ΚΟΣΜΟΣ

Ευκαιρία για νέο μεγάλο συνασπισμό

ΞΕΝΙΑ ΚΟΥΝΑΛΑΚΗ

Μάρτιν Σουλτς και Αγκελα Μέρκελ θα βρεθούν και πάλι στο ίδιο τραπέζι, με στόχο να υπάρξει μια βάση συμφωνίας για τον σχηματισμό κυβέρνησης.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Οι Γερμανοί δημοσιογράφοι του οικονομικού ρεπορτάζ αναπολούν εσχάτως τις μέρες του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε. Τώρα τελευταία περνούν έξω από το κτίριο Ντέτλεφ Ροβέντερ, όπου στεγάζεται το υπουργείο, επί της Βίλχελμστρασε και βλέπουν τα μισά φώτα των γραφείων σβηστά από νωρίς το μεσημέρι. Κατά τη γνώμη τους, στο υποφωτισμένο κτίριο καθρεφτίζεται η σημερινή κατάσταση της κυβέρνησης, η οποία υπολειτουργεί. Την επόμενη εβδομάδα ενδέχεται να αρθεί το αδιέξοδο, καθώς έχουν ενταθεί οι πιέσεις προς τους Σοσιαλδημοκράτες (SPD) να συμπράξουν με τους Χριστιανοδημοκράτες (CDU) σε έναν ανανεωμένο μεγάλο συνασπισμό.

Ανταποκρινόμενος στη δραματική έκκληση του προέδρου της χώρας και ομοϊδεάτη του Φρανκ-Βάλτερ Σταϊνμάγερ, ο ηγέτης του κόμματος, Μάρτιν Σουλτς, προέβη σε μερική αναδίπλωση και δέχθηκε να συναντηθεί με την καγκελάριο Αγκελα Μέρκελ. Δεσμεύτηκε ωστόσο ότι, αν υπάρξει βάση συμφωνίας για συμμετοχή στην επόμενη κυβέρνηση, θα κληθούν να ψηφίσουν επ’ αυτού τα μέλη του κόμματος. Στις εσωκομματικές διαβουλεύσεις θα τεθεί, άλλωστε, και η εναλλακτική της στήριξης προς μια κυβέρνηση μειοψηφίας, είτε με τους Ελεύθερους Δημοκράτες (FDP) είτε με τους Πράσινους. Βετεράνοι του SPD πρότειναν να διερευνηθεί και η λύση μιας κυβέρνησης Χριστιανοδημοκρατών-Σοσιαλδημοκρατών και Πρασίνων, με τα χρώματα της σημαίας της «Κένυας» (σε αντιδιαστολή με την «Τζαμάικα», αποτελούμενη από το CDU, τους Χριστιανοκοινωνιστές, το FDP και τους Πράσινους). «Δεν υπάρχει κυβερνητικός αυτοματισμός», διευκρίνισε ο Σουλτς. Η έντονη φημολογία περί παραίτησής του την περασμένη Πέμπτη προκάλεσε συσπείρωση γύρω του, αφού το δεύτερο μεγαλύτερο κόμμα στη Γερμανία δεν έχει την πολυτέλεια να μείνει ακέφαλο στην πιο κρίσιμη συγκυρία εδώ και δεκαετίες.

Την ίδια στιγμή, πολλοί αναρωτιούνται ακόμη γιατί κατέρρευσαν οι διαπραγματεύσεις για την «Τζαμάικα» με δεδομένο ότι τα τέσσερα κόμματα βρέθηκαν πολύ κοντά σε συμφωνία. Η Sueddeutsche Zeitung αποκάλυψε προχθές ότι ακόμη και στο ακανθώδες θέμα της μετατροπής του ESM σε ένα είδος ευρωπαϊκού ΔΝΤ οι Ελεύθεροι Δημοκράτες είχαν υπό όρους συναινέσει. Στο σχετικό εδάφιο του εγγράφου που έχει στη διάθεσή της η έγκυρη εφημερίδα, ο διαπραγματευτής του FDP εμφανίστηκε με πιο προωθημένες θέσεις από αυτές του κόμματος και του ηγέτη του, Κρίστιαν Λίντνερ, με αποτέλεσμα στο σημείο αυτό να γραφεί πρόχειρα η λέξη «συμβιβασμός» σε παρένθεση, δηλαδή ότι η συμφωνία είναι εφικτή.

Οταν όμως ανέλαβε ο Λίντνερ, αποφάσισε να τορπιλίσει τις προσπάθειες, επαναφέροντας μαξιμαλιστικές θέσεις κατά της πολιτικής μεταβίβασης πόρων από τις πλουσιότερες στις φτωχότερες χώρες της Ε.Ε. Η σκληρή στάση του ερμηνεύεται ως απόρροια του τραυματικού παρελθόντος του κόμματός του, το οποίο στην προηγούμενη κυβερνητική συμμαχία με το CDU δεν είδε καμία θέση του να υλοποιείται. Το αποτέλεσμα ήταν στις προηγούμενες εκλογές, το 2013, το FDP, το ιστορικό κόμμα του Τέοντορ Χόις και αργότερα του Ντίτριχ Γκένσερ, να μην ξεπεράσει το όριο του 5% και να μείνει επί μία τετραετία εκτός Βουλής.

Χαιρεκακία και ανησυχία

Η πρωτόγνωρη πολιτική αστάθεια στην ισχυρότερη οικονομία της Ευρωζώνης έχει προκαλέσει ποικίλα συναισθήματα στις υπόλοιπες χώρες της Γηραιάς Ηπείρου: από Schadenfreude (χαιρεκακία), κυρίως εκ μέρους της Βρετανίας και των ΗΠΑ, μέχρι ανησυχία για την κατεύθυνση της Ευρώπης όσο η Γερμανία πλέει ακυβέρνητη. Στο Λονδίνο, ορισμένοι καλούν την κυβέρνηση της Τερέζα Μέι να εκμεταλλευτεί το κυβερνητικό κενό στη Γερμανία και να εξασφαλίσει ευνοϊκότερους όρους στη συμφωνία για το Brexit. Στην Ουάσιγκτον, άλλοι Αμερικανοί αναλυτές θεωρούν ότι η κεντρώα στροφή της Μέρκελ και η πολιτική των ανοιχτών θυρών στο μεταναστευτικό ήταν υπεύθυνες για την άνοδο του λαϊκισμού στην Αμερική και σε όλο τον κόσμο. Παρά τις εκτιμήσεις ότι απούσης της Μέρκελ θα μπορούσε να αναλάβει την πρωτοκαθεδρία στην Ε.Ε. ο Γάλλος πρόεδρος, Εμανουέλ Μακρόν, διάχυτη είναι η ανησυχία στο Παρίσι: «Χωρίς τη Γερμανία δεν προχωράμε» στην υλοποίηση των φιλόδοξων πρωτοβουλιών Μακρόν.

Oπως προκύπτει πάντως από τους αριθμούς, η γερμανική οικονομία παραμένει ανεπηρέαστη από το απρόβλεπτο πολιτικό περιβάλλον. Η επιχειρηματική εμπιστοσύνη στη χώρα βρίσκεται σε επίπεδα - ρεκόρ. Ο δείκτης επιχειρηματικού κλίματος, που καταγράφηκε από το οικονομικό ινστιτούτο Ifo με έδρα το Μόναχο, σημείωσε άνοδο από τις 116,7 μονάδες της προηγούμενης εβδομάδας, στο ιστορικό υψηλό επίπεδο των 117,5 μονάδων τον Νοέμβριο. Η αύξηση των εξαγωγών και οι μεγαλύτερες επενδύσεις αποτελούν τις κινητήριες δυνάμεις αυτής της ανάπτυξης, που αναμένεται να επεκταθεί σε μεγάλο βαθμό και στο 2018. Τα φώτα του υπουργείου Οικονομικών μπορεί να είναι σβηστά, αλλά η γερμανική βιομηχανία λειτουργεί με τους ταχύτερους ρυθμούς εδώ και επτά χρόνια.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ