Κατερίνα Σώκου ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΣΩΚΟΥ

Συναίνεση και σχέδιο εθνικό, δύο χρόνια μετά

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Η αλήθεια είναι ότι αν δεν ήταν το Facebook να μου θυμίσει τι είχα ανεβάσει στα κοινωνικά δίκτυα πριν από δύο χρόνια, δεν θα θυμόμουν το εν λόγω άρθρο μου στην «Κ»: Με τίτλο «Η συναίνεση χρειάζεται και τους πολίτες» (2/12/2015), εκτιμούσα ότι «η χωρίς περιεχόμενο συζήτηση περί συναίνεσης έχει αποκαλύψει την πλήρη αδυναμία του πολιτικού συστήματος να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της συνεχιζόμενης κρίσης».

Δεν συνηθίζω τέτοιου είδους κρίσεις, ειδικά για την ελληνική πολιτική σκηνή. Ως ανταποκρίτρια στις ΗΠΑ, συνήθως αντλώ την έμπνευση για αυτή τη στήλη από το ρεπορτάζ της Ουάσιγκτον, την αμερικανική ειδησεογραφία κ.λπ. Αρχισα λοιπόν να το ξαναδιαβάζω, για να θυμηθώ τι μου είχε προκαλέσει αυτή την αντίδραση. Με αφορμή τη μνημονιακή υποχρέωση μίας ακόμη μεταρρύθμισης του ασφαλιστικού συστήματος, σημείωνα πως ενώ αναζητεί συναίνεση για την υιοθέτηση των δύσκολων μέτρων, «η κυβέρνηση κατηγορεί τα “διεφθαρμένα συμφέροντα” που ζητούν κυβέρνηση ευρύτερης συνεργασίας ή και οικουμενική. Η δε αντιπολίτευση αρνείται να διευκολύνει την κυβέρνηση συναινώντας στη λήψη μέτρων που η ίδια ενέκρινε με την αποδοχή του μνημονίου, με το επιχείρημα ότι έτσι θα την επιβραβεύσει που μας έφτασε εδώ». Απογοητευμένη, έγραφα για τον «συνεχιζόμενο λαϊκισμό κυβέρνησης και αντιπολίτευσης», ίσως γι’ αυτό έστρεφα την ελπίδα στους πολίτες. Ετσι, αναζητούσα τις πρωτοβουλίες εκείνες που θα καλλιεργούσαν τη συναίνεση, αναφερόμενη στο Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών που προετοιμαζόταν για την παρθενική του εμφάνιση στα κοινά, με τη φιλοδοξία να επιστρατεύσει την ελίτ της διανόησης για τον σχεδιασμό μιας εθνικής στρατηγικής, αλλά και το συνέδριο του Ελληνοαμερικανικού Επιμελητηρίου που πραγματοποιείτο εκείνες τις ημέρες και επιχειρούσε να σκιαγραφήσει ένα «εθνικό σχέδιο» για επενδύσεις και ανάπτυξη.

Δύο χρόνια μετά, η λέξη «συναίνεση» ακούγεται πιο γραφική, ενώ οι επιπτώσεις της απουσίας μιας εθνικής στρατηγικής για τη χώρα είναι πιο ορατές. Στο φετινό συνέδριο που ολοκληρώθηκε χθες, το Ελληνοαμερικανικό Επιμελητήριο εξακολουθούσε να τονίζει την ανάγκη ανασχεδιασμού της οικονομίας και αναζωογόνησης της επιχειρηματικότητας. Πρόκειται για κραυγή αγωνίας: Ο πρόεδρός του Σίμος Αναστασόπουλος κάλεσε «τις υπεύθυνες πολιτικές, επιχειρηματικές και κοινωνικές δυνάμεις να συμβάλουμε στην επίτευξη της ελάχιστης συναίνεσης του πολιτικού συστήματος, ώστε να αποενοχοποιηθεί και υποστηριχθεί το αναγκαίο μεταρρυθμιστικό έργο». Τον Μάρτιο, στο τρίτο φόρουμ των Δελφών θα συζητηθούν οι νέες προκλήσεις για την οικονομία και την εργασία, τη δημοκρατία, την Ευρώπη. Και αυτά, σε ένα περιβάλλον αυξανόμενης ανασφάλειας και γεωπολιτικών ανταγωνισμών στην περιοχή μας και παγκοσμίως.

Σε απάντηση στο προηγούμενο άρθρο μου, αναγνώστης σχολίαζε πως η πολιτική ηγεσία είναι αντάξια των ψηφοφόρων της, και πως εκείνοι καθορίζουν ποιος θα αναλάβει τη διακυβέρνηση της χώρας. Οσο όμως οι πολίτες φτωχοποιούνται, τόσο πιο ευάλωτοι γίνονται στον λαϊκισμό – και οι τάξεις των φτωχών έχουν αυξηθεί. Μία μελέτη στην ιστοσελίδα της διαΝΕΟσις υπολογίζει ότι 700.000 Ελληνες πέρασαν από τη μεσαία τάξη στον αποκλεισμό κατά τη διάρκεια της κρίσης. Η πολιτική διαχείρισης της φτώχειας με επιδόματα και λαϊκισμό δεν αρκεί, αντίθετα οδηγεί σε «λατινοαμερικανοποίηση» της χώρας. Η ουσιαστική αντιμετώπιση της ανισότητας απαιτεί την αλλαγή οικονομικού και πολιτικού μοντέλου, με όραμα και το παράδειγμα της πολιτικής, οικονομικής και πνευματικής ηγεσίας, ώστε να αλλάξει, σταδιακά, και η νοοτροπία της κοινωνίας.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ