ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Μη ανακτήσιμες επισφάλειες ύψους 20 δισ. ευρώ

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑΔΟΓΙΑΝΝΗΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Τράπεζες

Μη ανακτήσιμα θεωρούν οι τράπεζες προβληματικά δάνεια ύψους 20 δισ. ευρώ από τα περίπου 100 δισ. ευρώ των μη εξυπηρετούμενων πιστωτικών ανοιγμάτων. Πρόκειται για δάνεια «φαντάσματα» που αφορούν εταιρείες που έχουν διακόψει εδώ και πολλά χρόνια κάθε δραστηριότητα και ο όποιος εξοπλισμός τους έχει απαξιωθεί, επαγγελματικά δάνεια ελεύθερων επαγγελματιών που πια δεν ασκούν το επάγγελμά τους, καταναλωτικά δάνεια ή πιστωτικές κάρτες ατόμων που πλέον βρίσκονται εκτός χώρας ή είναι μακροχρόνια άνεργοι ακόμα και στεγαστικά δάνεια ακινήτων που για διάφορους λόγους έχουν απαξιωθεί.

Τα προβληματικά αυτά δάνεια, αν και οι τράπεζες έχουν μηδαμινές πιθανότητες να ανακτήσουν μέρος των ποσών που χορηγήθηκαν, εξακολουθούν να εμφανίζονται στους ισολογισμούς, αποτέλεσμα της γενικότερης αδράνειας και των καθυστερήσεων στην αντιμετώπιση του προβλήματος. Οπως σημειώνουν στελέχη τραπεζών, η εκκαθάριση των ισολογισμών από τα νεκρά αυτά δάνεια αποτελεί προτεραιότητα, ενώ στην κατεύθυνση αυτή πιέζουν οι εποπτικές αρχές, ωστόσο σημειώνουν ότι η χαμηλή πτήση της οικονομίας επιβάλλει μια σταδιακή και σε μεγαλύτερο βάθος χρόνου αντιμετώπιση στο πλαίσιο και της γενικότερης προσπάθειας για τη μείωση των κόκκινων δανείων.

Οι τράπεζες εκτιμούν ότι οι στόχοι μείωσης των κόκκινων δανείων, όπως έχουν συμφωνηθεί με τον Ενιαίο Εποπτικό Μηχανισμό (SSM), για το 2017, θα επιτευχθούν, ενώ αναγνωρίζουν ότι για το 2018 θα απαιτηθεί μεγαλύτερη προσπάθεια, με τους ηλεκτρονικούς πλειστηριασμούς να θεωρούνται κρίσιμης σημασίας εργαλείο. Σύμφωνα με τον σχεδιασμό, από το επίπεδο των περίπου 101,8 δισ. ευρώ που βρίσκονται σήμερα (Ιούνιος 2017), τα μη εξυπηρετούμενα πιστωτικά ανοίγματα θα πρέπει να συρρικνωθούν στα 98,2 δισ. ευρώ μέχρι το τέλος του έτους, στα 83,3 δισ. ευρώ στο τέλος του 2018 και στα 66,7 δισ. ευρώ στο τέλος του 2019, δηλαδή κατά 35,1 δισ. ευρώ χαμηλότερα.

Η επίτευξη των στόχων μείωσης και η καλή πορεία των τραπεζών στην υλοποίηση των επιχειρησιακών σχεδίων για τη μείωση των κόκκινων είναι κρίσιμης σημασίας για τα stress test που θα πραγματοποιήσει η ΕΚΤ στις αρχές του 2017. Αν η πρόοδος δεν είναι ικανοποιητική, τότε είναι βέβαιο ότι θα υπάρξουν κεφαλαιακές επιπτώσεις με κίνδυνο τα αποτελέσματα του stress test να είναι αρνητικά.

Στελέχη τραπεζών αναγνωρίζουν τις μεγάλες προκλήσεις, ωστόσο υπογραμμίζουν τα μεγάλα κεφαλαιακά μαξιλάρια που διαθέτουν, ενόψει της άσκησης. Πέραν των προβλέψεων ύψους 53 δισ. ευρώ που αντιστοιχούν στο 50% των μη εξυπηρετούμενων πιστωτικών ανοιγμάτων, διαθέτουν δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας 16,3% (κατά πολύ υψηλότερο του ελάχιστου προβλεπόμενου από τον SSM), ενώ το 60% των NPEs εξασφαλίζονται με ακίνητη περιουσία. Επίσης, έχουν υψηλά έσοδα (πριν από προβλέψεις) τα οποία ξεπερνούν τα 4 δισ. ευρώ σε ετήσια βάση. Ετσι, σε ορίζοντα 3ετίας μπορούν να διαθέσουν το μεγαλύτερο μέρος των εσόδων αυτών, συνολικού ύψους άνω των 12 δισ. ευρώ, για τη διενέργεια προβλέψεων για την αντιμετώπιση των κόκκινων δανείων.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ