ΚΟΣΜΟΣ

Ισορροπία τρόμου στη Γερμανία

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ

Η καγκελάριος Αγκελα Μέρκελ θα επιχειρήσει να αναστήσει τον μεγάλο συνασπισμό, κανείς όμως δεν περιμένει ότι αυτό θα γίνει γρήγορα.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

ΒΕΡΟΛΙΝΟ - ΑΠΟΣΤΟΛΗ. Ρευστό παραμένει το μετεκλογικό σκηνικό στη Γερμανία. Η δημιουργική ασάφεια της Aγκελα Μέρκελ σκόνταψε στην ανάγκη του Κρίστιαν Λίντνερ των Ελεύθερων Δημοκρατών (FDP) να διαμορφώσει μια ξεχωριστή ταυτότητα –και ένα πιο σταθερό εκλογικό ακροατήριο– για το κόμμα του. Η καγκελάριος τώρα, μετά τη συνάντηση της Πέμπτης με τον πρόεδρο των Σοσιαλδημοκρατών (SPD) Μάρτιν Σουλτς, τον επικεφαλής του αδελφού CSU Χορστ Ζεεχόφερ και τον πρόεδρο της χώρας Φρανκ-Βάλτερ Σταϊνμάγερ, και υπό τον όρο της έγκρισης του συνεδρίου των Σοσιαλδημοκρατών την ερχόμενη εβδομάδα, θα επιχειρήσει να αναστήσει τον μεγάλο συνασπισμό. Διαφορετικά, τα δύο πιθανότερα σενάρια είναι μια κυβέρνηση μειοψηφίας με τους Πρασίνους ή νέες εκλογές.

Κανείς δεν περιμένει τα πράγματα να προχωρήσουν γρήγορα – o Σοσιαλδημοκράτης πρωθυπουργός της Κάτω Σαξονίας Στέφαν Βάιλ, μιλώντας την Παρασκευή, είπε ότι θα υπάρξει συμφωνία «στην καλύτερη περίπτωση» τον Φεβρουάριο. Νωρίτερα την ίδια μέρα, ο Χριστιανοδημοκράτης υπουργός Εσωτερικών Τόμας ντε Μεζιέρ δήλωνε ότι «οι πραγματικές διαπραγματεύσεις θα ξεκινήσουν τον Ιανουάριο». Η αποτυχία των διαπραγματεύσεων για την κυβέρνηση «Τζαμάικα» έχει πλήξει ακόμα περισσότερο τη θέση της κ. Μέρκελ. Πολλοί στο ίδιο της το κόμμα θεωρούν ότι δεν εκπροσωπεί πια τη συντηρητική βάση των Χριστιανοδημοκρατών – μία αντίληψη που θα κερδίσει ακόμα περισσότερο έδαφος σε περίπτωση ανανέωσης του μεγάλου συνασπισμού. Σε δημοσκόπηση του ινστιτούτου ερευνών INSA για την εφημερίδα Bild που δημοσιεύθηκε την Παρασκευή, μόνον το 22% των ερωτηθέντων επιθυμεί να συνεχίσουν να συγκυβερνούν οι Χριστιανοδημοκράτες με τους Σοσιαλδημοκράτες (έναντι του 30% που τάσσεται υπέρ επαναληπτικών εκλογών).

Η καγκελάριος έχει ταχθεί κατά της ιδέας μιας κυβέρνησης μειοψηφίας. «Είναι πάντα εθνικά συμφέρον να υπάρχει σταθερή κυβέρνηση», σημειώνει υψηλόβαθμη πηγή στο περιβάλλον της καγκελαρίου.

Οι Χριστιανοδημοκράτες συνεπώς έχουν ανάγκη το SPD για να αποφευχθεί νέα προσφυγή στις κάλπες. Αυτό όμως δεν σημαίνει αναγκαστικά ότι οι Σοσιαλδημοκράτες είναι σε θέση ισχύος. Οταν ο Μάρτιν Σουλτς, τη Δευτέρα μετά το ναυάγιο των τετραμερών διαπραγματεύσεων, είπε σε ομιλία στην κοινοβουλευτική ομάδα του ότι το κόμμα δεν φοβόταν τις εκλογές, δεν έγινε δεκτός με χειροκροτήματα. Πολλοί βουλευτές φοβούνται ότι σε νέα αναμέτρηση το SPD θα πέσει πιο κάτω από το 20,5% του Σεπτεμβρίου (τη χειρότερη επίδοση μεταπολεμικά), με αποτέλεσμα να χάσουν τις έδρες τους.

Από την άλλη πλευρά, τα στελέχη και τα μέλη του SPD είναι εχθρικά διακείμενα προς μια νέα συνεργασία με την κ. Μέρκελ. Η ίδια πηγή στο περιβάλλον της καγκελαρίου παρομοιάζει την κατάσταση με το Brexit και την αντιευρωπαϊκή προπαγάνδα στη Βρετανία: «Τους λένε [στα μέλη του SPD] εδώ και χρόνια ότι η συγκυβέρνηση με την Αγκελα Μέρκελ είναι μία κόλαση».

«Δύο επιχειρήματα μπορεί να προτάξει η ηγεσία για να πείσει τα μέλη», σημειώνει ο Θ. Μπένερ, επικεφαλής του ινστιτούτου GPPi. «Πρώτον, το επιχείρημα της εθνικής ευθύνης – της ανάγκης η χώρα να έχει μία σταθερή κυβέρνηση. Δεύτερον, το θέμα της Ευρώπης – το επιχείρημα ότι το κόμμα θα επιβάλει μια κυβερνητική πολιτική πιο ανοικτή στις ιδέες του Εμανουέλ Μακρόν για την αναμόρφωση της Ευρωζώνης».

O κ. Σουλτς φέρεται μετανιωμένος που δεν εμφανίστηκε πιο προωθημένος υπέρ της βαθύτερης ευρωπαϊκής ενοποίησης προεκλογικά. Ωστόσο, με δεδομένη τη σχεδόν πλήρη αδυναμία του SPD να εκτρέψει τους Χριστιανοδημοκράτες από την αυστηρή ευρωπαϊκή τους πολιτική κατά τον απερχόμενο μεγάλο συνασπισμό, πολλοί αμφιβάλλουν για τις ικανότητες του κόμματος να επιβάλλει τη θέλησή του. Είναι πιο πιθανό υποχωρήσεις της κ. Μέρκελ σε εσωτερικά ζητήματα, όπως η ενοποίηση του συστήματος ιατροφαρμακευτικής ασφάλισης, να μετακινήσουν τα μέλη του SPD υπέρ μιας νέας περιόδου συγκυβέρνησης, παρά την επιμονή σε ζητήματα ευρωπαϊκής διακυβέρνησης.

Οι διασωθέντες

Από τα κόμματα που συμμετείχαν στις διαπραγματεύσεις, αυτό του οποίου η εικόνα επλήγη λιγότερο ήταν οι Πράσινοι. Στις τελευταίες δημοσκοπήσεις είναι το μόνο που καταγράφει σημαντική αύξηση της εκλογικής του επιρροής (11% κατά μέσον όρο, έναντι του 8,9% που έλαβε στις 24 Σεπτεμβρίου).

«Φοβόμαστε λιγότερο από τα άλλα κόμματα μία νέα εκλογική αναμέτρηση, αλλά δεν πιστεύουμε ότι οι εκλογές πρέπει να επαναλαμβάνονται μέχρι να βγει το επιθυμητό αποτέλεσμα», τονίζει στην «Κ» ο Τόνι Χόφραϊτερ, συνεπικεφαλής της κοινοβουλευτικής ομάδας των Πρασίνων. «Ο λαός ψήφισε και τώρα είναι δική μας δουλειά να κάνουμε ό,τι καλύτερο μπορούμε με την ψήφο του. Γι’ αυτό κι εμείς κάναμε συμβιβασμούς και είμαστε διατεθειμένοι να μιλήσουμε με όλα τα κόμματα του δημοκρατικού τόξου». Το κόμμα του «θα είναι ανοικτό» σε συνομιλίες με τους Χριστιανοδημοκράτες σε περίπτωση που δεν σχηματιστεί κυβέρνηση μεταξύ CDU/CSU και SPD, λέει ο κ. Χόφραϊτερ, σημειώνοντας παράλληλα ότι «η κατάληξή τους θα εξαρτηθεί και από τη στάση των άλλων κομμάτων, την πρόθεσή τους να δείξουν ανοχή σε μία κυβέρνηση μειοψηφίας και στην προώθηση ορισμένων περιβαλλοντικών πολιτικών».

Οι Πράσινοι, όπως εξηγεί, είναι υπέρ της προσέγγισης με τον κ. Μακρόν, ώστε να δημιουργηθεί μια Ευρωζώνη «πιο ανθεκτική σε μελλοντικά σοκ, με περισσότερους πόρους για επενδύσεις, με πιο ολοκληρωμένη τραπεζική ένωση». Η Ευρωζώνη ήταν «μεγάλο πρόβλημα» στις διαπραγματεύσεις, παραδέχεται ο κ. Χόφραϊτερ, αποδίδοντας τη σκληρή γραμμή αποκλειστικά στον Κρίστιαν Λίντνερ και δυο τρία ακόμα ηγετικά στελέχη («οι υπόλοιποι στο FDP είναι πολύ πιο κοντά στις δικές μας θέσεις για την Ευρώπη», λέει).

Φιλελεύθεροι φόβοι

Σε άρθρο του στελέχους του κόμματος Μάρκο Μπούσμαν, στην εφημερίδα FAZ, αναδεικνύεται η ανησυχία του FDP ότι οι γενικόλογες διατυπώσεις σε επίμαχα ζητήματα, όπως η διακυβέρνηση της Ευρωζώνης, θα επέτρεπαν στη συνέχεια στην καγκελάριο να συγκεκριμενοποιήσει την κυβερνητική πολιτική όπως εκείνη επιθυμούσε.
Για τον κ. Χόφραϊτερ, το πρόβλημα ήταν πιο θεμελιώδες. «Το FDP φοβόταν να κυβερνήσει», λέει. «Οι βασικές τους ιδέες –το ψηφιακό πακέτο, η εναντίωση στην οικουμενική αποθήκευση των προσωπικών δεδομένων των πολιτών, η σταδιακή κατάργηση του φόρου αλληλεγγύης– έγιναν όλες δεκτές». Παρ’ όλα αυτά, «λόγω της εμπειρίας του 2009-13 [σ.σ.: η συγκυβέρνηση που τους οδήγησε εκτός Κοινοβουλίου], δεν ήθελαν να κυβερνήσουν ξανά με τη Μέρκελ. Πιστεύουν ότι με τέσσερα χρόνια στην αντιπολίτευση θα είναι πιο ισχυροί στις επόμενες εκλογές».

Η AfD και άλλα ζιζάνια

Πριν καν ξεκινήσουν οι συνομιλίες για ένα νέο μεγάλο συνασπισμό, η εμπιστοσύνη μεταξύ των δύο πλευρών υπονομεύθηκε από την απόφαση του υπουργού Γεωργίας Κρίστιαν Σμιτ (προερχόμενου από το CSU) να δώσει το «πράσινο φως» σε ευρωπαϊκό επίπεδο στην παράταση ζωής του αμφιλεγόμενου ζιζανιοκτόνου γλυφοσάτη. Ο κ. Σμιτ έλαβε την απόφαση παρά την αντίθεση της υπουργού Περιβάλλοντος Μπάρμπαρα Χέντρικς (προερχόμενης από το SPD). Σε περιπτώσεις διαφωνιών των κομμάτων για θέματα συναρμοδιότητας σε επίπεδο Ε.Ε., το πρωτόκολλο ορίζει ότι η γερμανική κυβέρνηση απέχει από την ψηφοφορία. Ο κ. Σμιτ δήλωσε ότι έλαβε την απόφασή του χωρίς να συμβουλευθεί την κ. Μέρκελ – αλλά η ζημιά είχε ήδη γίνει.

Τέλος, σε ερωτήσεις της «Κ» για την ανάδειξη της Εναλλακτικής για τη Γερμανία (AfD) στο μεγαλύτερο κόμμα της αντιπολίτευσης ως συνέπεια ενός νέου μεγάλου συνασπισμού, η πηγή στο περιβάλλον της καγκελαρίου εμφανίζεται καθησυχαστική: δεν υπάρχει στη Γερμανία η έννοια της αξιωματικής αντιπολίτευσης, σημειώνει, ενώ ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, ως νέος πρόεδρος του Μπούντεσταγκ, θα αποτρέψει απόπειρες ευτελισμού του Κοινοβουλίου.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ