτείται για τη μετατροπή της αλουμίνας σε αλουμίνιο.

Κατά 45% μειώθηκε η παραγωγή προφίλ αλουμινίου στη διάρκεια της ύφεσης

Στην κορύφωση της ύφεσης της ελληνικής οικονομίας, η διέλαση αλουμινίου, δηλαδή η παραγωγή επιμήκων προϊόντων αλουμινίου (προφίλ) ύστερα από τη βιομηχανική επεξεργασία των κολωνών, υποχώρησε περισσότερο από 45%.

Το μέγεθος της εγχώριας αγοράς διέλασης το διάστημα 2010-2014 παρουσίασε αρνητικό μέσο ετήσιο ρυθμό μεταβολής της τάξης του -11,1%, εξηγούν οι οικονομολόγοι Αδάμ Ρεγκούζας και Παναγιώτα Κόκκα, συντάκτες της μελέτης «Αλουμίνιο: Ελαση-Διέλαση», την οποία εκπόνησε η ΣΤΟΧΑΣΙΣ Σύμβουλοι Επιχειρήσεων Α.Ε.

Η πίεση αυτή κατά την πρώτη πενταετία της κρίσης οδήγησε τα κέρδη προ φόρων, τόκων και αποσβέσεων του κλάδου (ΕΒΙΤDA) της διέλασης σε αλλεπάλληλη ετήσια συρρίκνωση. Και κάπου εκεί ξεκίνησε το πρόβλημα με τις τράπεζες: «Οι τιμές του δείκτη κάλυψης των χρηματοοικονομικών δαπανών που είχαν διαμορφωθεί στα τέλη του 2014 αναδεικνύουν την οριακή θέση στην οποία είχαν περιέλθει οι επιχειρήσεις του κλάδου, με αποτέλεσμα να είναι ευπρόσβλητες σε πιθανές μεταβολές του οικονομικού περιβάλλοντος στο οποίο δραστηριοποιούνται», επισημαίνει η μελέτη της ΣΤΟΧΑΣΙΣ.

Είναι εκείνο το διάστημα που σημαδεύτηκε και από κλεισίματα εργοστασίων όπως οι δύο μονάδες της Alumil στην Ξάνθη και την Κομοτηνή.

Επιπλέον, «ο ευρύτερος κλάδος του αλουμινίου είναι εντάσεως κεφαλαίου, κατ’ εξοχήν ενεργοβόρος, χαρακτηρίζεται από επενδύσεις σε τεχνολογικό εξοπλισμό και συγκαταλέγεται στη βαριά βιομηχανία. Το υψηλό κόστος ενέργειας, σε συνδυασμό με την περιορισμένη χρηματοδότηση στην εγχώρια αγορά, διαμορφώνει σε σημαντικό βαθμό την οικονομική κατάσταση στον κλάδο», επισημαίνει ο Αδ. Ρεγκούζας. Στο πλαίσιο αυτό, συμπληρώνει η Π. Κόκκα, οι επιχειρήσεις αλουμινίου προσπαθούν να εξισορροπήσουν έως ένα βαθμό τη μείωση της εγχώριας ζήτησης που προέρχεται κυρίως από τη μεγάλη πτώση της οικοδομικής και γενικότερα κατασκευαστικής δραστηριότητας, ενισχύοντας την εξωστρέφειά τους, εξάγοντας σε περισσότερες από 70 χώρες και προσβλέποντας κυρίως στις αναπτυγμένες αγορές της Δυτικής Ευρώπης, με βασικό πλεονέκτημα την υψηλή ποιότητα των προϊόντων τους.

Σε αντίθεση με τη διέλαση πάντως, το μέγεθος της εγχώριας αγοράς έλασης (παραγωγή πλατιών προϊόντων όπως φύλλα αλουμινίου έπειτα από βιομηχανική επεξεργασία πλακών αλουμινίου) παρουσίασε θετικό μέσο ετήσιο ρυθμό μεταβολής την πενταετία 2010-2014 και μάλιστα της τάξης του 20%, πριν σταθεροποιηθεί εξαιτίας και των συνθηκών στις διεθνείς αγορές.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ