ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Είχα στον νου μου την Αθήνα της παρακμής και την είχα μπροστά μου, αλλά εκεί, στην οδό Σατωβριάνδου, λίγη ώρα πριν από την πρεμιέρα στο Εθνικό Θέατρο, είδα αυτήν την περίεργη μορφή σε έναν τοίχο. Αν και ήταν νωρίς, ο δρόμος δεν είχε κίνηση, οι κάδοι απορριμμάτων ξέχειλοι, στη γωνία με την Κουμουνδούρου, και οι σκιές βαριές. Πλησίασα τη μορφή, που έλουζαν τα φώτα του Εθνικού, και είδα ότι ήταν ζωγραφισμένη πάνω στη σφραγισμένη με χαρτόνια πόρτα μιας μεσοπολεμικής πολυκατοικίας. Ηταν μια γυναίκα σαν από pulp fiction, με ξανθά μαλλιά γύρω από μία νεκροκεφαλή που κάπνιζε.

Ημουν μπροστά σε ένα ακόμη δείγμα της street art της Αθήνας, ένα δείγμα γκροτέσκ, εξπρεσιονιστικό, σαν από κόμικ, βέβηλο αλλά τρυφερό, στα όρια της παρανομίας, αλλά ευανάγνωστο και καθησυχαστικό μέσα στον φαινομενικό σαρκασμό του, ένα από τα πολλά των τελευταίων ετών, εκείνων που γεννιούνται τη νύχτα μέσα σε μια βιαστική σιωπή και προορίζονται να ζήσουν για άγνωστο χρονικό διάστημα. Η εφήμερη τέχνη δρόμου της Αθήνας, γεννημένη σαν ένας σπασμός, στεφανωμένη από την επιθυμία μιας προσωπικής σφραγίδας στο δέρμα της πόλης, εξαπλώνεται χωρίς πρόβλεψη, γεμίζει κενά και ζητεί την καταγραφή της προτού χαθεί, σε ένα μεταίχμιο ανομίας και ανάγκης. Υπάρχει ανάμεσα μία σχισμή που επιμένει.

Προ ημερών διάβαζα τον Θανάση Μουτσόπουλο, έναν από τους πιο διεισδυτικούς αναλυτές της ποπ κουλτούρας και της ιστορίας των πόλεων, στη νέα έκδοση «Η τέχνη στους δρόμους του κόσμου» (εκδ. Μεταίχμιο), που εκδόθηκε με αφορμή την πρόσφατη έκθεση στον «Εικαστικό Κύκλο Sianti», όπου συμμετείχαν οι Ολγα Αλεξοπούλου, Μανώλης Αναστασάκος, Cacao Rocks και Wild Drawing. Ο τελευταίος έχει υπογράψει ως WD ένα από τα πιο διάσημα έργα street art του τελευταίου χρόνου, την κουκουβάγια στην πρόσοψη ενός παλιού σπιτιού στη συμβολή των οδών Παλαιολόγου και Σάμου στην περιοχή του Αγίου Παύλου. Αυτή ακριβώς η διάχυση της street art στο γενικό κοινό έχει προχωρήσει τον δημόσιο διάλογο σε ένα επόμενο στάδιο. Αξιοπρόσεκτη και η τοποθέτηση του Μάνου Στεφανίδη στην ίδια έκδοση για το «σκάνδαλο» του Πολυτεχνείου. Ασχέτως αν συμφωνεί κανείς ή όχι, είναι μια θέση που προάγει τον δημόσιο διάλογο.


Νυχτερινή λήψη σε δρόμο των Εξαρχείων. 

Αλλά εκείνο που μοιάζει να έχει αλλάξει επίσης είναι η υποδοχή της street art στην Ελλάδα όπως και τα ερωτήματα που γεννώνται για τα όρια της νομιμότητας, για την ευρυχωρία της πόλης και την υποδοχή αυτού που ζητάει εκτόνωση, για την τάση εξευγενισμού της street art και της μεταφοράς της σε αίθουσες τέχνης. Αυτή η κανονικοποίηση αφαιρεί δύο εγγενή στοιχεία της τέχνης του δρόμου. Την ανωνυμία του δημιουργού και την απόσταση από την αγορά τέχνης. Αν αυτά καταλυθούν, δεν μιλάμε για street artists, αλλά για καλλιτέχνες που κάνουν έργα με τον τρόπο της street art.

...και η πόλη

Πέραν αυτού, όμως, υπάρχει η ίδια η πόλη. Η αθηναϊκή σκηνή της τέχνης του δρόμου έχει γεννήσει δεκάδες έργα δημιουργώντας μια παράλληλη εικονογραφία που έχει σημειωθεί από ορισμένα άρθρα στον διεθνή Τύπο ως έκφραση μιας Αθήνας της κρίσης. Ασχέτως αν ισχύει αυτό ή όχι, ασχέτως, δηλαδή, αν η τέχνη του δρόμου θα κοπάσει όταν βελτιωθεί η οικονομική κατάσταση και υπάρχουν λιγότερα κενά κτίρια, αυτό που καταγράφεται τα τελευταία χρόνια μοιάζει να είναι κάτι αξιοπρόσεκτο μέσα στην αμηχανία που προκαλεί. Αρέσει σε πολλούς, αλλά, αποσπασμένο από το εφήμερο του δρόμου και από το μυστήριο του δημιουργού του, μοιάζει να αφυδατώνεται και να ακυρώνεται. Ο εξευγενισμός της τέχνης του δρόμου με αναθέσεις και προσκλήσεις έχει ενδιαφέρον αλλά έχει εγγενή αντίφαση. Προς το παρόν, η Αθήνα έχει δώσει μια νυχτερινή ποίηση, καταθλιπτική ή όχι, αναγκαία και μη, αλλά ποίηση του δρόμου είναι σίγουρα, γιατί έχει το στοιχείο του απρόσμενου, του νεανικού, του ερωτικού και του εφήμερου.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ

 

 

 Πτυχές 
 

Δείτε τις διαδρομές του Ν. Βατόπουλου στο διαδραστικό χάρτη