ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Σκιές στο success story μείωσης της ανεργίας

ΘΑΝΟΣ ΤΣΙΡΟΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Στους 10 οι τέσσερις έχουν απασχόληση και οι έξι έχουν προσχωρήσει στις τάξεις είτε των ανέργων, είτε των σπουδαστών είτε των συνταξιούχων. Στους 10 ανέργους, οι επτά έχουν μείνει εκτός αγοράς εργασίας για χρονικό διάστημα άνω του ενός έτους. Στους 100 νέους που βρίσκουν δουλειά, οι 27 είναι 4ωροι με μισθούς πείνας. Αλλη χώρα με τόσο μεγάλο ποσοστό των νέων της να δηλώνει ότι δεν εργάζεται, ούτε εκπαιδεύεται, ούτε απασχολείται, δεν υπάρχει.

Είναι στατιστικά ευρήματα τα οποία αποδεικνύουν ότι το success story που καλλιεργεί η κυβέρνηση, προβάλλοντας τη μείωση του δείκτη της ανεργίας έχει όχι έναν, αλλά πολλούς... δράκους. Είναι στατιστικά ευρήματα με βάση τα οποία το ανεξάρτητο γερμανικό ινστιτούτο Bertelsmann Stiftung μας κατέταξε στην πρόσφατη έκθεσή του στην τελευταία θέση των χωρών βάσει κοινωνικής δικαιοσύνης. Και είναι στατιστικά ευρήματα τα οποία αποδεικνύουν ότι το να στηρίξει η κυβέρνηση το επιτυχές κλείσιμο του προϋπολογισμού του 2018 στην προσδοκία για περαιτέρω μείωση της ανεργίας κατά την επόμενη χρονιά, είναι πρόβλεψη αυξημένου ρίσκου, καθώς αυτό που μετράει δεν είναι μόνο ο αριθμός των νέων θέσεων εργασίας αλλά και τα ποιοτικά χαρακτηριστικά τους.

Αρνητική πρωτιά

Η Ελλάδα έχει τον 3ο υψηλότερο δείκτη στην Ευρώπη όσον αφορά το ποσοστό των νέων ηλικίας 20 έως 24 ετών, οι οποίοι ούτε εργάζονται, ούτε εκπαιδεύονται, ούτε απασχολούνται (ΝΕΕΤs –Not Employed, Educated or Trained). To σχετικό ποσοστό διαμορφώνεται στο 23%. Οι μοναδικές χώρες που ξεπερνά την Ελλάδα είναι η Ιταλία με 29,1% και η Ρουμανία με 23,6%. Αν πάλι «ανοίξει» το ηλικιακό εύρος από τα 20 έως τα 34, η κατάσταση γίνεται ακόμη χειρότερη: Το 30,5% των ατόμων σε αυτή την ηλικιακή ομάδα, κατατάσσονται στην κατηγορία των NΕΕΤs, ενώ σε καμία άλλη χώρα της Ευρωπαϊκής Ενωσης δεν συναντάται τέτοιο ποσοστό με εξαίρεση την Ιταλία, η οποία κατατάσσεται στο 30,7%.

Χώρα με τόσο μεγάλο ποσοστό μακροχρόνια ανέργων στην Ευρώπη δεν υπάρχει. Στους 100 ανέργους, οι 72 έχουν συμπληρώσει περισσότερους από 12 μήνες εκτός αγοράς εργασίας, όταν ο μέσος όρος της Ευρωπαϊκής Ενωσης διαμορφώνεται στο 46,4% και της Ευρωζώνης στο 50,1%.
Η δεύτερη κατά σειρά χώρα μετά την Ελλάδα είναι η Σλοβακία και τρίτη η Βουλγαρία με 59,3% και 57,9% αντίστοιχα. Στην άλλη πλευρά της κατάταξης, το Ηνωμένο Βασίλειο έχει μακροχρόνια ανεργία μόλις 26,2% και η Δανία 23,6%.

Το ζητούμενο για τη χώρα δεν είναι μόνο η μείωση του συνολικού αριθμού των ανέργων αλλά και η δημιουργία σταθερών θέσεων εργασίας που θα προσφέρουν υψηλές αποδοχές, ώστε να υπάρχει ουσιαστικό αντίκρισμα όχι μόνο για τους ίδιους τους εργαζομένους αλλά και για τα έσοδα των κρατικών ταμείων. Προς το παρόν, κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει, καθώς οι περισσότερες από τις νέες θέσεις εργασίας αφορούν σε κακά πληρωμένες ευκαιρίες απασχόλησης με 4ωρα ή 6ωρα. Ειδικά στους νέους που έχει σημειωθεί και η μεγαλύτερη μείωση στα ποσοστά της ανεργίας, η μερική απασχόληση καλπάζει. Το ποσοστό της μερικής απασχόλησης στις ηλικίες από 15 έως 24 ετών από 21,9% που ήταν το 2014 έχει αναρριχηθεί στο 26,4% το 2016 με βάση τα στοιχεία της Eurostat, ενώ συνεχίζει να αυξάνεται σύμφωνα με τα αναλυτικά στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ.

Για να γίνει κατανοητό το ποσοστό (σ.σ. το οποίο στο β΄ τρίμηνο του 2017 έχει ήδη φτάσει στο 26,75%) αξίζει να σημειωθεί το εξής: όλοι μαζί οι νέοι ηλικίας έως 24 ετών, οι οποίοι έχουν βρει μια απασχόληση, είναι 151.000 άτομα. Από αυτούς, οι 40.400 είναι μερικώς απασχολούμενοι. Δηλαδή, μόλις 110.000 20άρηδες έχουν μια δουλειά με 8ωρο, ενώ όσο περνά ο καιρός η αναλογία γίνεται ολοένα και χειρότερη για την πλήρη απασχόληση, καθώς συγκλίνουμε ολοένα και περισσότερο με τον κοινοτικό μέσον όρο, ο οποίος διαμορφώνεται στο 32,4%. Το εντυπωσιακό είναι ότι η μερική απασχόληση στις τάξεις των νέων έως 24 ετών είναι στην Ελλάδα μεγαλύτερη ακόμη και σε σύγκριση με τη Γαλλία ή τη Γερμανία.

Εκτός από τη μείωση στον αριθμό των ανέργων, μεγάλη σημασία έχει και η αύξηση στον αριθμό των απασχολουμένων. Το πρώτο δεν οδηγεί απαραίτητα στο δεύτερο, καθώς μείωση της ανεργίας μπορεί να καταγραφεί και με τη μετανάστευση ή τη συνταξιοδότηση. Με βάση τα στοιχεία του β΄ τριμήνου 2017, σε σύνολο πληθυσμού 9,181 εκατ. κατοίκων ηλικίας άνω των 15 ετών, απασχολούνται τα 3,791 εκατ. δηλαδή οι 4 στους 10. Οι υπόλοιποι είναι άνεργοι, μαθητές, φοιτητές και φυσικά συνταξιούχοι.

55άρηδες χωρίς μέλλον

Ειδικά στην κρίσιμη ηλικιακή ομάδα των 55-64 ετών, το κομμάτι του πληθυσμού που απασχολείται περιορίζεται σε μόλις 36-37%. Πρόκειται για τεράστιο πρόβλημα, καθώς στη συγκεκριμένη ηλικία –και με δεδομένο ότι το όριο ηλικίας συνταξιοδότησης έχει αυξηθεί στα 67– είναι πολύ δύσκολο και να βρεθεί μια θέση εργασίας και να λυθεί το πρόβλημα μέσω της σύνταξης.

Στα 394 ευρώ μεικτά οι μέσες αποδοχές για part time στον ιδιωτικό τομέα

Οι συντάκτες της έκθεσης του γερμανικού ινστιτούτου Bertelsmann ζητούν να πέσει το βάρος στην προσέλκυση μεγάλων ιδιωτικών επενδύσεων, προκειμένου να προκύψουν όχι μόνο αρκετές αλλά και καλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας. Κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει προς το παρόν. Απόδειξη, ότι ο μέσος μισθός στον ιδιωτικό τομέα υποχωρεί σε ολοένα και χαμηλότερα επίπεδα τόσο εξαιτίας της συνεχιζόμενης αύξησης της εκ περιτροπής εργασίας και της μερικής απασχόλησης όσο και εξαιτίας της «αντικατάστασης» των παλαιότερων εργαζομένων που αποχωρούν στη σύνταξη με νέους και σαφώς χαμηλότερα αμειβόμενους. Με βάση τα στοιχεία του ΕΦΚΑ για τον Ιανουάριο, ο μέσος μισθός στον ιδιωτικό τομέα έχει υποχωρήσει στα 956 ευρώ μεικτά. Από έναν τέτοιο μισθό:

1. Το Δημόσιο εισπράττει μόλις 40 ευρώ τον μήνα ως φόρο εισοδήματος φυσικών προσώπων, καθώς το μεγαλύτερο τμήμα του μισθού καλύπτεται από το αφορολόγητο.

2. Το ΙΚΑ εισπράττει 153 ευρώ από τον εργαζόμενο για ασφαλιστικές εισφορές (περίπου 2.144 ευρώ ετησίως) και περίπου 240 ευρώ από τον εργοδότη. Από το άθροισμα των 393 ευρώ που καταλήγει στο ασφαλιστικό ταμείο, μόλις τα 200 προορίζονται για την κύρια σύνταξη. Κάτι που σημαίνει ότι χρειάζονται τέσσερις εργαζόμενοι των 953 ευρώ για να καταβληθεί μόνο μία σύνταξη από τις περίπου 2,8 εκατομμύρια που αποδίδονται σήμερα.

3. Ο εργαζόμενος των 957 ευρώ εισπράττει στα χέρια του περίπου 763 ευρώ καθαρά.

Με βάση τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία, ο μέσος μεικτός μισθός στον ιδιωτικό τομέα για τους εργαζομένους με πλήρη απασχόληση διαμορφώθηκε στα 1.203 ευρώ, με τους άνδρες να έχουν υψηλότερες αποδοχές έναντι των γυναικών (1.279 ευρώ έναντι 1.102 ευρώ).

Ο μεικτός μισθός των 1.203 ευρώ μεταφράζεται σε 922 ευρώ καθαρά, ενώ από έναν εργαζόμενο πλήρους απασχόλησης του ιδιωτικού τομέα το Δημόσιο εισπράττει 87 ευρώ τον μήνα από φόρους και 192 ευρώ από τις εισφορές του εργαζόμενου.

Ο λόγος για τον οποίο μειώνεται συνεχώς ο μέσος όρος είναι η επέκταση της μερικής απασχόλησης. Οι μέσες αποδοχές των μερικώς απασχολουμένων στον ιδιωτικό τομέα έχουν υποχωρήσει στα 394 ευρώ μεικτά, κάτι που σημαίνει ότι οι καθαρές αποδοχές πέφτουν κάτω από το όριο της φτώχειας.

Παρενέργειες από το αβέβαιο εργασιακό περιβάλλον και τους χαμηλούς μισθούς

Ωρολογιακή βόμβα στα θεμέλια της ελληνικής κοινωνίας αποτελεί η έλλειψη καλά αμειβόμενων θέσεων εργασίας. Η αβεβαιότητα για το μέλλον δεν αφορά μόνο τους ανέργους αλλά και αυτούς που καταφέρνουν να βρουν μια δουλειά που τους εξασφαλίζει απλώς τα στοιχειώδη. Αυτό με τη σειρά του αποτυπώνεται σε μια σειρά από δείκτες: διεύρυνση της παιδικής φτώχειας και των ανισοτήτων μεταξύ των γενεών. Μείωση των γάμων, των γεννήσεων και κατά συνέπεια του συνολικού πληθυσμού. Αύξηση του αριθμού των εξαρτώμενων μελών της κοινωνίας. Οι στατιστικές αποτυπώνουν ήδη σοβαρή επιδείνωση σε όλους αυτούς τους δείκτες, κάτι που η ελληνική κοινωνία θα βρει μπροστά της τα επόμενα χρόνια –κατά κύριο λόγο στο ασφαλιστικό– αν δεν αλλάξει κάτι άμεσα.

Στην έκθεσή του, το Ινστιτούτο Bertelsmann Stiftung στέκεται ιδιαίτερα τόσο στην έκταση που έχει λάβει η παιδική φτώχεια (προφανώς είναι αποτέλεσμα της ανεργίας και των χαμηλών αμοιβών των γονιών) αλλά και στο μεγάλο χάσμα που παρατηρείται ανάμεσα στη φτώχεια των παιδιών και των ηλικιωμένων. Το ποσοστό των ανθρώπων στην Ελλάδα που απειλούνται με φτώχεια ή κοινωνικό αποκλεισμό διαμορφώνεται στο 35,6%, με τον αντίστοιχο δείκτη για τα παιδιά να είναι στο 37,5% και για τους ηλικιωμένους άνω των 65 στο 22%. Η Ελλάδα βρίσκεται στις τελευταίες τρεις θέσεις της Ευρωζώνης όσον αφορά τα ποσοστά της παιδικής φτώχειας (υψηλότερα είναι μόνο η Βουλγαρία και η Ρουμανία όπου η παιδική φτώχεια ξεπερνά το 40%), ενώ η ψαλίδα μεταξύ των γενεών χρόνο με τον χρόνο γίνεται ολοένα και μεγαλύτερη.

Και αν η παιδική φτώχεια είναι η μία καταστρεπτική συνέπεια της κρίσης, η μείωση των γεννήσεων είναι η δεύτερη και εξίσου σημαντική.

Υπογεννητικότητα

Τρεις δείκτες αποτυπώνουν ξεκάθαρα το μέγεθος του προβλήματος: σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, οι γεννήσεις, από 117.933 που ήταν το 2009 και 114.766 που καταγράφηκαν το 2010, μειώθηκαν αισθητά στη μνημονιακή περίοδο στις περίπου 91-92 χιλιάδες. Ετσι, το 2015 είχαμε μόλις 91.847 γεννήσεις και το 2016 92.898 γεννήσεις. Από την άλλη, υπάρχει αύξηση στους θανάτους. Το 2009, οι θάνατοι ήταν 108.316 και το 2010 υπήρξε αύξηση στις 109.084. Το 2015 σημειώθηκε ρεκόρ δεκαετιών με 121.212 θανάτους ενώ το 2016 υπήρξε μικρή μείωση στις 118.792 θανάτους. Καθ’ όλη τη διάρκεια της μνημονιακής περιόδου, το ισοζύγιο ήταν αρνητικό. Ετσι, το 2011 οι θάνατοι ξεπέρασαν τις γεννήσεις κατά 4.671, το 2012 οι θάνατοι ήταν περισσότεροι κατά 16.297 σε σχέση με τις γεννήσεις, ενώ το 2015 καταγράφηκε ιστορικό ρεκόρ για περιόδους ειρήνης, με τους θανάτους να ξεπερνούν τις γεννήσεις κατά 29.365. Το 2016, το ισοζύγιο ήταν αρνητικό κατά 25.894 άτομα.

Ο δείκτης ολικής γονιμότητας μετράει τον μέσο αριθμό παιδιών που θα γεννήσει μία γυναίκα κατά τη διάρκεια της ζωής της. Ο ολικός δείκτης γονιμότητας χρησιμοποιείται προκειμένου να προσδιοριστεί το επίπεδο αντικατάστασης των γενεών, που στις αναπτυγμένες χώρες θεωρείται ότι είναι το 2,1. Στην Ελλάδα ο δείκτης υποχώρησε το 2015 στο 1,3 ενώ το 2010 ήταν στο 1,5.

Οι γυναίκες γίνονται μητέρες σε ολοένα και μεγαλύτερη ηλικία. Η μέση ηλικία της μητέρας κατά τη γέννηση του πρώτου της παιδιού ήταν 29,7 έτη το 2004, αυξήθηκε στα 30,4 έτη το 2010 και έκτοτε συνέχισε να αυξάνεται με ακόμη μεγαλύτερο ρυθμό, φτάνοντας πλέον στα 31,3 έτη.

Η οικογένεια

Ο αριθμός των εξαρτώμενων μελών της κοινωνίας γίνεται –αναλογικά– ολοένα και μεγαλύτερος. Ο δείκτης εξάρτησης από 51 που ήταν το 2010 έφτασε στο 55,2 το 2015. Ο δείκτης εξάρτησης που παρακολουθεί η Ελληνική Στατιστική Αρχή αποτυπώνει την αναλογία του μη οικονομικά ενεργού πληθυσμού, ηλικίας 0 έως 14 ετών και 65 ετών και άνω προς τον οικονομικά ενεργό πληθυσμό, δηλαδή τα άτομα ηλικίας 15 έως 64 ετών.

Τελευταίοι στην Ε.Ε.

Η Ελλάδα κατατάσσεται τελευταία στην Ευρώπη όσον αφορά την κοινωνική δικαιοσύνη με βάση τις μετρήσεις του Ινστιτούτου Bertelsmann Stiftung, λόγω των εξαιρετικά κακών επιδόσεων σε θέματα μακροχρόνιας ανεργίας, παιδικής φτώχειας, κοινωνικών ανισοτήτων, αντιμετώπισης ατόμων με προβλήματα αναπηρίας κ.λπ.

Οι συνταξιούχοι

Στην ηλικιακή ομάδα άνω των 65 ετών έχει καταγραφεί μείωση του κινδύνου της φτώχειας. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι το μέσο εισόδημα από σύνταξη υποχώρησε με μικρότερο ρυθμό στα μνημονιακά χρόνια σε σχέση με το μέσο εισόδημα της χώρας. Ο κίνδυνος φτώχειας των συνταξιούχων είναι μόλις 9,7% Αντίθετα, στους εργαζομένους φτάνει στο 14,1% και στους μερικώς απασχολουμένους στο 30,3%, ενώ στους ανέργους, όπως είναι αναμενόμενο, ο δείκτης εκτινάσσεται στο 47,1%. 

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ