ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Η βιομηχανία που... αυγάτισε τα κέρδη της μέσα στην κρίση

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑΔΟΓΙΑΝΝΗΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Με έδρα την ακριτική Ηπειρο, στη βιομηχανική περιοχή Ιωαννίνων, λίγο έξω από τη Ζίτσα, η «Νιτσιάκος ABEE», με μεγάλες δραστηριότητες τόσο στον πρωτογενή όσο και στον δευτερογενή τομέα, είναι μία από τις μεγαλύτερες βιομηχανίες της χώρας: 17η βάσει πωλήσεων, 6η στον κλάδο τροφίμων και πρώτη, και με διαφορά, στον κλάδο της πτηνοτροφίας.

Το πιο εντυπωσιακό, ωστόσο, είναι η πορεία της μέσα στην κρίση: έχοντας σχεδόν τριπλασιάσει τον κύκλο εργασιών της, πενταπλασιάσει τις εξαγωγές, υλοποιώντας επενδύσεις άνω των 20 εκατ. ευρώ και δημιουργώντας πολλές νέες θέσεις εργασίας, η «Νιτσιάκος» είναι μία από τις λίγες περιπτώσεις που κατάφεραν να μετουσιώσουν την κρίση σε ευκαιρία. Με επενδύσεις σε νέες τεχνολογίες, αδιάκοπο εκσυγχρονισμό των εγκαταστάσεων, έρευνα και καινοτομίες για νέα προϊόντα, έμφαση στην ποιότητα και την πολύ σκληρή δουλειά κατάφερε να διακριθεί κόντρα στο ρεύμα.

Ενα πολύ ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της εταιρείας είναι ότι έχει αναπτύξει έναν πλήρως ολοκληρωμένο κύκλο παραγωγής: από τις πρώτες ύλες, την εκκόλαψη των νεοσσών, την εκτροφή τους με ζωοτροφές που παράγει η ίδια μέχρι την τελική τυποποίηση και διανομή των προϊόντων της.

Ιδρυση το 1972

Το πρώτο βήμα έγινε από τον Θεόδωρο Νιτσιάκο, σχεδόν από το μηδέν. Το 1972 διαβλέποντας τις μεγάλες δυνατότητες ανάπτυξης της βιομηχανίας παραγωγής κοτόπουλου στην Ελλάδα προχώρησε στη δημιουργία, με δάνειο από την Αγροτική Τράπεζα, μιας πρότυπης μονάδας αναπαραγωγής. Το ξεκίνημα έγινε σχεδόν από το μηδέν, καθώς οικονομικά ήταν μεν απόλυτα εξαρτημένος από τρίτους, ωστόσο με σπουδές στη Γεωπονική Σχολή Θεσσαλονίκης και κατόπιν στο ολλανδικό Γεωπονικό Πανεπιστήμιο του Βαγκενίγκεν ο κ. Νιτσιάκος ήταν οπλισμένος με θεωρητικές και πρακτικές γνώσεις για την πτηνοτροφία.

Σταδιακά, η πολύ μικρή επιχείρηση άρχισε να μεγαλώνει και να γίνεται «ορατή», ωστόσο ήταν πολύ πίσω από τους μεγάλους της εποχής.

Μια μεγάλη δυσκολία που αντιμετώπιζε ήταν το υψηλότερο κόστος που συνεπαγόταν η μεγάλη γεωγραφική απόσταση από την Αθήνα και τις άλλες μεγάλες πόλεις. Το μειονέκτημα αυτό ο κ. Νιτσιάκος κατάφερε να το μετατρέψει σε πλεονέκτημα, επενδύοντας συστηματικά στην πλήρη καθετοποίηση της παραγωγικής δραστηριότητας. Η εταιρεία προχώρησε το 1993 στη δημιουργία βιομηχανίας ζωοτροφών –που σήμερα αποτελεί μία από τις κύριες δραστηριότητες του ομίλου– ενώ την περίοδο 1995-2000 έδωσε βαρύτητα στη δημιουργία δικτύου διανομής στις μεγαλύτερες πόλεις της χώρας. Το 2003 τέθηκε σε λειτουργία το δεύτερο εργοστάσιο ζωοτροφών στην Αρτα, ενώ το 2005 εισήλθε στον κλάδο της παραγωγής τροφών για κατοικίδια, εκμεταλλευόμενη τη δική της πρώτη ύλη. Μέχρι το 2008 έχει δημιουργήσει νέα κέντρα διανομής σε Αθήνα, Ιωάννινα και Θεσσαλονίκη, ενώ την ίδια χρονιά προχώρησε στην κατασκευή εργοστασίου καύσης υποπροϊόντων για την παραγωγή ενέργειας, κίνηση που έβαλε τις βάσεις ώστε να καταστεί σταδιακά ενεργειακά αυτόνομη.

Ολα αυτά, εξηγούν στελέχη της στην «Κ», έγιναν με πολύ προσεκτικά βήματα και ακόμα πιο προσεκτική διαχείριση: ξοδεύαμε πάντα λιγότερα από όσα κερδίζαμε και τα κέρδη επενδύονταν στην εταιρεία. Ακριβώς το αντίθετο δηλαδή από ό,τι έκανε το ελληνικό Δημόσιο που ξόδευε συστηματικά πολλά περισσότερα από όσα διέθετε, με τελικό αποτέλεσμα το δημοσιονομικό αδιέξοδο του 2009. Κάπως έτσι η κρίση βρήκε τη «Νιτσιάκος» να πατά πολύ καλά στα πόδια της, γεγονός που τις επέτρεψε να τη μετατρέψει σε ευκαιρία: το 2010, διαθέτει στην αγορά γαλοπούλα και κουνέλι ελληνικής εκτροφής, αποτελώντας τον πρώτο Ελληνα παραγωγό γαλοπούλας, το 2013 εγκαθιστά λέβητες βιομάζας σε όλες τις βιομηχανικές εγκαταστάσεις της, στοχεύοντας στην ελαχιστοποίηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων, το 2014 προχώρησε σε συνεργασία για την εξαγωγή 20.000 τόνων σκληρού σίτου ελληνικής παραγωγής, ενώ το 2015 εισήγαγε αποκλειστικά, για την εκτροφή του στη χώρα μας, το Μαύρο Κοτόπουλο από την Αλσατία της Γαλλίας, μια πολύ ιδιαίτερη ράτσα. Το 2017 διεύρυνε το χαρτοφυλάκιο προϊόντων της εισάγοντας τη γαλοπούλα και το κοτόπουλο πανέ, ενώ την ίδια χρονιά υπέγραψε στρατηγική συμφωνία με τον κ. Σπύρο Θεοδωρόπουλο για την αποκλειστική συνεργασία με τη «Νίκας» (την οποία εξαγόρασε ο όμιλος Chipita), τη μεγαλύτερη εταιρεία παραγωγής και διανομής αλλαντικών της χώρας.

Επέκταση στην αγορά του μοσχαρίσιου κρέατος

Σε νέες  επενδύσεις ύψους 25 εκατ. ευρώ θα προχωρήσει στην περίοδο 2018-2022, η «Νιτσιάκος». Το επενδυτικό πρόγραμμα περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, την επέκταση του ομίλου και στην αγορά του μοσχαρίσιου κρέατος. Συγκεκριμένα, θα προχωρήσει στη δημιουργία φάρμας πάχυνσης και μονάδας επεξεργασίας - τυποποίησης κρέατος, κίνηση που εκτιμάται ότι θα ενισχύσει περαιτέρω τα μεγέθη και τη θέση του ομίλου στην αγορά. Σημειώνεται ότι τα τελευταία χρόνια έχει επεκταθεί επίσης στην παραγωγή αλεύρων για την αρτοποιία και τη βιομηχανία, και την εισαγωγή και εμπορία ενός νέου οικονομικού και φιλικού προς το περιβάλλον τύπου βιομάζας από φλοιό ηλιόσπορου. Επιπλέον, το νέο επενδυτικό πρόγραμμα προβλέπει την αύξηση της δυναμικότητας στο πτηνοσφαγείο της ΒΙΠΕ Ιωαννίνων με ταυτόχρονη επέκταση των μονάδων βιολογικού καθαρισμού και επεξεργασίας των στερεών αποβλήτων, καθώς και επέκταση του εκκολαπτηρίου. Επίσης, η εταιρεία δημιούργησε νέο κέντρο διανομής στο Ηράκλειο Κρήτης και έχει ξεκινήσει από πέρυσι πρόγραμμα εκσυγχρονισμού του στόλου των οχημάτων της με αντικατάσταση των παλιών φορτηγών αυτοκινήτων. Την περασμένη άνοιξη, η «Νιτσιάκος» απέκτησε απέναντι από το λιμάνι της Χαλκίδας έκταση 135 στρεμμάτων με 35.000 τ.μ. καλυμμένη έκταση με σκοπό την πιο ενεργό δραστηριοποίηση στη αγορά των πρώτων υλών ζωοτροφών της νοτίου Ελλάδας. Οι εργασίες βελτίωσης και διαμόρφωσης των αποθηκών αναμένεται να ολοκληρωθούν πριν από το τέλος του έτους.Βασικός στόχος της εταιρείας είναι η ενίσχυση της θέσης της στην εγχώρια αγορά με την ανάπτυξη νέων, υψηλής ποιότητας και υψηλής διατροφικής αξίας, προϊόντων. Μεγάλο βάρος θα δοθεί και στην επέκταση της παρουσίας της στο εξωτερικό. Το 2017 οι εξαγωγές της ανήλθαν στα 25 εκατ. ευρώ κυρίως προς Ιταλία, Κύπρο, καθώς και στις γειτονικές χώρες στη Βαλκανική.

«Επιμονή και όραμα κόντρα σε δύσκολες συνθήκες»

Με τη δεύτερη γενιά της οικογένειας, τον Κώστα και τη Μαριλένα Νιτσιάκου, να αναλαμβάνει σταδιακά τα ηνία, η εταιρεία προχωρά στην επόμενη ημέρα συνεχίζοντας να επενδύει στην καινοτομία, στην ελληνικότητα και στην εξωστρέφεια. Τι κάνει τη μεγάλη διαφορά; Σύμφωνα με την κ. Μαριλένα Νιτσιάκου, διευθύντρια μάρκετινγκ και πωλήσεων του ομίλου, «η άριστη ποιότητα του προϊόντος κάνει τη διαφορά. Για την επίτευξη αυτού του στόχου έχουμε επικεντρωθεί στη σωστή εκτροφή των πουλερικών, η οποία πλέον πραγματοποιείται με τη χρήση δικών μας ζωοτροφών που παράγονται σε εργοστάσιά μας. Επιπλέον, διαθέτουμε ένα έμπειρο επιστημονικό προσωπικό, το οποίο μέσω των ποιοτικών ελέγχων που πραγματοποιεί, από την προέλευση των πρώτων υλών, την εκτροφή και την κτηνιατρική παρακολούθηση των ορνίθων μέχρι την τελική διανομή τους, διασφαλίζει την άριστη ποιότητα όλων των προϊόντων. Ολα αυτά σε συνδυασμό με την καινοτομία έχουν τοποθετήσει τα προϊόντα μας στην κορυφή της προτίμησης των καταναλωτών».

Σε ό,τι αφορά το επιχειρείν στην Ελλάδα, σημειώνει ότι είναι γεγονός πως το επιχειρηματικό περιβάλλον τα τελευταία 50 χρόνια δεν είναι φιλικό προς τις επιχειρήσεις. «Από τη δική μου εμπειρία στον χώρο μπορώ όμως να πω πως το όραμα, η προσήλωση στους στόχους και η επιμονή αποτελούν το τρίπτυχο της επιτυχίας και οι παράγοντες που εμάς τουλάχιστον μας οδήγησαν στην ανάπτυξη παρά τις αρνητικές συνθήκες». Τέλος, σε ό,τι αφορά την υστέρηση του αγροτικού - κτηνοτροφικού τομέα, και το έλλειμμα παραγωγικότητας που καταγράφεται, σημειώνει ότι «ο αγροτικός τομέας και η κτηνοτροφία μπορεί να θεωρούνται τομείς στους οποίους η χώρα μας εμφανίζει πλεονεκτήματα αλλά αποτελούν ταυτόχρονα και δύο πολύ δύσκολους τομείς. Η ενασχόληση με τον κλάδο απαιτεί μακροχρόνιες επενδύσεις και τα αποτελέσματα στον πρωτογενή τομέα δεν είναι άμεσα, απαιτείται πίστωση χρόνου. Επιπλέον, η χώρα μας τα τελευταία χρόνια έχει εστιάσει σε άλλους τομείς, αγνοώντας ωστόσο το γεγονός πως ο πρωτογενής τομέας ανέκαθεν αποτελούσε πυλώνα ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας».

Βαρύ πλήγμα από την ύφεση, δύσκολη η ανάκαμψη του αγροτροφικού κλάδου

Σύμφωνα με μελέτη του Παρατηρητηρίου Οικονομικών και Κοινωνικών Εξελίξεων του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ, με τίτλο «Οι αναπτυξιακές δυνατότητες του αγροτροφικού συστήματος στην Ελλάδα», ο πρωτογενής τομέας και το ευρύτερο αγροτροφικό σύστημα χαρακτηρίζονταν από στασιμότητα και αποδιάρθρωση ήδη τη δεκαετία του 2000. Ωστόσο, από το 2009-2010 και μετά παρατηρούνται σοβαρές αλλαγές και επιδείνωση σε βασικά μεγέθη, όπως η παραγωγή, η εγχώρια ζήτηση, η απασχόληση, η χρηματοδότηση, οι επενδύσεις κ.ά. Η ακαθάριστη προστιθέμενη αξία του πρωτογενούς τομέα σημείωσε την υψηλότερη τιμή της το 2003 (8,97 δισ. ευρώ) και έκτοτε ακολουθεί φθίνουσα πορεία, ενώ το 2014 είχε πλέον συρρικνωθεί στα 5.987 εκατ. ευρώ.

Στο επιμέρους διάστημα 2009-2014, η μείωση της ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας του πρωτογενούς τομέα συνεχίζεται, σε ηπιότερο όμως ρυθμό σε σχέση με την περίοδο 2004-2007, αλλά και σε σχέση με τον ραγδαίο ρυθμό μείωσης του ΑΕΠ. Ως αποτέλεσμα, η ποσοστιαία συμμετοχή του πρωτογενούς τομέα στο ΑΕΠ διευρύνεται από το 2,80% το 2009 στο 3,34% το 2014. Σύμφωνα με τη μελέτη, ο πρωτογενής τομέας είχε τεθεί σε τροχιά κρίσης ήδη πριν από την έναρξη της ύφεσης στο σύνολο της οικονομίας το 2009-2010.

Η παραγωγή του γεωργικού κλάδου δραστηριότητας το διάστημα 2005-2012 μεταβλήθηκε στην Ελλάδα με μέσο ετήσιο ρυθμό -1,7% έναντι +3,1% στην Ε.Ε. «27». Η παραγωγή του γεωργικού κλάδου δραστηριότητας διαμορφωνόταν διαρκώς κάτω από το επίπεδο του 2005, και μάλιστα μεταξύ 88,2% και 92,9%, ενώ αντιθέτως στην Ε.Ε. «27» κινήθηκε πολύ κοντά στο επίπεδο του 2005, και τα περισσότερα έτη πάνω από αυτό.

Οπως αναφέρεται στη μελέτη, η δραματική συρρίκνωση και απαξίωση της εγχώριας παραγωγικής βάσης την περίοδο 2010-2014 εκτιμάται ότι θα δυσχεράνει για μεγάλο χρονικό διάστημα τις αναπτυξιακές προοπτικές, τόσο λόγω της αποδιάρθρωσης των εγχώριων κλαδικών διασυνδέσεων όσο και της υπονόμευσης των δυνατοτήτων για ένταξη στον διεθνή καταμερισμό εργασίας με ευνοϊκούς όρους (απώλεια θέσης στην εγχώρια και τη διεθνή αγορά, μείωση των επενδύσεων, απαξίωση κεφαλαιουχικού εξοπλισμού, μετανάστευση πτυχιούχων και εξειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού κ.ά.).

Οσον αφορά τη συμμετοχή στο ΑΕΠ, σύμφωνα με τη μελέτη, η βιομηχανία τροφίμων - ποτών - καπνού κατέχει την πρώτη θέση ανάμεσα στους κλάδους της μεταποίησης και μάλιστα με σημαντική διαφορά από τον δεύτερο και τον τρίτο κλάδο. Η διαπίστωση αυτή ισχύει για όλο το εξεταζόμενο διάστημα (1995-2013). Ειδικά όσον αφορά το 2013, η ποσοστιαία συμμετοχή της βιομηχανίας τροφίμων - ποτών - καπνού ανέρχεται σε 2,6%, ενώ η συμμετοχή του κατά σειρά δεύτερου κλάδου (παροχή ηλεκτρικού ρεύματος, φυσικού αερίου, ατμού και κλιματισμού) είναι 1,4% και του τρίτου (παραγωγή οπτάνθρακα και προϊόντων διύλισης πετρελαίου) μόλις 1%.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ