«Λουσμένη» στο πορτοκαλί χρώμα ήταν η Βουλή, για ένα βράδυ χθες - Σάββατο 25 Νοεμβρίου 2017, σε μια πράξη συμβολική, για την ευαισθητοποίηση της κοινωνίας στο θέμα της βίας κατά των γυναικών. Εντός της, μία ημέρα πριν, ακούστηκαν απλώς λίγες λέξεις από την προεδρεύουσα συνεδρίασης κοινοβουλευτικού ελέγχου Αναστασίας Χριστοδουλοπούλου. «Η βία κατά των γυναικών, που είναι σωματική, σεξουαλική, προσωπική, ψυχολογική και λεκτική, δεν γνωρίζει σύνορα, δεν γνωρίζει θρησκείες, δεν γνωρίζει πολιτισμούς, είναι ένα φαινόμενο που μοιάζει μοιραίο, γιατί τα στατιστικά στοιχεία είναι πραγματικά εξαιρετικά ανησυχητικά για το τι συμβαίνει σε όλον τον πλανήτη», είπε μεταξύ των άλλων η 3η Αντιπρόεδρος της Βουλής - μοναδική γυναίκα, μεταξύ των συνολικά εννέα Αντιπροέδρων.  Και κάπου «εδώ», τελειώνουν οι συμβολισμοί. Οι ... καλοί συμβολισμοί.

Διότι πίσω από το επετειακό τελετουργικό του «πορτοκαλί» φωτισμού του μεγάρου του Κοινοβουλίου, υπάρχει το βαθύ γκρίζο που διαχρονικά επικρατεί στους εσωτερικούς του χώρους, για ένα ζήτημα εξαιρετικά σοβαρό: σύμφωνα με στοιχεία της Γενικής Γραμματείας Ισότητας και μόνο μέσα σε διάστημα ενός έτους (19/11/2016 έως 19/11/2017) η Γραμμή SOS 15900 δέχθηκε 5014 τηλεφωνήματα και 113 ηλεκτρονικά μηνύματα, ενώ χρειάστηκε για 361 περιπτώσεις η φιλοξενία γυναικών-θυμάτων βίας σε ξενώνες. Κι όμως: τα δείγματα αναφορικά με την ευαισθητοποίηση της εθνικής αντιπροσωπείας δεν είναι ενθαρρυντικά.

Με το ζήτημα της αντιμετώπισης της βίας κατά των γυναικών, αρμόδια να ασχοληθεί είναι η Ειδική Μόνιμη Επιτροπή Ισότητας, Νεολαίας και Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Αν και σε κάθε κοινοβουλευτική σύνοδο αλλάζει η σύνθεσή της, υποτίθεται ότι θα πρέπει κάθε φορά να παίρνει τη σκυτάλη από την προηγούμενη και να επικαιροποιεί τις προσπάθειες για την επίλυση των προβλημάτων. Φαίνεται, ωστόσο, πως δεν συμβαίνει αυτό.

Η Επιτροπή είχε ασχοληθεί σε τρεις συνεδριάσεις, από τις 25 Νοεμβρίου 2009 έως και τις 4 Φεβρουαρίου 2010. Μάλιστα, είχε συνταχθεί μια Εκθεση, με την επισήμανση ότι «στόχος είναι να συνταχθεί ένα υπόμνημα το οποίο θα κατατεθεί στη Βουλή και στα αρμόδια Υπουργεία, και να διεκδικηθεί η υλοποίηση των δράσεων που θα προτείνονται». Οκτώ χρόνια μετά, η «Κ» καταγράφει ορισμένα σημεία της, με την επισήμανση ότι με τρόπο συστηματικό και μεθοδευμένο, δεν έχει καταγραφεί επικαιροποίησή τους: Ουδείς μοιάζει να ενδιαφέρθηκε εάν υπήρξε Υπόμνημα, εάν διεκδικήθηκε η υλοποίηση των δράσεων που προτάθηκαν, ενώ δεν εκλήθησαν προς ενημέρωση-απολογισμό οι εκπρόσωποι συναρμόδιων Υπουργείων.

Τονιζόταν: «Στην Ελλάδα δεν υπάρχει ολοκληρωμένη, βασισμένη στον πληθυσμό, με δειγματοληψία, μεγάλη έρευνα για το εύρος της κακοποίησης. Τα στοιχεία συνήθως είναι από άλλες χώρες και σε όλες τις Εκθέσεις αναφέρεται ότι η Ελλάδα δεν έχει στοιχεία. Χρειάζεται να γίνει μια μεγάλη έρευνα».

Τονιζόταν: «Η βία πρέπει να καταπολεμηθεί παντού, γιατί ακόμα και οι βουλευτίνες όλων των κομμάτων τη βιώνουν σε διάφορες μορφές αυτή τη βία: ενδοοικογενειακή και κοινωνική βία, πολιτική βία, είναι η βία –πολλές φορές- των εξωθεσμικών κέντρων εξουσίας».

Προταθείσες παρεμβάσεις

Στην τελική Εισήγηση-Εκθεση, μεταξύ άλλων αναφέρονταν τα ακόλουθα ανά τομέα:

ΕΡΕΥΝΑ: «Το Πανεπιστήμιο και το ΚΕΘΙ εκ μέρους της ΓΓ Ισότητας θα μπορούσαν να αναπτύξουν ερευνητικά προγράμματα για το εύρος της κακοποίησης».

ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ: «Θέσπιση Οικογενειακού Δικαστηρίου με εξειδικευμένους δικαστές, αναθεώρηση διατάξεων ισχύουσας νομοθεσίας, συνεργασία δικαστικών με κατάλληλο και ειδικά εκπαιδευμένο επιστημονικό προσωπικό (ψυχολόγοι, παιδιψυχολόγοι, κοινωνικοί λειτουργοί κ.ά.) προκειμένου να εξασφαλίζεται η υποστήριξη, η θεραπεία και η επανένταξη στην κοινωνία τόσο των θυμάτων όσο και των θυτών».

ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ: «Ενταξη στο εκπαιδευτικό σύστημα μαθημάτων κοινωνικής εκπαίδευσης καθώς και ενημερωτικών και επιστημονικών προγραμμάτων διδασκαλίας των ανθρώπινων δικαιωμάτων και της ισότητας των φύλων. Δημιουργία θέσης Σχολικού Ψυχολόγου εντός των σχολείων».

ΕΡΓΑΣΙΑ: «Διατήρηση και επέκταση των μέτρων για την προστασία της εργαζόμενης μητέρας. Ειδικά προγράμματα ευρέσεως εργασίας για τις γυναίκες θύματα ενδοοικογενειακής ή εργασιακής βίας».

ΚΡΑΤΙΚΟΙ ΦΟΡΕΙΣ: «Επιμορφωτικά σεμινάρια αστυνομικών. Δημιουργία ενιαίου Μητρώου Καταγγελιών και συνεργασία με τους αρμόδιους φορείς της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και ΜΚΟ. Επιμορφωτικά σεμινάρια για την ευαισθητοποίηση και εκπαίδευση των επαγγελματιών του τομέα Υγείας, ιατρικού και νοσηλευτικού προσωπικού».

Ποιός, εντός Βουλής, μπορεί σήμερα να πει τί απέγιναν όλα αυτά, ή τί έγινε για όλα αυτά;

Και μια «αρχειοθέτηση» καταγγελίας

Από τις πλέον άσχημες στιγμές, μάλιστα, ήταν όταν κατά την διάρκεια συνεδρίασης της προαναφερθείσας Επιτροπής, μέλη της αντέδρασαν με τέτοιο τρόπο μόλις άκουσαν από προσκεκλημένη μια καταγγελία, που το επεισόδιο για κάποιον που έτυχε να το παρακολουθεί είχε όλα τα χαρακτηριστικά της άσκησης βίας κατά γυναίκας, και μάλιστα με εξαιρετικά άνισους όρους: βουλευτής κατά καθαρίστριας.

Ηταν η εκπρόσωπος Ένωσης καθαριστριών και οικιακών βοηθών που έλεγε: «Υπάρχουν μετανάστριες που δουλεύουν σε σπίτια βουλευτών και υπουργών ανασφάλιστες».

Με φωνές, τότε, στο όνομα της αγανάκτησης για την «προσβολή σε βάρος του πολιτικού συστήματος» και οι οποίες όμως γρήγορα έμοιαζαν να προσλαμβάνουν χαρακτήρα εκφοβισμού της προσκεκλημένης, βουλευτές της ζήτησαν να παρουσιάσει στοιχεία για την καταγγελία της, αλλιώς -όπως έλεγαν- θα ήταν απλή συκοφαντία.

«Εάν τα είχα φέρει, οι βουλευτές δεν θα μιλούσαν τόσο πολύ», απάντησε εκείνη, για να προκαλέσει νέο γύρο φραστικών επιθέσεων σε βάρος της.

Ουδείς, έκτοτε, δεν έμαθε περισσότερα για το θέμα.

Online

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ