ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ

Η Μπλάνσετ και τα 13 μανιφέστα

ΑΙΜΙΛΙΟΣ ΧΑΡΜΠΗΣ

Η Κέιτ Μπλάνσετ μεταμορφώνεται ξανά και ξανά εκφωνώντας τα μανιφέστα της, στο πειραματικό κινηματογραφικό πρότζεκτ του Γιούλιαν Ρόζενφελντ.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Υπάρχουν ταινίες στην ιστορία του κινηματογράφου στις οποίες κάποια άλλη μορφή τέχνης «εισβάλλει» για να κλέψει την παράσταση. Συχνά είναι η μουσική, άλλοτε τα εικαστικά ή το θέατρο. Ως ένα βαθμό αυτό είναι και φυσικό, μιας και το σινεμά αποτελεί συγκερασμό των παραδοσιακών τεχνών και συνισταμένη τους. Σπάνια, ωστόσο, βλέπουμε μια ταινία που μοιάζει με καλλιτεχνική εγκατάσταση· ένα κινηματογραφικό σύνολο που θα ταίριαζε και σε μουσείο μοντέρνας τέχνης. Κάτι τέτοιο είναι το «Manifesto», η νέα ταινία του εικαστικού και κινηματογραφιστή Γιούλιαν Ρόζενφελντ, η οποία μας χαρίζει και ένα μοναδικό, πολλαπλό ερμηνευτικό πορτρέτο.

Αυτό το τελευταίο θα ήταν μάλλον ανέφικτο χωρίς την Κέιτ Μπλάνσετ. H Αυστραλή ηθοποιός, μία από τις κορυφαίες του καιρού μας, δίνει εδώ ρεσιτάλ υιοθετώντας 13 διαφορετικές περσόνες, οι οποίες με τον έναν ή τον άλλο τρόπο διατυπώνουν μανιφέστα.

Μια δασκάλα, μια παρουσιάστρια ειδήσεων, ένας άστεγος ρακοσυλλέκτης, ένας εργάτης, μια ροκ σταρ, μια νοικοκυρά και διάφοροι άλλοι γίνονται οι φωνές που εξαγγέλλουν αυτά τα σύμβολα των μεγάλων αλλαγών. «Γράφω ένα μανιφέστο επειδή δεν έχω τίποτα να πω», λέει ένας από τους χαρακτήρες της Μπλάνσετ, ενώ ένας άλλος διακηρύσσει το μίσος του για την «κοινή λογική».

Μαρξ και Φον Τρίερ

Οι ιδέες που υπάρχουν εδώ είναι πολλές και διάφορες: από την καθαρή επανάσταση μέχρι τον απέραντο κυνισμό. Ακούμε τα λόγια του Μαρξ και του Γκι Ντεμπόρ, αλλά και αυτά του Λαρς φον Τρίερ από το περίφημο «Δόγμα 95». Σε μια εκπληκτική σκηνή, σε ένα νεκροταφείο, η μαυροφορούσα πρωταγωνίστρια εκφωνεί με πάθος ένα ντανταϊστικό μανιφέστο, κάτι σαν τη νεκρολογία της ίδιας της τέχνης.

Πέρα πάντως από τα όσα λέγονται επί της οθόνης, ενδιαφέρον έχουν και τα σκηνικά που κατά περίπτωση χρησιμοποιούνται. Μερικά από αυτά μοιάζουν με περίτεχνα installations και άλλα μας στέλνουν σε τρομακτικά μέρη, όπως μια ερημωμένη σαν από πυρηνική καταστροφή πόλη. Αυτή η συνεχής εναλλαγή χώρων και τοπίων ενισχύει ακόμα περισσότερο το στοιχείο της αποσπασματικότητας και την αίσθηση πως εδώ δεν παρακολουθούμε ακριβώς κινηματογραφική ταινία. Αλλωστε η αρχική σύλληψη του πρότζεκτ «Μανιφέστο» από τον Ρόζεφελντ αφορούσε μια καλλιτεχνική εγκατάσταση, ταξιδεμένη σε πολλά μουσεία του κόσμου (και στο Φεστιβάλ Αθηνών), όπου 13 απαγγελίες μανιφέστων εμφανίζονταν ταυτόχρονα σε ισάριθμες οθόνες.

Το δυνατό σημείο της κινηματογραφικής εκδοχής είναι αναμφισβήτητα η ερμηνεία της Κέιτ Μπλάνσετ. Για τις ανάγκες των διαφορετικών ρόλων, εκείνη αλλάζει τη φωνή και την εμφάνισή της και (κυρίως) εξαπολύει τα μανιφέστα της σαν να έχει απόλυτη και ακλόνητη πίστη στην αλήθεια τους. Από την άλλη, αυτό το μοτίβο του καλλιτεχνικού «κηρύγματος» γίνεται, από ένα σημείο και έπειτα, κάπως επαναληπτικό και μονότονο, χάνοντας λίγη από την αρχική ορμή του μηνύματός του.

Το βαρόμετρο της εβδομαδας

Στη «Λαίδη Μάκμπεθ» ο σκηνοθέτης Ουίλιαμ Ολντρόιντ κάνει ντεμπούτο στις μεγάλου μήκους ταινίες, βασιζόμενος στη νουβέλα «Lady Macbeth of Mtsensk» του Νικολάι Λέσκοφ. Αυτή περιγράφει την ιστορία της Κάθριν, μιας νεαρής νύφης που εξαναγκάζεται να παντρευτεί έναν πλούσιο γαιοκτήμονα για τον οποίο δεν έχει κανένα ενδιαφέρον. Περιορισμένη στο πελώριο, απομονωμένο σπίτι και εν τη απουσία του συζύγου, η Κάθριν σύντομα θα συνάψει παθιασμένη ερωτική σχέση με έναν από τους υπηρέτες. Τα πράγματα ωστόσο θα πάρουν τραγική τροπή όταν, στην προσπάθεια να συγκαλυφθεί η αλήθεια, θα αρχίσει μια σειρά στυγνών φονικών.

Στο «Ολα απ’ την αρχή» ο Τζ. Κ. Σίμονς υποδύεται έναν πατέρα ο οποίος, μετά τον ξαφνικό θάνατο της συζύγου του, μετακομίζει μαζί με τον γιο του Γουές σε μια νέα πόλη. Εκεί οι δυο τους θα συναντήσουν μια όμορφη δασκάλα (Ζιλί Ντελπί) καθώς και τη 17χρονη Λέισι, οι οποίες θα τους βοηθήσουν να ξεπεράσουν τα ψυχικά τους τραύματα.

«Ο Γιος της Σοφίας» είναι η νέα, βραβευμένη στο φεστιβάλ της Τραϊμπέκα, ταινία της Ελίνας Ψύκου («Η αιώνια επιστροφή του Αντώνη Παρασκευά»). Ο 11χρονος Μίσα, ο οποίος έχει για καιρό αποχωριστεί τη μητέρα του, φθάνει στην Αθήνα, το καλοκαίρι του 2004, για να επανενωθεί μαζί της. Εκείνη όμως είναι πια παντρεμένη (από ανάγκη προφανώς) με έναν κατά πολύ μεγαλύτερο άνδρα, ο οποίος θα βαλθεί να φέρει τον Μίσα πιο κοντά στα δικά του πρότυπα. Η Ψύκου φτιάχνει ένα ευαίσθητο φιλμ, στο οποίο η κωμική και η τραγική πλευρά της ζωής εναλλάσσονται, ενώ στον χορό μπαίνει και μια άλλη εναλλακτική πλευρά των παιδικών παραμυθιών.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ