Μαρία Κατσουνάκη ΜΑΡΙΑ ΚΑΤΣΟΥΝΑΚΗ

Πανδαισία του ετερόκλητου

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Α​​κόμη κι αν κάποιος είναι εξοικειωμένος με τις πειραματικές απόπειρες στις παραστατικές τέχνες, ακόμη κι αν είναι ανοικτός και δεκτικός στο καινούργιο, θα δυσκολευτεί να διαχειριστεί την αμηχανία του στα πρώτα λεπτά της παράστασης «Τιτάνες» του Ευριπίδη Λασκαρίδη και της ομάδας του OSMOSIS. Και αυτό γιατί ο θεατής βρίσκεται αντιμέτωπος με ένα σύμπαν ακατάτακτο, που προσδιορίζεται με μεγαλύτερη ακρίβεια με το «δεν»: Δεν είναι θέατρο, δεν είναι χορός, δεν είναι παντομίμα, δεν είναι τσίρκο, δεν είναι εγκατάσταση με τη συμμετοχή του καλλιτέχνη, δεν είναι animation ως προς την κινησιολογία και τις αντιδράσεις. Τότε, τι είναι; Ακροπατάει σε όλα· και τη στιγμή που συνθέτει από τους κώδικές τους, την ίδια στιγμή και τους αναιρεί.

Οι «Τιτάνες», κατ’ αρχάς, είναι μια διεθνής συμπαραγωγή (Ελλάδα - Γαλλία - Ολλανδία - Πορτογαλία - Καναδάς), παρουσιάστηκαν για πρώτη φορά στο Φεστιβάλ Αθηνών του 2017 και επαναλήφθηκαν στο Μέγαρο Μουσικής, την περασμένη εβδομάδα, εγκαινιάζοντας τη νέα εναλλακτική σκηνή του Μεγάρου. Σε αυτό το Β΄ Υποσκήνιο της Αίθουσας Τριάντη, στο επίπεδο του δεύτερου υπόγειου πάρκινγκ, με εντυπωσιακή τεχνική υποδομή –κινδυνεύουμε να ξεχάσουμε ότι το Μέγαρο ήταν πρωτοπόρο και ανταγωνιστικό διεθνώς στον εξοπλισμό του– συντελέστηκε ένα μικρό βήμα στο άγνωστο! Δεν μετράμε το μέγεθός του. Μπορεί να είναι μικρότερο ή μεγαλύτερο απ’ ό,τι μας φάνηκε, μπορεί να εξελιχθεί ή να παραμείνει στάσιμο, δεν έχει και τόση σημασία. Το ενδιαφέρον είναι ότι ακονίζει την περιέργεια σαν καλλιτεχνική σπαζοκεφαλιά, ότι ξεβολεύει, αναζητώντας(;) νέα σκηνική γλώσσα.

Ο Ευριπίδης Λασκαρίδης με σπουδές στο Θέατρο Τέχνης Καρόλου Κουν και στο Brooklyn College της Νέας Υόρκης, στη δεύτερη αυτή απόπειρά του (μετά το «Relic» πριν από δύο χρόνια) προσπαθεί, όπως λέει ο ίδιος, να «δημιουργήσει χώρο γι’ αυτά που δεν λέγονται». Και τι κάνει; Συνθέτει μια πανδαισία του ετερόκλητου. Μια κούνια, μεγάλες επιφάνειες από φελιζόλ, μια περιστρεφόμενη ράβδος από λάμπες led, μια σανίδα σιδερώματος και ένα σίδερο ατμού, ένα γκονγκ, ένας λόφος καλυμμένος με χρυσαφί αλουμινόχαρτο, που μετατρέπεται σε φωτοστέφανο... Ο ίδιος ο σκηνοθέτης και σκηνογράφος επί σκηνής με ολόσωμη φόρμα, κρανίο γυμνό σκεπασμένο με μια περούκα, πρόσθετη μύτη που θυμίζει Πινόκιο ή Σιρανό, μακιγιάζ κλόουν, φουσκωμένη κοιλιά, περίεργα φορέματα, δίπλα σε μια ντυμένη στα μαύρα εντελώς σιωπηλή φιγούρα (Δ. Ματσούκας), κάτι σαν σκιά του ή alter ego του. Ο πρωταγωνιστής παράγει ήχους, συνομιλεί εξω-λεκτικά (εξω-γλωσσικά), απαντάει στο κινητό του, που χτυπάει συνεχώς, με αυτόν τον τρόπο, σιδερώνει (την περούκα), ποτίζει ένα πλαστικό λουλούδι ανορθόδοξα, πριονίζει το φελιζόλ δημιουργώντας «εικαστικά» ανοίγματα απ’ όπου ξεπροβάλλουν μέλη του σώματος, τρέχει, κάνει κούνια, κλαίει, γελάει, θυμώνει. Τα συναισθήματα σωματοποιούνται μέσα σε ένα πανδαιμόνιο κινήσεων αλλοπρόσαλλων, η επικοινωνία έχει κάτι αστείο και την ίδια στιγμή ανησυχαστικό. Ενα μοναχικό πλάσμα σε ένα ταξίδι μεταμορφώσεων, παράδοξα οικείο, γελοίο και εύθραυστο, σουρεαλιστικό τόσο, που καταλήγει να είναι αφοπλιστικό.

Μπορεί κανείς να αναγνωρίζει επιρροές (όπως του Δημήτρη Παπαϊωάννου) αλλά εντάσσονται σε μια γλώσσα πρωτότυπη, ατμοσφαιρική, σύνθετη, που κονταροχτυπιέται με την έμπνευση όσο και με τον πληθωρισμό. Ομως το θέαμα δεν πλατειάζει, καινοτομεί σκηνικά.

Οι «Τιτάνες» παρουσιάστηκαν αυτές τις ημέρες στο Παρίσι και συνεχίζουν σε πολλές ευρωπαϊκές πόλεις. Ο Ευριπίδης Λασκαρίδης παρήγαγε, εν ολίγοις, ένα θέαμα εξαγώγιμο, εν μέρει και γιατί δεν σκοντάφτει στο εμπόδιο της γλώσσας.

Ευφυώς διερευνά τον χώρο «γι’ αυτά που δεν λέγονται», με τόλμη που δεν αναδιπλώνεται μπροστά στην επιπλέον έκθεση, που βγάζει, ενδεχομένως, λίγο τη γλώσσα στον επίκτητο καθωσπρεπισμό του θεάματος, αποδομώντας με προσοχή την εικόνα. Δύσκολο το εγχείρημά του. Δεν είναι μόνος, όμως. Περιβάλλεται από μια ομάδα ανθρώπων με τους οποίους συμπλέει στην έμπνευση, στην τεχνική, στις αναζητήσεις. Είναι πράγματι μια «ώσμωση» ανάμεσα σε διαφορετικές διαδρομές, με κοινή γραμμή πλεύσης να επεξεργαστούν μια επικοινωνία χωρίς λόγια. Οι «Τιτάνες» είναι σαν ένα νεύμα. Απαιτεί «δουλειά» και από τον θεατή.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ