Τασούλα Καραϊσκάκη ΤΑΣΟΥΛΑ ΚΑΡΑΙΣΚΑΚΗ

Ο από μηχανής Θεός μας γύρισε την πλάτη

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ο​​ι αυστηροί όροι για την καταβολή κοινωνικού μερίσματος μετατρέπουν τη διαδικασία σε ένα είδος κληρωτίδας – οι εγκεκριμένες αιτήσεις ανέρχονταν την Παρασκευή στο 43,15% επί των 1.784.966 υποβληθεισών αιτήσεων. Μαζί με τη λοταρία αποδείξεων από αγορές με κάρτες, προσδίδουν μια χροιά τζόγου στην προσπάθεια της κυβέρνησης να πιστοποιήσει ότι μοιράζει το πλεόνασμα σε «αυτούς που το έχουν πραγματικά ανάγκη».

Στο μεν κοινωνικό μέρισμα είναι τόσα τα εμπόδια που αντιμετωπίζουν οι χαμηλόμισθοι και χαμηλοσυνταξιούχοι, η εκκρεμότητα της συναίνεσης από άτομα που φιλοξενούνται, προβλήματα στον συνδυασμό ΑΜΚΑ και ΑΦΜ, ο συνυπολογισμός στο ετήσιο εισόδημα των επιδομάτων στήριξης τέκνων του ΟΓΑ, τριτέκνων ή πολυτέκνων, ανεργίας, του φοιτητικού επιδόματος των 1.000 ευρώ, του ΕΚΑΣ, του Κοινωνικού Εισοδήματος Αλληλεγγύης, των επιδομάτων και συντάξεων αναπηρίας..., που σχεδόν αναμένεις την τύχη να σε επιλέξει. Το δε πρόγραμμα δημοσίων κληρώσεων, είναι μια λοταρία με απειροελάχιστες πιθανότητες απόκτησης των 1.000 ευρώ (οι 1.000 τυχεροί αναδείχθηκαν από την επεξεργασία 8 εκατ. συναλλαγών, που αντιστοιχούσαν σε 4,5 εκατ. ΑΦΜ φορολογουμένων). Ευφυής η επιλογή του κινήτρου για την αύξηση της χρήσης του «πλαστικού χρήματος» με στόχο την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής – τα έσοδα από ΦΠΑ στο εννεάμηνο του 2017 αυξήθηκαν κατά 20% ή 2 δισ. ευρώ σε σχέση με την αντίστοιχη χρονική περίοδο το 2016. Σε μια χώρα που αγαπάει τον τζόγο, ενδέχεται να επιτύχει αναπάντεχα υψηλά ποσοστά φορολογικής συμμόρφωσης.

Ωστόσο «λύνει», ή μάλλον επιχειρεί να διαχειριστεί προσωρινά, δύο εξαιρετικά σοβαρά ζητήματα, εκείνα της ανακατανομής των πόρων και της ορθής φορολογικής επιβάρυνσης (δεν γίνεται αενάως να κουρεύεται ο ίδιος πολυκουρεμένος αμνός), μετατοπίζοντάς τα από τη ζώνη του ενδελεχούς στιβαρού οικονομικού σχεδιασμού σε εκείνη της τυχαιότητας. Είναι η επιβεβαίωση ότι ζούμε στη χώρα όπου όλα συμβαίνουν συμπτωματικά κι όπου, αν κάπου στηριζόμαστε, είναι ακριβώς στο πατροπαράδοτο «όσο ζω ελπίζω». Οταν το σκοτάδι είναι βαθύ, μπορείς να δεις τ’ αστέρια, είναι μια «αλήθεια» τόσο αθάνατη όσο η ρωμιοσύνη. Δεν είναι ανώφελη η ελπίδα, κρατάει όρθιο έναν λαό σε δύσκολες ώρες. Ωστόσο, απολύτως απαραίτητα είναι τα σχέδια που με τη σφριγηλότητα και εφαρμοστικότητά τους κάνουν την ανάγκη, σωτηρία. Διότι έχει πάψει ο μέγας καλός Θεός των Ελλήνων, που τόσο συχνά στο παρελθόν άπλωνε το προστατευτικό του χέρι και μας γλίτωνε από τις ταλαντεύσεις μας στο χείλος της αβύσσου, από τις κρίσιμες στιγμές μας, να εφαρμόζει την παλιά τακτική του... Ο από μηχανής, αυτός, Θεός, μας γύρισε οριστικά την πλάτη. Κι ας είναι διαφορετική, κι ακλόνητη, η πεποίθηση του καθενός από τους κατοίκους αυτής της γης. Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα, η πίστη στο υπερφυσικό δεν είναι έμφυτη, καλλιεργείται από την οικογένεια και το πολιτιστικο-κοινωνικό περιβάλλον, ούτε συνδέεται με τη διαισθητική, αναλυτική ή ορθολογική σκέψη. Δηλαδή και ο ευφυής μπορεί να τρέφει φρούδες ελπίδες.

Σίγουρα, η ζωή αρχίζει όχι από την απελπισία αλλά από την αντίπερα όχθη, κι ας έλεγε ο Νίτσε ότι η ελπίδα είναι το χειρότερο κακό γιατί παρατείνει τα βάσανα των ανθρώπων. Η πιθανότητα του κέρδους προσφέρει μια παροδική ανακούφιση από την εκρηκτική αγανάκτηση, μια διέξοδο από τα δυσβάσταχτα και τα αντιφατικά που μας κατατρύχουν. Είναι το ψυχαγωγικό αλατοπίπερο στο χαλαρό περιθώριο της καθημερινότητας, που παραμερίζει για λίγο συμβάντα που τραυματίζουν. Το ανεπαίσθητο άνοιγμα της μαύρης αυλαίας, η οποία δεν αφήνει να δούμε μπροστά. Η στιγμιαία ανασύσταση μιας υπόσχεσης για θεραπεία. Προτού, βεβαίως, η συνείδηση εκτείνει τον έλεγχό της στο σύνολο των σκέψεων και πράξεών μας.

Συγκινεί η πρόκληση της τύχης, όμως δεν ενεργοποιεί. Οι συνθήκες συναγερμού είναι που συρρικνώνουν τις απώλειες, ελαχιστοποιούν τις ένδειες και θέτουν σε λειτουργία τη δυναμική για ανατροπή των παραδόξων, των νοσηρών και των νόθων.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ