Ground Euro

GROUND EURO

Ελατήρια, νεκρές γάτες και ωρολογιακές βόμβες

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ

Είναι βιώσιμη και διατηρήσιμη η ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας; Είναι δικαιολογημένοι οι κυβερνητικοί ισχυρισμοί ότι η κρίση τελείωσε και ότι έρχονται οι μέρες της «δίκαιης ανάπτυξης», με βροχή επενδύσεων που θα δημιουργήσει καλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας; Ή ζούμε μία εφήμερη βελτίωση των οικονομικών δεικτών, ως προϊόν ενός οικονομικού κύκλου η καθοδική πορεία του οποίου διήρκεσε μία δεκαετία και δεν μπορούσε να συνεχιστεί για πάντα, και χωρίς τις διαρθρωτικές προϋποθέσεις για μακροπρόθεσμη μεγέθυνση; Ποια θεωρία, με λίγα λόγια, είναι η πιο σωστή – αυτή του ελατηρίου, που επιτέλους αποσυμπιέζεται, ή της «νεκρής γάτας», της οποίας η αναπήδηση θα είναι αναπόφευκτα πρόσκαιρη;

Το οικονομικό επιτελείο δηλώνει αισιόδοξο, αλλά δείχνει να έχει συνείδηση των μεσο-μακροπρόθεσμων προκλήσεων. Ο αναπληρωτής υπουργός Οικονομικών Γιώργος Χουλιαράκης μιλάει στην «Κ» για «ισχυρές ενδείξεις» δυναμικής κυκλικής ανάκαμψης σε βραχυπρόθεσμο ορίζοντα. «Υπάρχουν καύσιμα για υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης στα επόμενα 8-12 τρίμηνα», εξηγεί. Στην ίδια περίοδο, το 2018-20, σημειώνει, θα αρχίσουν να αποδίδουν καρπούς και οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις των προηγούμενων ετών, ειδικά στην αγορά προϊόντων, δίνοντας νέα ώθηση στην οικονομία. Σημαντική, προσθέτει, θα είναι και η συμβολή του διεθνούς οικονομικού περιβάλλοντος, με τη «συντονισμένη» ανάκαμψη στην Ευρωζώνη και τις προβλέψεις για θετικούς δείκτες μεγέθυνσης το 2018 σε «3/4 των οικονομιών του πλανήτη».

«Το μεγάλο στοίχημα της επόμενης τριετίας είναι οι τράπεζες» σημειώνει ο Γ. Χουλιαράκης. «Πολλά θα κριθούν από το αν θα εκμεταλλευθούν το σταθερό μακροοικονομικό περιβάλλον και την ανάκαμψη για πετύχουν τους στόχους για τη μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων».

Για τον Γιάκομπ Κίρκεγκααρντ, senior fellow του Peterson Institute for International Economics, η μεγαλύτερη ανησυχία για την επόμενη μέρα «αφορά τις προοπτικές προσέλκυσης ιδιωτικών επενδύσεων», δεδομένης της «μόνιμη εκκρεμότητα» των διαπραγματεύσεων για την ελάφρυνση του χρέους και τον «φορολογικό φετιχισμό» της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ.

«Χωρίς πραγματική αύξηση στις ξένες και κυρίως τις εγχώριες επενδύσεις, μένει μόνο η κατανάλωση ως κινητήριος δύναμη της ανάκαμψης – μία ιστορία που συνήθως δεν έχει καλό τέλος», αναφέρει ο ειδικός του PIIE. «Η ελπίδα είναι ότι μία νέα κυβέρνηση, της Νέας Δημοκρατίας, θα μπορέσει να ξεκλειδώσει τόσο το ζήτημα του χρέους όσο και τις επενδύσεις από εγχώριες πηγές», προσθέτει. Όπως εκτιμά, τα κράτη-μέλη της Ευρωζώνης είναι πιο πιθανό να κάνουν παραχωρήσεις για το χρέος σε ένα κυβερνών κόμμα που είναι μέλος του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, ενώ «η ελληνική επιχειρηματική κοινότητα δείχνει να εμπιστεύεται περισσότερο τη ΝΔ παρά τη σημερινή κυβέρνηση».

Παράγοντες καθήλωσης

Σύμφωνα με το Economic Survey της Ελλάδας που δημοσιεύθηκε την άνοιξη του 2016, ο ΟΟΣΑ εκτιμά ότι σε βάθος δεκαετίας, οι μεταρρυθμίσεις της εποχής των μνημονίων θα αυξήσουν το ΑΕΠ της Ελλάδας κατά 13,4%. Το οικονομικό επιτελείο προσδοκά ότι μεσοπρόθεσμα, ο ετήσιος δείκτης μεγέθυνσης μπορεί να κυμανθεί στο 1,5-1,8%, έναντι 1,25% που είναι η πρόβλεψη του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου.

Η απαισιοδοξία του Ταμείου, ωστόσο, δεν στερείται βάσης. Στο World Economic Outlook του περασμένου Οκτωβρίου, οι οικονομολόγοι του σημείωναν για τηνΕυρωζώνη ότι «η προβλεπόμενη δυνητική μεγέθυνση συγκρατείται από την αδύναμη παραγωγικότητα, τα δυσμενή δημογραφικά στοιχεία και σε ορισμένες χώρες, το σωρευμένο δημόσιο και ιδιωτικό χρέος». Όπως γράφαμε στις 18.10 («Μαύρα Σύννεφα στον Ορίζοντα»): «Αν υπάρχει μία χώρα που συνδυάζει όλες αυτές τις παθογένειες, είναι η Ελλάδα».

Συγκεκριμένα, στην πιο πρόσφατη έκθεση του ΔΝΤ για την Ελλάδα τον Ιούλιο του 2017 (https://www.imf.org/en/Publications/CR/Issues/2017/07/20/Greece-Request-for-Stand-By-Arrangement-Press-Release-Staff-Report-and-Statement-by-the-45110) σημειώνεται ότι ο πληθυσμός εργασιακής ηλικίας της χώρας αναμένεται να μειωθεί κατά περίπου 30% από το 2020 ως το 2060 - ποσοστό τριπλάσιο από το μέσο όρο της Ευρωζώνης. Η κατάσταση έχει ήδη επιδεινωθεί αισθητά στα χρόνια της κρίσης: σύμφωνα με το πιο πρόσφατα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, ο δείκτης εξάρτησης της Ελλάδας – η αναλογία του μη οικονομικά ενεργού προς τον ενεργό πληθυσμό – έχει αυξηθεί από 51,8 το 2011 σε 55,2 το 2015. Την ίδια περίοδο, ο δείκτης γήρανσης (αναλογία ηλικιωμένων προς ανηλίκους κάτω των 15 ετών) επιδεινώθηκε από 132,9 σε 145,5, ενώ ο δείκτης γονιμότητας μειώθηκε από το 1,5 στο 1,3 (έναντι 2,1 που απαιτείται για την αντικατάσταση των γενεών χωρίς μείωση πληθυσμού). Το ισοζύγιο γεννήσεων-θανάτων ήταν αρνητικό κάθε χρονιά μεταξύ 2011-2016.

«Το δημογραφικό ζήτημα είναι πρωτίστως ζήτημα φορολογικής και κοινωνικής πολιτικής» σημειώνει στην «Κ» ο Θοδωρής Πελαγίδης, καθηγητής Οικονομικής Ανάλυσης στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς, senior non-resident fellow στο ινστιτούτο Brookings και νέο μέλος του επιστημονικού συμβουλίου του Ινστιτούτου Κωνσταντίνου Καραμανλή. «Δε πρόκειται δε περί απλής συρρίκνωσης του συνολικού πληθυσμού, αλλά δραστικού περιορισμού του πιο δημιουργικού μέρους του, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων που τρέπονται σε φυγή εξαιτίας του φορολογικού παραλογισμού και των ασφαλιστικών εισφορών». Το «δυστύχημα», κατά τον κ. Πελαγίδη, «είναι ότι πέραν των όποιων σχετικών ατομικών ανησυχιών, απουσιάζει πλήρως η συλλογική δράση και η δημόσια πολιτική» για την αντιμετώπιση του ζητήματος. «Η κυβέρνηση δέχθηκε ένα χαμηλό αφορολόγητο για το 2020 [σ.σ.: μπορεί να εφαρμοστεί και νωρίτερα] χωρίς να απαιτήσει σοβαρή και συγκεκριμένη ελάφρυνση για τις οικογένειες με δύο παιδιά».

O Πάνος Τσακλόγλου,, καθηγητής στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών και πρώην επικεφαλής του Συμβουλίου Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων επί κυβέρνησης Σαμαρά, αναφέρει ότι οι αυξήσεις στα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης έχουν δώσει μία ανάσα στο σύστημα, ενώ υπάρχει μεγάλο περιθώριο αύξησης της συμμετοχής των γυναικών στην αγορά εργασίας. Είναι όμως αναγκαίο, τονίζει, να υπάρξει συζήτηση «για το τι είδους μεταναστευτική πολιτική χρειαζόμαστε ως αντίδοτο στις δημογραφικές τάσεις». Είναι μία συζήτηση στην οποία λίγοι δείχνουν έτοιμοι να συμμετάσχουν.

Εν τω μεταξύ, η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα του ΟΟΣΑ όπου το παραγόμενο ΑΕΠ ανά ώρα εργασίας έχει μειωθεί σε σχέση με το 2010. Η παραγωγικότητα ανά ώρα εργασίας, που το 1995 ήταν στο 59% του μ.ο. της Ευρωζώνης, αναρριχήθηκε στο 69% στις παραμονές της κρίσης (2008) και έκτοτε έχει κατακρημνισθεί, πέφτοντας στο 58% το 2016. Στην έκθεση του περασμένου Ιουλίου του ΔΝΤ, αναφέρεται ότι η αύξηση της συνολικής παραγωγικότητας (TFP) της Ελλάδας τα τελευταία 45 χρόνια ήταν μόλις 0,2% ετησίως - «μακράν η χαμηλότερη στην Ευρωζώνη».

Ο Γκίκας Χαρδούβελης, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς, ερευνητικός εταίρος στο Center for Economic Policy Research του Λονδίνου και υπουργός Οικονομικών επί πρωθυπουργίας Σαμαρά, χαρακτηρίζει «γκρίζες» τις μακροπρόθεσμες προοπτικές της χώρας. «Χωρίς ένα επενδυτικό σοκ και μια ραγδαία μεταστροφή στη φορολογική πολιτική και την πολιτική ασφαλιστικών εισφορών, χωρίς αναδιοργάνωση του κράτους και μείωση της γραφειοκρατίας, χωρίς ιδιοκτησία στις μεταρρυθμίσεις, φαίνεται να οδεύουμε προς μια περίοδο στασιμότητας και μικρών ρυθμών ανάπτυξης» τονίζει, προβλέποντας ότι αν δεν αλλάξει κάτι δραστικά «η Ελλάδα θα ξαναπιάσει το βιοτικό επίπεδο του 2008 μετά το 2040».

«Είναι πράγματι λυπηρό ότι μετά από μια δεκαετία πόνου για τον πολίτη και δραστικής μείωσης του βιοτικού επιπέδου, η διάρθρωση της οικονομίας δεν είναι αυτή που θα οδηγήσει σε βιώσιμη ανάπτυξη» σημειώνει ο κ. Χαρδούβελης. «Καμία οικονομία δεν μπορεί να αναπτυχθεί με φορολογικούς συντελεστές της τάξης του 70%, όπως αυτοί είναι στην πράξη για τους ελεύθερους επαγγελματίες», με τις «μη ανταποδοτικές ασφαλιστικές εισφορές». Το 2014, αναφέρει, «μετά το κλείσιμο της τότε αξιολόγησης (που τελικά όμως δεν έγινε) σκοπεύαμε να προχωρήσουμε στη δημιουργία του τρίτου πυλώνα στην ασφαλιστική κάλυψη, όπου ο κάθε πολίτης στη διάρκεια του εργασιακού του βίου θα έχτιζε τον δικό του κουμπαρά για την τρίτη ηλικία. Έτσι σήμερα δεν θα αισθάνονταν ότι υπερ-φορολογείται, ούτε θα είχε κίνητρα για εισφοροδιαφυγή. Η ευκαιρία αυτή χάθηκε μαζί με την κυβέρνηση Σαμαρά-Βενιζέλου».

Μετα-μνημονιακές προτεραιότητες

Η πρώτη προτεραιότητα ελάφρυνσης βαρών, σε περίπτωση που μειωθούν οι στόχοι για το πλεόνασμα, τονίζει ο υφυπουργός παρά τω πρωθυπουργώ Δημήτρης Λιάκος, είναι «η μείωση των εισφορών, ώστε να μειωθεί το μη μισθολογικό κόστος των επιχειρήσεων και η στοχευμένη μείωση των φορολογικών βαρών για νομικά και φυσικά πρόσωπα». 

Δεν αρκεί όμως η χαλάρωση της λιτότητας, σημειώνει ο κ. Λιάκος. «Πρέπει να δείξουμε διάθεση να συνεχίσουμε τις μεταρρυθμίσεις και μετά τον Αύγουστο του 2018», τονίζει, αναδεικνύοντας μεταξύ άλλων τομές όπως η ανεξαρτησία της αρχής δημοσίων εσόδων, η διαχείριση της κρατικής περιουσίας μέσω του υπερ-ταμείου, η απλοποίηση της γραφειοκρατίας στις επενδύσεις και η μεγαλύτερη ευελιξία στην αγορά εργασίας. Υπάρχει όμως αυτή η βούληση στο κυβερνών κόμμα, όπου οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις παρουσιάζονται πολύ συχνά ως έξωθεν επιβεβλημένο, αναγκαίο κακό; «Υπάρχουν αντιδράσεις σε οτιδήποτε μειώνει τη δυνατότητα των πολιτικών να παρεμβαίνουν στη διοίκηση και την οικονομία», παραδέχεται. Ωστόσο, εκτιμά ότι «σταδιακά κερδίζει έδαφος η άποψη για την αναγκαιότητα του ριζικού μετασχηματισμού των σημερινών πεπαλαιωμένων και σε πολλές περιπτώσεις αποτυχημένων δομών και της κουλτούρας που τις διέπει».

Οι σοβαρές μακροπρόθεσμες προκλήσεις που θα αντιμετωπίσει η ελληνική οικονομία απαιτούν κάτι στο οποίο εξακολουθεί η χώρα να είναι ιδιαίτερα ελλειμματική, παρά τα επώδυνα διδάγματα της κρίσης: πολιτική συναίνεση. Οι ρεαλιστές στο υπουργικό συμβούλιο και στο στρατόπεδο της αντιπολίτευσης αναγνωρίζουν την ανάγκη αυτή. Αναφέρουν ενδεικτικά την επερχόμενη συζήτηση για την αναμόρφωση της Ευρωζώνης, ως ένα εθνικό ζήτημα όπου δεν υπάρχουν ιδιαίτερες ιδεολογικές διαφορές και όπου θα έπρεπε τα μεγάλα κόμματα να έλθουν σε κάποιου είδους συνεννόηση. Θεωρούν όμως ότι το κλίμα της κομματικής αντιπαράθεσης είναι τόσο τοξικό που δεν επιτρέπει να γίνει μία τέτοια συζήτηση στο ορατό μέλλον. 

Online

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ