ΘΕΑΤΡΟ

«Λούνα παρκ» στην οδό Κυκλάδων

ΓΙΩΤΑ ΣΥΚΚΑ

Στις κοινωνικές συναναστροφές του ο Λ. Βογιατζής ήταν εντελώς διαφορετικός: «Ηταν ένα παιδί. Είχε την περιέργεια να μάθει. Ρωτούσε, άκουγε, είχε μια γοητευτική αφέλεια».

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Τα Δευτερότριτα στο Θέατρο της Οδού Κυκλάδων στην Κυψέλη είναι διαφορετικά για το κοινό. Οσοι φτάνουν μέχρι εκεί έχουν την ευκαιρία μέσα από μια σύνθεση του κινηματογραφιστή Σπύρου Αλιδάκη να ταξιδέψουν στον κόσμο του Λευτέρη Βογιατζή. Μέσα από μια multimedia παράσταση οι παλιότεροι θα θυμηθούν τον μαγικό κόσμο του σκηνοθέτη που δεν ήταν μόνο ξεχωριστός αλλά και επίπονος, γεμάτος αγωνίες και εντάσεις. Οι νεότεροι θα κατανοήσουν τι είναι αυτό που έκανε κάθε του παράσταση γεγονός στη θεατρική Αθήνα. Σ’ έναν χώρο που γκρέμιζε και μεταμόρφωνε διαρκώς επί 30 χρόνια για κάθε ανέβασμα, ο θεατής βίωνε μια ξεχωριστή εμπειρία επί 80 λεπτά.

Ως τις 21.00, που ανοίγουν οι πόρτες του θεάτρου για τη διεξαγωγή της παράστασης, μικρά σημάδια, σαν σκιές, δείχνουν «να ζωντανεύει κάτι στο εσωτερικό», μας προετοιμάζει ο σκηνοθέτης και εμπνευστής της ιδέας Σπ. Αλιδάκης, ο οποίος εργάστηκε δίπλα του από το 2010. Οι θεατές μπαίνοντας στο θέατρο ακολουθούν μια συγκεκριμένη διαδρομή σε μια «πειραγμένη» ατμόσφαιρα γεμάτη ίχνη και ήχους από παλιές παραστάσεις. Είναι ο κόσμος του Βογιατζή που αποκρυπτογραφεί –σε όσους γνώριζαν μόνο τις παραστάσεις του– τον τρόπο που εργαζόταν. Οι χώροι του θεάτρου μοιάζουν με χάρτη, όπου η φαντασία σμίγει με την πραγματικότητα και τις αναμνήσεις.

Στο παλιό καμαρίνι του, ακούμε πώς προετοιμαζόταν. Ηχοι φέρνουν στον νου την εμπειρία που ζήσαμε στη «Σπασμένη στάμνα» του Χάινριχ φον Κλάιστ. Ο πολυέλαιος από την παράσταση «Συμφορά από το πολύ μυαλό» θυμίζει την ανταπόκριση που είχε το έργο του Γριμπογέντοφ, το ρολόι του τοίχου από το «Ρίτερ, Ντένε, Φος», την υπαρξιακή ποίηση του Τόμας Μπέρνχαρτ, η ρόμπα του «Θείου Βάνια» τον κόσμο του Τσέχοφ. Η τοιχογραφία της παλιάς «Αντιγόνης», την παράσταση που είχε κάνει στον κλειστό χώρο, ένα δωματιάκι με αντικατοπτρισμούς, το «Εσάς που με ακούτε» της Λούλας Αναγνωστάκη, η μακέτα της Μαγιού Τρικεριώτη στο «Λαχταρώ» της Σάρα Κέιν. Και βέβαια το τραπέζι που χρησιμοποιούσε σε όλες τις πρόβες.

«Ολα είναι σαν ένα λούνα παρκ», λέει στην «Κ» ο δημιουργός αυτής της site-specific παράστασης, στην οποία εικόνες, ντοκουμέντα, ήχοι, βιντεο-προβολές, αποσπάσματα από τις παραστάσεις του, συνεντεύξεις του και αναμνήσεις παλιών και νέων συνεργατών του θεάτρου, οι οποίοι συμμετέχουν ζωντανά ή κινηματογραφημένοι, ξυπνούν «τις μνήμες του χώρου, όπως τις έζησα». Επιπλέον, σε κάθε παράσταση θα εμφανίζεται κι ένας συνεργάτης του: Αμαλία Μουτούση, Ελένη Μανωλοπούλου, Αργύρης Πανταζάρας, Νικόλας Παπαγιάννης, Μαρία Σκουλά, Θάνος Τοκάκης και άλλοι που θα ανακοινώνονται σταδιακά.

Ο Σπύρος Αλιδάκης γνώρισε τον Λευτέρη Βογιατζή στην ταινία του Νίκου Παναγιωτόπουλου τα «Οπωροφόρα της Αθήνας» κι έπειτα δούλεψε κοντά του στο Θέατρο της Οδού Κυκλάδων. Εργάστηκε ως βοηθός σκηνοθέτη στις παραστάσεις: «Υστατο σήμερα» του Χάουαρντ Μπάρκερ (2009), «Τόκος» του Δημήτρη Δημητριάδη (2010), «Θερμοκήπιο» του Χάρολντ Πίντερ (2011), ενώ από το 2013 διευθύνει το θέατρο. Πώς ήταν οι πρόβες δίπλα του; «Δύσκολες. Εμοιαζαν με πόνους τοκετού. Ηταν ο δημιουργικός πόνος που είχε μέσα του. Αυτό τάραζε και τους άλλους. Δεν ησύχαζε ποτέ, κι ό,τι αποφάσιζε μετά το ανέτρεπε. Είχε ένα απίστευτο χάρισμα όταν ήταν στο τραπέζι των προβών. Ηταν ιδιοφυής. Εβλεπε κουσούρια, αδυναμίες προτερήματα. Εβλεπε σε έναν ηθοποιό, αν πρέπει να σπάσει κάτι μέσα του, για να ανθίσει. Οι αντιστάσεις των ηθοποιών, όλων μας, ήταν εκρηκτικές αλλά όταν αυτό συνέβαινε, ήταν κάτι αποκαλυπτικό. Οι πρόβες ήταν ένα διαρκές σκάψιμο, γεμάτο εμπόδια, πόνο, ένταση, ξεγύμνωμα αλλά συναρπαστικό για εκείνους που το κατανοούσαν. Αυτό που ζητούσε από τους άλλους ήταν να αναμετρηθούν με τον βαθύτερο εαυτό τους, το ίδιο ήθελε και εκείνος από τον εαυτό του».
«Χωρίς προηγούμενο»

Βλέποντας το αρχειακό υλικό, πιστεύει πως «η Bella Venezia» του Γιώργου Διαλεγμένου το 2005 ήταν «μια παράσταση χωρίς προηγούμενο. Ολοι τους ήταν τρομεροί. Ο Λευτέρης εξελισσόταν διαρκώς, κι αν ζούσε θα προχωρούσε ακόμη βαθύτερα, πιο φιλοσοφικά». Οσοι δούλεψαν μαζί του στο Θέατρο της Οδού Κυκλάδων δεν είχαν μόνο καλές στιγμές αλλά και στιγμές έντασης, διαφωνίας. «Αυτό τον βοηθούσε, τον ξεκλείδωνε». Επιπλέον, από τις μεγάλες εντάσεις ξεπηδούσε πάντα κάτι. Στις κοινωνικές του συναναστροφές ο Λ. Βογιατζής ήταν εντελώς διαφορετικός: «Ηταν ένα παιδί. Είχε την περιέργεια να μάθει. Ρωτούσε, άκουγε, είχε μια γοητευτική αφέλεια».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ