Γιούλη Επτακοίλη ΓΙΟΥΛΗ ΕΠΤΑΚΟΙΛΗ

Λάσπη και αποδείξεις

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Σκηνή πρώτη: Η κάμερα περιδιαβάζει τα δωμάτια της σχεδόν διαλυμένης μονοκατοικίας. Δεν έχουν απομείνει και πολλά. Διακρίνονται ένα πρόχειρο ράντσο, δύο καρέκλες και ένα τραπέζι. Τα σημάδια που έχει αφήσει η λάσπη στους τοίχους μαρτυρούν το μέγεθος της καταστροφής.

Ο ηλικιωμένος άνδρας με δυσκολία συγκρατεί τον λυγμό του. «Τα χάσαμε όλα. Μου ζητάνε να τους πάω χαρτιά, αποδείξεις για να πάρω το επίδομα. Πού να τα βρω; Τα πήρε η λάσπη. Είχαμε με τη γυναίκα μου πέντε χιλιάδες ευρώ κρύψει στο σπίτι, αυτά ήταν όλα κι όλα, για μια ώρα ανάγκης. Τα πήρε κι αυτά η λάσπη. Ολα τα πήρε...», λέει και βγαίνει απ’ το πλάνο.

Σκηνή δεύτερη: Ενας άνδρας κοντά στα 60 παρακολουθεί τους εργάτες που ρίχνουν τσιμέντο. Τον πλησιάζει η κάμερα. «Κάνατε αίτηση για το επίδομα των 5.000 ευρώ», τον ρωτάει η δημοσιογράφος. «Πώς να την κάνω; Δεν έχω αυτά που ζητάνε. Να τρέχω από γραφείο σε γραφείο και να παρακαλάω τους υπαλλήλους; Γιατί να χάσω τον χρόνο μου; Αυτό το κράτος είναι μόνο για να παίρνει. Οχι για να δίνει. Εβαλα μπροστά αμέσως να φτιάξω το μαγαζί μου. Αυτό το καφενείο έχω μόνο. Αυτό μου δίνει να φάω. Θα το φτιάξω και θα προχωρήσω τη ζωή μου. Οπως μπορώ».

Εχουν περάσει σχεδόν δύο εβδομάδες από τα τραγικά γεγονότα στη Μάνδρα Αττικής, τη βιβλική καταστροφή με 23 νεκρούς και τεράστιες υλικές ζημιές. Από τις πρώτες κιόλας στιγμές γνωρίζαμε ότι ήταν ένα προδιαγεγραμμένο έγκλημα. Το προκάλεσαν κακές πολιτικές με βαθιές ρίζες δεκαετιών, ανεύθυνες και ανεξέλεγκτες ανθρώπινες παρεμβάσεις, άναρχη δόμηση, αλλεπάλληλες παραβάσεις.

Δύο εβδομάδες μετά, παρακολουθούμε με την ίδια θλίψη και κάτι άλλο: Tο πρόσωπο της πολιτείας, που δεν αποτυγχάνει μόνο στην πρόληψη και την προστασία, αλλά και στη διαχείριση τη στιγμή της κρίσης. Ανθρωποι σε απόγνωση περιφέρονται στις δημόσιες υπηρεσίες, προσπαθώντας να καταθέσουν τα δικαιολογητικά που τους ζητούν για να πάρουν το χρηματικό βοήθημα. Την ώρα που παλεύουν να ξεπλυθούν απ’ τη λάσπη, να ξανακάνουν στοιχειωδώς κατοικήσιμα τα σπίτια τους, να ξεπεράσουν το τρομερό σοκ, αντί να διευκολύνονται από την πολιτεία με κάθε τρόπο, με όλα τα μέσα, έρχονται αντιμέτωποι με μια διοίκηση ανήμπορη όχι μόνο να στηρίξει, αλλά και να ανακουφίσει, να παρηγορήσει.

Είναι πικρή η συνειδητοποίηση του πολίτη, που βλέπει ότι είναι μόνος του απέναντι στο δράμα. Πλέον έχουμε συμβιβαστεί με τα τεράστια θεσμικά κενά που καλύπτονται σε κάποιο βαθμό μόνο χάρη στον εθελοντισμό και όχι επειδή υπάρχουν δομές που λειτουργούν για εμάς. Ηταν διαφορετικά πριν από την κρίση; Οχι. Και τότε υπήρχαν κενά. Αλλά υπήρχαν και λεφτά που διασκέδαζαν κάπως αυτή τη μοναξιά. Τώρα δεν υπάρχουν.

Γι’ αυτό όλο και πιο συχνά, σε αντίστοιχες περιπτώσεις, «διαβάζεις» στα πρόσωπα του δράματος την παραίτηση, την παραδοχή της ήττας. Δεν υπάρχει λόγος να περιμένεις κάτι που ξέρεις ότι δεν θα έρθει. Προχωράς μπροστά, παλεύεις με σθένος και αποφασιστικότητα. Κοιτάζεις να σώσεις ό,τι σώζεται. «Θα το φτιάξω και θα προχωρήσω τη ζωή μου. Οπως μπορώ».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ