Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Δημήτρης Τζανακόπουλος: Κέικ

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Στα ρωσικά το έλεγαν «ντεζινφορματσία». Ετσι ονόμασαν τη μέθοδό τους εκείνοι που χρησιμοποιούσαν την πληροφορία σαν όπλο, σε μια εποχή που τα μέσα διάδοσής της ήταν ακόμη πενιχρά. Προδικτυακά. Αν ήθελε κανείς να δώσει ένα παράδειγμα της μεταμοντέρνας εξέλιξης της μεθόδου, δεν θα χρειαζόταν να ψάξει μακριά. Θα μπορούσε, ας πούμε, να σκεφτεί πώς καταστρώθηκε η αντεπίθεση των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ στο Σαουδαραβικό. Αντί να μπει στη βάσανο της αντίκρουσης των καταγγελιών, η κυβέρνηση έκανε κάτι πιο αποτελεσματικό. Κατασκεύασε η ίδια τις δικές της καταγγελίες. Απλό: Καλύτερα να κατηγορείς, παρά να κατηγορείσαι.

Με ποια συστατικά; Με ένα μπουζουκόηχο ελληνικό επώνυμο αλιευμένο από ένα απόρρητο τηλεγράφημα – απόρρητο για όλους εκτός από τον πρωθυπουργό που παραβίασε λίγο το απαραβίαστο μυστικό για να χρησιμοποιήσει το επώνυμο. Με τη συσχέτιση του πατέρα Παπαδόπουλου με τον πατέρα Μητσοτάκη, μέσω ενός ταξιδιού που έγινε πριν από είκοσι έξι χρόνια. Με μια δημοσιευμένη και ήδη διαδεδομένη φωτογραφία από μια δεξίωση όπου εικονίζεται ο αντιπρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας.

Είναι τίποτε από όλα αυτά ψέματα; Οχι. Αλλά η σύνθεσή τους δεν συνιστά την αλήθεια – όπως τρία αυγά, λίγο βούτυρο και μισό κιλό αλεύρι δεν συνιστούν από μόνα τους κέικ. Πρόκειται για θραύσματα πραγματικότητας, ως επί το πλείστον άσχετα με την επίδικη υπόθεση, που εκσφενδονίζονται για να την περιπλέξουν. Για να την καταστήσουν ακόμη πιο απωθητική στον ήδη πνιγμένο στον πληροφοριακό καταιγισμό τηλεθεατή. Κάποιος Σφακιανάκης, λίγος Αδωνις, λίγος πατήρ Μητσοτάκης. Τι έλειπε; Μα, φυσικά, η σύζυγος Μητσοτάκη. Οταν δεν υπάρχει ούτε κουταλιά πληροφορίας για να βάλεις στο μείγμα, τι κάνεις; Αυτό που έκανε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος και το non paper του Μαξίμου: Λανσάρεις τη θεωρία σου τάχα σαν απορία.

Αν ο κυβερνητικός εκπρόσωπος ερχόταν ποτέ αντιμέτωπος με τις μεθόδους της κυβέρνησής του, θα έβλεπε συνοφρυωμένο στην τηλεόραση έναν κατήγορο να ρωτάει: «Ας μας πει, λοιπόν, ο κύριος Τζανακόπουλος. Τι σχέση έχει με τις πλημμύρες στη Δυτική Αττική; Αυτός δεν είχε μετακομίσει κάπου στην περιοχή για δύο χρόνια, προκειμένου να ολοκληρώσει το αγροτικό του ως προλετάριος; Τι έκανε εκεί τόσον καιρό; Δεν είδε τα αυθαίρετα; Δεν άκουσε τις κοίτες κάτω απ’ τα μπετά;... Εμείς δεν καταδικάζουμε κανέναν. Μόνο ερωτήματα διατυπώνουμε».

Το παράδειγμα είναι, φυσικά, γελοίο. Ωστόσο, κανένα συστατικό του απαράσκευου «κέικ» δεν είναι ψεύτικο. Ούτε οι πλημμύρες, ούτε τα μπάζα, ούτε το αγροτικό. Είναι όλα μετρημένα με την παλιά συνταγή. Η χρήση της παλιάς συνταγής με τα νέα Μέσα μαρτυρεί, λένε κάποιοι, μια εξουσία που δεν φοβάται –λες και φοβήθηκε ποτέ– τις διαψεύσεις. Στην πραγματικότητα, όχι απλώς δεν φοβάται, αλλά επιδιώκει τις διαψεύσεις – την εμπέδωση της διαψευσιμότητας. Οταν όλα μπορούν να διαψευστούν, τίποτε δεν μπορεί να ισχύσει ως αλήθεια.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ