Χρήστος Γιανναράς ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ

Οταν με νόμο κατασφαλίζεται η ανομία

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: EΠIΦYΛΛIΔA

Ο ​​όρος «νομιμοποίηση αυθαιρέτων» συνιστά νοηματική αντίφαση, δηλαδή παραλογισμό, α-νοησία, αναιρεί τη δυνατότητα συν-εννόησης. Μιλάμε για «αντίφαση», όταν δύο έννοιες ή κρίσεις αλληλοαναιρούνται, αποκλείουν νοηματικά η μία την άλλη: Ενας «αθώος ένοχος» ή ένα «ξύλινο σίδερο» ή ένας «ευφυής ηλίθιος» είναι λεκτικά σχήματα χωρίς νόημα, σημαίνοντα χωρίς σημαινόμενο.

«Αυθαίρετο» χαρακτηρίζουμε το προϊόν της αυτο-αίρεσης: μιας εκλογής-επιλογής που κάνει ένα άτομο από μόνο του, και μόνο για τον εαυτό του, αγνοώντας - παραβλέποντας τη γνώμη, την κρίση, την ανάγκη, την αρέσκεια ή απαρέσκεια όλων των άλλων ατόμων με τα οποία συμ-βιώνει. «Αυθαιρεσία» είναι και η αγνόηση - παράβλεψη από το άτομο των νόμων, των κανόνων, των συμβάσεων που συγκροτούν το «Δίκαιο» μιας οργανωμένης συλλογικότητας. Παρακάμπτονται όλα όσα χαλιναγωγούν τη θηριώδη ιδιοτέλεια του ανθρώπου, όλα όσα κάνουν εφικτή τη συνύπαρξη, την «κοινωνίαν της χρείας», των αναγκών και στοχεύσεων της συνύπαρξης.

Επομένως η αυθαιρεσία, ως έμπρακτη άρνηση του κοινωνικού γεγονότος και της λογικής συν-εννόησης που το καθιστά εφικτό, δεν είναι ποτέ δυνατό να «νομιμοποιηθεί», να ενταχθεί στις θεσμικές προϋποθέσεις συγκρότησης της συλλογικότητας. Μια οργανωμένη σε «κράτος» κοινωνία μπορεί να χορηγήσει «χάρη» σε έναν εγκληματία, αλλά η «χάρη» δεν συνιστά νομιμοποίηση της εγκληματικής του αυθαιρεσίας. Η «χάρη» δίνεται ως αναγνώριση και ενίσχυση της προσπάθειας του εγκληματία να επανενταχθεί στην κοινωνία των σχέσεων, να παραιτηθεί από την ιδιοτέλεια που τον ώθησε στην αυθαιρεσία.

Κοντολογίς, ένα κράτος που χορηγεί «νομιμοποίηση» της αυθαιρεσίας (και μάλιστα έναντι χρηματικού ανταλλάγματος) έχει πάψει να συνιστά οργανωμένη «πολιτική» κοινωνία, έχει ενδώσει στον παραλογισμό, δηλαδή στην απανθρωπία, στη νομοτέλεια των ενστίκτων – λειτουργεί σαν ζούγκλα συμφερόντων. Πώς είναι νοητό και λογικό να τιμωρείται, με μη αναιρέσιμες ποινές, η καταπάτηση ιδιωτικής περιουσίας, και η προκλητική κλοπή κοινωνικής περιουσίας να «νομιμοποιείται»; Πώς είναι δυνατό να λειτουργήσει αποτελεσματικά και να επιβιώσει ιστορικά μια οργανωμένη συλλογικότητα, που στήνει μνημεία και τιμά με λεκτικούς διθυράμβους όσους πολίτες θυσίασαν τη ζωή τους υπερασπίζοντας την πάτρια γη, και την ίδια ώρα να «νομιμοποιεί» την ποταπή κατεργαριά κάθε αδίστακτου σε ιδιοτέλεια ατόμου, που ιδιοποιείται αδιάντροπα την ίδια αυτή πάτρια γη;

Η συνείδηση προτεραιότητας του «δημοσίου συμφέροντος» έναντι της ιδιοτελούς κατασφάλισης λειτουργεί, σε κάθε μήκος και πλάτος της γης, σαν μέτρο διαβάθμισης των επιτευγμάτων ανθρώπινης καλλιέργειας (πολιτισμού λέμε σήμερα). Και αυτό, επειδή η προτεραιότητα των σχέσεων κοινωνίας είναι δείχτης ελευθερίας από τις αναγκαιότητες των ενστικτωδών ενορμήσεων. Η προτεραιότητα του «εμείς» και όχι του «εγώ», προτεραιότητα της ελευθερίας έναντι της αναγκαιότητας, γεννάει και τη συνείδηση του «κοινού καλού», των «κοινών (κοινωνούμενων) αγαθών», της «κοινωνικής περιουσίας».

Για τον Ελληνισμό, η συνείδηση της γης ως κοινωνικής περιουσίας πρέπει να χάθηκε στους αιώνες της σκλαβιάς, στη μακρά διάρκεια της Τουρκοκρατίας. Τετρακόσια ολόκληρα χρόνια (όχι δέκα ή είκοσι) οι Τούρκοι αγάδες και πασάδες μοιράζονταν μεταξύ τους τις εκτάσεις της κατακτημένης χώρας και χάριζαν γη, αφειδώλευτα, για να ανταμείψουν όσους αυτοί ευνοούσαν. Δυστυχώς την ίδια λογική, του επικυρίαρχου Τούρκου, ακολούθησαν και οι ηγεσίες (δοτές ή εκλεγμένες) στο απελεύθερο μεταπρατικό μας κρατίδιο: Μεγάλες εκτάσεις γης δίνονταν ως αντάλλαγμα για στρατιωτικές υπηρεσίες ή και για ιατρικές προς τον βασιλέα φροντίδες.

Ισως έτσι να γεννήθηκε η αυτονόητη εντύπωση ότι η ελληνική γη δεν είναι κοινωνική περιουσία των Ελλήνων, αλλά φέουδο που το νέμεται η εκάστοτε εξουσία. Επομένως, κάθε λωποδυσία - σφετερισμός - ιδιοποίηση γης από τον αετονύχη ιδιώτη δεν είναι παραλογισμός αυθαιρεσίας, αλλά άμυνα αυτοπροστασίας, ίσως και μια μορφή «αντίστασης» στην ασυδοσία της εξουσίας.

Η πρώτη επίσημη «νομιμοποίηση» αυθαίρετων κτισμάτων στο ελλαδικό κράτος έγινε από τη δικτατορία των συνταγματαρχών το 1968, με τον αναγκαστικό νόμο 410. Από τότε και μέχρι σήμερα, κάθε φορά που πλησιάζουν εκλογές, το κόμμα που κυβερνάει εξαγοράζει ψήφους «νομιμοποιώντας» αυθαίρετα. Κάθε ελληνόφωνος αγύρτης ξέρει με βεβαιότητα πως, αν έχει προλάβει να βάλει στέγη σε οποιουδήποτε μεγέθους οικοδόμημα σε οποιοδήποτε σημείο της ελληνικής γης (ακόμα και στην πιο ονειρική παραλία ή στην καρδιά πευκοδάσους), το κτίσμα του θα «νομιμοποιηθεί» προεκλογικά έναντι ψιχίων «προστίμου».

Το ξέρουν όχι μόνο οι ιδιώτες αγύρτες, αλλά και τα οργανωμένα κυκλώματα «real estate»(!) του υποκόσμου. Που σχεδιάζουν, έγκαιρα, ποια δάση θα πυρπολήσουν, πώς θα πετύχουν τον αποχαρακτηρισμό τους, πώς θα τα μπακλαβαδιάσουν σε οικόπεδα, πώς θα «μπαζώσουν» ρέματα για οικοδόμηση. Το έγκλημα της «νομιμοποίησης» των αυθαιρέτων γεννάει όχι «βολεμένους» μεσάζοντες ή μικροαπατεώνες «καταπατητές» – γεννάει κροίσους, απίστευτο χρήμα. Τους διακινητές ναρκωτικών τους λογαριάζουμε ανθρωπόμορφα κτήνη: δολοφονούν την ανθηρή νιότη, την ανεπανάληπτη ομορφιά που είναι η εφηβεία με τα όνειρα. Οσοι πρακτορεύουν τη «νομιμοποίηση» των αυθαιρέτων, από τον κομματάρχη πρωθυπουργό ώς τον ημιπαράφρονα εμπρηστή και τον κτηνώδη «εργολάβο», εγκληματούν σε βάρος του ανθρώπινου είδους: Διότι, το κόσμημα της υδρογείου, η Αττική, η παράλια μέθη ομορφιάς: βόρεια ακτή της Κρήτης, το θάμβος του κάλλους των αιγαιοπελαγίτικων νησιών, δεν θα ξαναϋπάρξουν πια, όλα εκπορνεύτηκαν από το κιτσαριό της τουριστικής βαναυσότητας.

Ρεφραίν: Η δημοκρατία είναι κατόρθωμα πολιτών, όχι συνταγή για ανδράποδα.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ