Τασούλα Καραϊσκάκη ΤΑΣΟΥΛΑ ΚΑΡΑΙΣΚΑΚΗ

Οδυνηρά «διαζύγια» ανορθόδοξων «γάμων»

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ο​​ταν οι θεσμοί λειτουργούν, λίγο έως πολύ, με βάση τη βούληση της πολιτικής εξουσίας. Οταν οι ανεξάρτητες δομές δεν κινούνται μέσα σε ένα ενιαίο διαυγές σύστημα αλλά σε ευπροσάρμοστες παραλλαγές του. Οταν το πλαίσιο κρατικής δράσης είναι ρευστό, σχετικώς εξαρτημένο από το συμβαλλόμενο μέρος. Οταν ο πολίτης νιώθει «δική του» ή «αντίπαλη» την κρατική μηχανή ανάλογα με το αν το κόμμα που ψήφισε βρίσκεται ή όχι στην εξουσία, τότε τα πάντα είναι δυνατά. «Ολα γίνονται» και συντηρείται στο διηνεκές η νοοτροπία «στην Ελλάδα βρισκόμαστε», η οποία τροφοδοτεί τον κύριο μηχανισμό παραγωγής ανομίας. Μόνο που δεν νοείται ως τέτοιος, καθώς έχει νομιμοποιηθεί από την ευρεία αειθαλή βάση του.

Εκεί εντοπίζεται το κλειδί για τα καθημερινά φαινόμενα βίας σε όλες τις διαστρωματώσεις της κοινωνίας. Διότι δεν είναι μόνον οι αναρχικοί που εισβάλλουν με μπογιές, φέιγ βολάν ή βαριοπούλες σε υπουργεία, δημόσιες υπηρεσίες, δικαστήρια, κτίρια πολυεθνικών, γραφεία συμβολαιογράφων... Είναι και εργαζόμενοι στον κρατικό μηχανισμό, και εκπρόσωποι επαγγελματικών κλάδων που ρίχνουν κάγκελα, παραβιάζουν εισόδους. Κι αυτό θεωρείται απολύτως θεμιτό, διότι νιώθουν προδομένοι. «Θα ρίξω βόμβα», κατά την προσφιλή έκφραση πολλών αγανακτισμένων, εν δυνάμει μπουρλοτιέρηδων. Δεν κάνουν τα λόγια πράξη, όμως εάν βρεθούν σε συνθήκες ομαδικής διαμαρτυρίας, ξηλώνουν ρολά και πόρτες (ή τις χτίζουν, κρατώντας τον ιθύνοντα σε ομηρία), ρίχνουν μπάρες, αδειάζουν σκουπίδια σε υπουργικές πύλες.

Ενα επιθετικό πρωτόκολλο διαδήλωσης, που ακολουθείται όχι μόνο από «επαγγελματίες» προβοκάτορες αλλά και από εξαπατημένους, από τους πολιτικούς, άνεργους, ημιαπασχολούμενους, συμβασιούχους, μισθωτούς. Ενα ξέσπασμα ξένο προς την πολιτική ευπρέπεια, όμως πλέον τυπικό. Για τους θερμοκέφαλους, η πολιτική απιστία, όπως θα έλεγε ο Ισραηλινός φιλόσοφος Αβισάι Μαργκαλίτ, ο οποίος έχει εντρυφήσει στο ζήτημα, φαντάζει ασύλληπτη, κι αυτό διότι η σχέση, εν προκειμένω με το πελατειακό κράτος, ήταν ισχυρή. Οπως υποστηρίζει ο διανοητής, νιώθουμε προδομένοι σε σχέσεις που θεωρούμε αδιαμφισβήτητες. Και για το «θύμα» προδοσία θεωρείται όχι τόσο η πρόθεση του «προδότη» να πλήξει, να συντρίψει τον εταίρο, όσο η αιφνίδια αδιαφορία του απέναντι σε αυτόν, στην κοινή τους διαδρομή («χρόνια σε ψηφίζω»). Οπως λέει ο Μαργκαλίτ, αυτή η εγκατάλειψη του εταίρου είναι που τον εξαγριώνει γιατί αποκαλύπτει ότι αυτός μπορεί να αντικατασταθεί, εν προκειμένω από άλλον «πελάτη», άλλον ψηφοφόρο.

Νιώθει το άλλοτε φίλιον κράτος τώρα να βάλλει εναντίον του τον λίθο· υπερφορολόγηση, λήξη συμβάσεων, περικοπές, μη αναιρέσιμοι αριθμοί στοιχειοθετούν τη δική του «τιμωρία» για τις βλάβες που επιφέρουν στη χώρα «αλλότρια σφάλματα». Και κρίνει ότι δικαιούται να ξεθεμελιώσει, με την ορμητικότητα βανδάλου, ό,τι στο παρελθόν προστάτευε χωρίς να θεωρεί ότι διαπράττει ένα κακούργημα που θα τον εξαιρούσε από τον κύκλο των κανονικών ανθρώπων. Οτι είναι θεμιτά τα ουρλιαχτά, τα θρύψαλα, το αίμα –κατ’ αυτόν, ο αποδοτικότερος τρόπος να διεκδικήσει, να ακουστεί. Κι αυτή η στρέβλωση γίνεται κοινή λογική, και η πολιτική ζωή αντιληπτή μόνο με όρους επίθεσης, απείθειας, άσκησης βίας.

Είναι πολύ δύσκολο να προκύψει, μέσα από αυτό το κουβάρι λειψού ρεαλισμού, μικρής συνοχής, μιας αγριεμένης κοινωνίας εθισμένης στη βαρβαρότητα, μια νέα τάξη πραγμάτων. Δηλαδή κρατικοί μηχανισμοί ανελαστικοί στις παρατυπίες, χωρίς ανυπέρβλητες αποστάσεις ανάμεσα στις γνώμες και στις πράξεις. Μια πολιτική εξουσία χωρίς πολλά πρόσωπα, ώστε να μπορεί να αποφασίσει ποια είναι. Μια «κεφαλή» που δεν θα φθείρει την ιδιότητά της, θα αντιδρά στις προκλήσεις με βάση κανόνες, θα πνίγει εν τη γενέσει αδικήματα και πλεκτάνες, θα δοκιμάζεται στις φουρτούνες και θα τις ανατέμνει.

Η υπάρχουσα χάθηκε μέσα στο παιχνίδι της. Επειδή θέλησε να εθελοτυφλεί ακατάπαυστα, απολιθώθηκε. Και το μόνο πάλι που μπορεί είναι να καταχωνιάζει τα λάθη της, να εξωραΐζει τα εξόφθαλμα και να διαπράττει μερικά ακόμη...

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ