ΒΙΒΛΙΟ

Ηχοτοπία και ηχοχρώματα

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΣΧΙΝΑ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

ΘΑΝΑΣΗΣ ΒΑΛΤΙΝΟΣ
Ημερολόγιο της Αλοννήσου
φιλολογική επιμέλεια - επίμετρο:
Κωστής Δανόπουλος
εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας, σελ. 133

​​​​Ψηφιακό μυθιστόρημα» ονομάζει το «Ημερολόγιο της Αλοννήσου» ο Θανάσης Βαλτινός – ένα μυθιστόρημα αποτυπωμένο σε ψηφιακό δίσκο σε αναζήτηση της χαμένης προφορικότητας της λογοτεχνίας. Πρόκειται μάλλον για ένα ηχοτοπίο που λειτουργεί παράλληλα προς το κειμενικό σώμα, το οποίο παρέχεται υπό μορφή βιβλίου στην έκδοση της «Εστίας». Χρησιμοποιώ τον όρο ηχοτοπίο με την έννοια που του έδωσε ο Καναδός συνθέτης Ρ. Μ. Σέιφερτ: ολιστικό σύστημα ηχητικών συμβάντων, το οποίο σχηματοποιεί ένα ακουστικό περιβάλλον. Συντίθεται από επάλληλα objets sonores, ηχητικά γεγονότα που μπορούν μεν να αποσχισθούν από τη συνολική ακουσματική εμπειρία και να σταθούν αυτόνομα, αλλά όταν συνυπάρχουν και συνυφαίνονται –έτσι όπως συνυπάρχουν και συνυφαίνονται στο «Ημερολόγιο της Αλοννήσου»– δημιουργούν μια νέα αισθητηριακή χαρτογραφία, εισάγοντας τον αναγνώστη-ακροατή σε μια πολυαισθητηριακή, κιναισθητική διαδικασία, καθώς προτείνουν νέους, ακουστικούς τρόπους έκφρασης και πρόσληψης του έργου.

Ο αναγνώστης-ακροατής καλείται να συμπληρώσει με τον δικό του τρόπο το δίκτυο των αναδυόμενων νοημάτων. Το ηχοτοπίο του Βαλτινού μπορεί να προσληφθεί ως μουσική σύνθεση και όχι ως αυθεντική απεικόνιση μιας πραγματικότητας –εξάλλου και μόνη η σκηνοθεσία, η σύνδεση των επιμέρους ηχητικών υλικών, η μείξη, η αλληλένθεσή τους, αναιρεί τον ρεαλισμό διά της υπερβολής του– τόση πραγματικότητα μας κατευθύνει σε μια υπερ-πραγματικότητα. Καθώς, λοιπόν, η ακρόαση παρέχει την αίσθηση της εμπειρίας που θα μπορούσε να αποκτήσει κανείς σε ένα αντίστοιχο ακουστικό περιβάλλον, δημιουργείται η εντύπωση ότι ο δημιουργός ακολουθεί, από άλλο δρόμο μεν, ωστόσο κοντινό, τη λογική του Τζον Κέιτζ, σύμφωνα με την οποία οποιοδήποτε υλικό θεωρείται μουσική. Οταν ο Κέιτζ άνοιγε την πόρτα της αίθουσας συναυλιών και ενθάρρυνε τους ήχους του δρόμου να διασταυρωθούν με τη σύνθεσή του, ανανέωνε την τέχνη της μουσικής με καινούργιες και φαινομενικά άμορφες έννοιες· όταν ο Βαλτινός ανοίγει τον κειμενικό χώρο για να εισέλθουν οι ήχοι, τα φωνήματα, τα θραύσματα των συνομιλιών και των ερωτικών περιπτύξεων που αποτελούν στίξη και μαζί αντίστιξη του κειμένου, προτείνει μια λογοτεχνία που, καθώς λέει ο ίδιος, αρνείται την εγγράμματη διατύπωσή της.

Το ερώτημα, οπωσδήποτε, παραμένει: ένα τέτοιο εγχείρημα τείνει προς την αναγέννηση της προφορικής λογοτεχνίας; Η επιφύλαξη που διατυπώνει στο επίμετρό του ο επιμελητής της έκδοσης Κωστής Δανόπουλος είναι ισχυρή: στην προφορική παράδοση κάθε νέα παραστασιακή λειτουργία διαφοροποιείται από τις προηγούμενες στον βαθμό που ο εκτελεστής χρησιμοποιεί μεν την υπάρχουσα δεξαμενή εκφράσεων και τύπων, αλλά πάντα εισάγει ένα προσωπικό στοιχείο, παραλλάσσει, αλλοιώνει, αναδημιουργεί. Το ηχογραφημένο περιεχόμενο παραμένει σε κάθε περίπτωση αναλλοίωτο, παρατηρεί ο Δανόπουλος, και είναι προϊόν εποπτείας του συγγραφέα-σκηνοθέτη-παραγωγού. Πράγματι, έτσι είναι. Ωστόσο, ο αναγνώστης-ακροατής μπορεί να υιοθετήσει έναν πιο ενεργό ρόλο, συμπληρώνοντας όσα διαβάζει και ακούει με τη δική του αφήγηση. Ακόμη κι αν η σχέση λόγου και ήχου πειθαρχεί σε μια προσχεδιασμένη λεκτικο-ακουστική σύμβαση, δεν μπορεί να αποκλεισθεί μια «προκύπτουσα» σχέση που συνομιλεί αδιάλειπτα με το ευρύτερο πολιτισμικό ηχοτοπίο της κουλτούρας στην οποία εντάσσονται τόσο το αμιγώς λεκτικό όσο και το ηχητικό πεδίο του έργου και ως εκ τούτου που συμπεριλαμβάνει και τον ακροατή-αναγνώστη, καλώντας τον να προσθέσει και το δικό του ηχόχρωμα σ’ αυτό το ανοικτό, ευπροσήγορα φιλόξενο, παρότι τόσο προσωπικό σύμπαν. Και δι’ αυτής της οδού φθάνουμε, νομίζω, σ’ αυτό που ονομάζει διασταλτικά προφορικότητα ο συγγραφέας. Δηλαδή στην εισδοχή μας στο ξένο κειμενικό-ακουστικό σώμα και τον πολλαπλασιασμό του με τις δικές μας αντηχήσεις.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ