ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αποψη: Περί conditionality...

ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ*

Στη διαπραγμάτευση για το πλαίσιο πολιτικών μετά το καλοκαίρι του 2018, πέρα από την ανάγκη διατήρησης συγκεκριμένων πρωτογενών πλεονασμάτων, θα κυριαρχήσει η συζήτηση για τη συνέχιση και εμβάθυνση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Α​​πό την αρχή των μνημονίων το 2010, μία λέξη αποτέλεσε κεντρικό σημείο αναφοράς: conditionality, στα ελληνικά «αιρεσιμότητα». Με άλλα λόγια, οι δανειακές συμβάσεις που υπογράψαμε με τους Ευρωπαίους εταίρους μας και με το ΔΝΤ βασίζονταν σε μία συγκεκριμένη λογική: χρήματα για τη χώρα ώστε να μην πτωχεύσει και να μπορεί να καλύπτει τις σημερινές της ανάγκες αλλά και να αποπληρώνει τόκους και δάνεια του παρελθόντος, υπό τον όρο να υλοποιούνται συγκεκριμένες και συμφωνημένες δημοσιονομικές και διαρθρωτικές πολιτικές.

Ολο το πολιτικό δράμα της τελευταίας οκταετίας εκτυλίχθηκε γύρω από το πώς ακριβώς θα συγκεκριμενοποιηθεί στην πράξη αυτή η «αιρεσιμότητα» των μνημονίων. Στο δημοσιονομικό μείγμα, τα «προσωρινά» ή «μόνιμης απόδοσης» μέτρα, στην αναγκαιότητα και χρόνο υλοποίησης διαρθρωτικών μέτρων, τους βαθμούς ελευθερίας ή τη συγκεκριμενοποίηση των νομοθετικών πρωτοβουλιών που έπρεπε να αναλάβει η εκάστοτε κυβέρνηση. Στη διαδικασία αυτή, από την ελληνική πλευρά δόθηκαν πολλές μάχες οπισθοφυλακής από άγνοια ή με βλέμμα στο εγχώριο πολιτικό ακροατήριο, οι οποίες καθυστέρησαν την εφαρμογή του προγράμματος. Από δε την πλευρά των πιστωτών, κυριάρχησαν συχνά οι εσφαλμένες εκτιμήσεις, οι εμμονές και η καχυποψία.

Καθώς φτάνουμε στο τέλος του τρίτου μνημονίου και έχει ήδη αρχίσει η συζήτηση για την επόμενη μέρα, είναι καιρός να διαμορφώσουμε άποψη για το τι θα σημαίνει «αιρεσιμότητα» από εδώ και πέρα. Κατ’ αρχάς είναι προφανές πως «αιρεσιμότητα» θα υπάρχει, όποιο και να είναι το συγκεκριμένο περιτύλιγμα των αποφάσεων που θα παρθούν, όπως και να μετονομάσουμε το σημερινό μνημόνιο. Και αυτό για δύο λόγους. Ο πρώτος έχει να κάνει με το νέο πλαίσιο δημοσιονομικής εποπτείας που ισχύει για όλες τις χώρες που πέρασαν από καθεστώς μνημονίων, ο οποίος περιλαμβάνει στενή εποπτεία (άρα «αιρεσιμότητα») έως ότου αποπληρωθεί το 75% των δανείων. Ο δε δεύτερος έχει να κάνει με τις ιδιαιτερότητες της χώρας μας: οι όποιες παρεμβάσεις για την ελάφρυνση του χρέους αποφασιστούν για την Ελλάδα θα είναι σταδιακές, σε βάθος χρόνου και υπό τον όρο υλοποίησης συγκεκριμένων πολιτικών.

Στη διαπραγμάτευση για το πλαίσιο πολιτικών μετά το καλοκαίρι του 2018, πέρα από την ανάγκη διατήρησης συγκεκριμένων πρωτογενών πλεονασμάτων, θα κυριαρχήσει η συζήτηση για τη συνέχιση και εμβάθυνση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων. Και σε αυτές, καλό θα ήταν η Ελλάδα να προσέλθει μία φορά με τις δικές της προτάσεις «αιρεσιμότητας» και όχι απλώς αποδεχόμενη το «κουστούμι» που έχουν ετοιμάσει άλλοι για εμάς. Κλειδί εδώ είναι να περάσουμε από την αιρεσιμότητα γύρω από πρωτοβουλίες και νομοθετήματα σε αυτήν που βασίζεται σε αποτελέσματα. Οδηγός γι’ αυτό μπορεί να είναι οι διάφοροι διεθνείς συγκριτικοί δείκτες που εκπονούνται για να μετρήσουν την ανταγωνιστικότητα αλλά και την κοινωνική δικαιοσύνη ή την ποιότητα διακυβέρνησης σε διαφορετικές χώρες.

Ας πάρουμε, για παράδειγμα, την πρόσφατη έκδοση για την κοινωνική δικαιοσύνη στην Ευρώπη (Social Justice in the EU – Index Report 2017, BartelsmannStiftung). Η Ελλάδα κατατάσσεται 28η στην Ε.Ε. των «28» με βάση 50 περίπου δείκτες σε πέντε θεματικές ενότητες (πρόληψη φτώχειας, εκπαίδευση, πρόσβαση στην αγορά εργασίας, κοινωνική συνοχή και έλλειψη διακρίσεων, υγεία, διαγενεακή δικαιοσύνη). Τι καλύτερος τρόπος για να κριθεί η αποτελεσματικότητα μεταρρυθμίσεων από την υιοθέτηση αιρεσιμότητας με βάση τη βελτίωση σε κάποιους τουλάχιστον από αυτούς τους δείκτες, είτε σε απόλυτα νούμερα είτε σε σύγκριση με άλλες χώρες;

Αντίστοιχα με άλλους δείκτες όπως αυτοί της ανταγωνιστικότητας από την Παγκόσμια Τράπεζα ή το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ όπου η Ελλάδα έπεσε άλλη μία θέση στην τελευταία έκθεση και πλέον κατατάσσεται 87η μεταξύ 137 χωρών. Το ίδιο και με τους δείκτες διακυβέρνησης που δημοσιεύει η Παγκόσμια Τράπεζα (World Governance Indicators), όπου η Ελλάδα τα τελευταία 10 χρόνια έχει υποχωρήσει σε κάθε μία από τις θεματικές περιοχές που μετρώνται (διαφάνεια και λογοδοσία, πολιτική σταθερότητα, αποτελεσματικότητα διακυβέρνησης, ποιότητα ρυθμιστικού πλαισίου, κανόνες δικαίου, έλεγχος διαφθοράς).

Ας μη βιαστούν ορισμένοι να αποκαλέσουν μία παρόμοια προσέγγιση «τεχνοκρατική». Αντιθέτως, είναι βαθύτατα πολιτική. Στοχεύει στον έλεγχο της εκάστοτε εξουσίας με βάση αποτελέσματα πολιτικών, και όχι ευγενείς προθέσεις, νομοθετήματα ή δαπάνες. Και για κάθε κόμμα που διεκδικεί σοβαρά να κυβερνήσει, αυτή η προσέγγιση θα έπρεπε να είναι η βάση του κοινωνικού συμβολαίου που υπόσχεται στους πολίτες – και μάλιστα πέρα από τις διαπραγματεύσεις για τη μελλοντική «αιρεσιμότητα» με τους πιστωτές. Για να μπορέσουμε κάποια στιγμή, επιτέλους, να συγκεκριμενοποιήσουμε εκείνο το περίφημο «αναπτυξιακό σχέδιο» για το οποίο μιλάμε όλα αυτά τα χρόνια.

* Ο κ. Γιώργος Παπακωνσταντίνου είναι πρώην υπουργός και συγγραφέας του βιβλίου «Game Over - Η Αλήθεια για την Κρίση» (εκδόσεις Παπαδόπουλος).

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ