ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Τα... αγαπημένα «σκιάχτρα» του Μεγάρου Μαξίμου

ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Το Μαξίμου έχει θέσει πολύ ψηλά τον πήχυ τόσο για την έξοδο από το μνημόνιο όσο και για την έξοδο στις αγορές. Αν οι προσδοκίες δεν δικαιωθούν, η ευθύνη πρέπει να μετακυλισθεί σε κάποιον τρίτο.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Αν δεν βαριέται κανείς το μέτρημα, μπορεί να το δοκιμάσει ως άσκηση: Πόσες πρωτοσέλιδες εμφανίσεις έχει «επιτύχει» τις τελευταίες εβδομάδες ο Γιάννης Στουρνάρας; Πόσες ο Αδωνις Γεωργιάδης; Και πόσες η Μαρέβα Γκραμπόφσκι;

Ακόμη και χωρίς το μέτρημα, ακόμη και χωρίς να κοιτάξει στο περίπτερο, μπορείς κανείς να διακρίνει ότι οι ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ, λίγο πριν από την τρίτη τους επέτειο στην εξουσία, βρίσκονται σε μεγάλη ανάγκη για εχθρούς.

Το πιο «αγαπημένο» και το πιο χρησιμοποιημένο από τα «σκιάχτρα» της κυβέρνησης είναι, εκτός συναγωνισμού, ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος. Δεν χρειάζεται να πιστέψει κανείς την αφήγηση του Γιάνη Βαρουφάκη ότι ήδη από το 2014 ο ηγετικός πυρήνας του ΣΥΡΙΖΑ μελετούσε πώς θα πετάξει τον Στουρνάρα από την κεντρική τράπεζα «με τις κλωτσιές». Χρειάζεται απλώς να θυμηθεί πόσες φορές –και με πόσες διαφορετικές κατηγορίες– επιχειρήθηκε μετά τον Ιανουάριο του 2015 η εκπλήρωση εκείνου του πρώιμου στόχου.

Αναζωπύρωση

Κατά καιρούς, οι σχέσεις της κυβέρνησης με τον κεντρικό τραπεζίτη δείχνουν εξωτερικά να εξομαλύνονται. Ο ίδιος προβαίνει σε δημόσιες και αθέατες κινήσεις που εξυπηρετούν τους ευρύτερους στόχους του προγράμματος. Κι ωστόσο, το μέτωπο μεταξύ του Μαξίμου και της Τράπεζας διαρκώς αναζωπυρώνεται. Γιατί;

Στην παρούσα συγκυρία, για τρεις λόγους. Ξεκινώντας από τον λιγότερο σημαντικό, ο Στουρνάρας είναι εμπόδιο στη δημιουργία μιας κυβερνητικά ελεγχόμενης τράπεζας που, σύμφωνα με το παλιό σχέδιο, θα ονομαζόταν «αναπτυξιακή». Η κυβέρνηση, λένε καλά πληροφορημένες πηγές, δεν έχει παραιτηθεί από την ιδέα δημιουργίας παράλληλου τραπεζικού συστήματος. Ο διοικητής της ΤτΕ έχει διαμηνύσει ότι εντός του ευρωπαϊκού κανονιστικού πλαισίου δεν υπάρχουν περιθώρια για κάτι τέτοιο – και ο ίδιος δεν προτίθεται παρατύπως να το διευκολύνει.

Δεν είναι, όμως, αυτός ο κυριότερος λόγος της αναζωπύρωσης. «Το Μαξίμου βλέπει ότι το πιθανότερο ενδεχόμενο είναι πως η θητεία του Στουρνάρα θα διαρκέσει περισσότερο από τη θητεία της κυβέρνησης. Αυτό είναι κάτι που θα ήθελαν να το αποφύγουν. Θα ήθελαν, προτού φύγουν, να βρίσκεται στο τιμόνι της ΤτΕ πρόσωπο που δεν πρόκειται να τους φέρει σε δύσκολη θέση», λέει παράγοντας με γνώση του παρασκηνίου, ο οποίος επισημαίνει ότι οι ελεγκτικές αρμοδιότητες της κεντρικής τράπεζας δεν εξαντλούνται στη λειτουργία των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων.

Το πιο άμεσο κίνητρο, στο οποίο αποδίδεται ο νέος γύρος στουρναρομαχίας έχει, λένε, να κάνει με το πλάνο της κυβέρνησης για το 2018. Το Μαξίμου έχει θέσει πολύ ψηλά τον πήχυ τόσο για την έξοδο από το μνημόνιο όσο και για την έξοδο στις αγορές. Σε περίπτωση που οι προσδοκίες δεν δικαιωθούν, το κυβερνητικό επιτελείο θα χρειαζόταν να μετακυλίσει την ευθύνη σε κάποιον τρίτο. Σε κάποιον που θα έχει προληπτικά υποδειχθεί ως «εσωτερικός εχθρός» προκειμένου να φορτωθεί το βάρος τυχόν αποτυχίας.

Με αυτό το σκεπτικό λέγεται ότι προωθήθηκε και η στοχοποίηση της Μιράντας Ξαφά, ως δήθεν εντεταλμένης από την αξιωματική αντιπολίτευση να υπονομεύσει την εθνική προσπάθεια της εξόδου στις αγορές. Στο ίδιο φόντο εγείρονται και οι νωπές κατηγορίες κατά του Γιάννη Στουρνάρα.

«Εχουν προσπαθήσει και ξαναπροσπαθήσει. Εδώ και δύο χρόνια ψάχνουν τον Στουρνάρα και τη σύζυγό του από την κορυφή μέχρι τα νύχια. Εσείς δηλαδή τι πιστεύετε; Οτι αν υπήρχε κάτι δεν θα το είχαν βρει; Δεν θα το είχαν κάνει ήδη σημαία;», αναρωτιέται πηγή από τον χώρο της αντιπολίτευσης.

Τόσο στις επιθέσεις κατά του Στουρνάρα όσο και στις υποτροπές της υπόθεσης του Ανδρέα Γεωργίου της ΕΛΣΤΑΤ, έχει αποδειχθεί ότι η κυβέρνηση καταλήγει να ζημιώνεται πολύ περισσότερο από τον διεθνή αντίκτυπο, απ’ ό,τι ωφελείται στο εσωτερικό. Οι εντάσεις αυτές δημιουργούν την εικόνα μιας «οριακής», μη κανονικής ευρωπαϊκής χώρας, όπου η εκτελεστική εξουσία δεν μπορεί να συμβιώσει με τις ανεξάρτητες αρχές και τα υπόλοιπα θεσμικά αντίβαρα.

Αμυνα στα οικεία σκάνδαλα

Δεν ισχύει το ίδιο με τη σκανδαλοθηρία εσωτερικού. Εντός των συνόρων, η στρατηγική της έντασης αποδίδει για την κυβέρνηση ως αντιπερισπασμός, για να αμυνθεί στις υποθέσεις που βαρύνουν την ίδια. Φάνηκε από τον τρόπο που ο Τσίπρας επιστράτευσε επανειλημμένως στη Βουλή την αναθέρμανση της περυσινής –και δικαστικώς εκκαθαρισμένης– κατηγορίας για τις επιχειρηματικές δραστηριότητες της Μαρέβας Γκραμπόφσκι. Η σύζυγος του προέδρου της Νέας Δημοκρατίας εξυπηρετεί το αφήγημα περί «πορφυρογέννητων» που έχουν τα χρήματά τους στο εξωτερικό και γι’ αυτό, κατά τον πρωθυπουργικό ισχυρισμό, δεν εκτιμούν το κοινωνικό μέρισμα. Φαίνεται και από τον τρόπο που ο ΣΥΡΙΖΑ χρησιμοποιεί διαρκώς ως μοχλό πόλωσης τον Αδ. Γεωργιάδη –διογκώνοντας αυτά που λέει, ή ενίοτε δεν λέει, ο αντιπρόεδρος της Ν.Δ.

Μένει να φανεί πόσο ακόμη μπορεί να κρατήσει αυτή η ρητορική άμυνα. Για πόσο η κατασκευή αλεξικέραυνων και η παρέλκυση μπορούν να προστατεύσουν το Μαξίμου από τις καταγγελίες που κλονίζουν τον κυβερνητικό του εταίρο; Αν κρίνει κανείς από τις πυρετικές αντιδράσεις των τελευταίων 24ώρων, όχι για πολύ.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ