ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Η Rafarm ετοιμάζεται να περάσει τον Ατλαντικό

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑΔΟΓΙΑΝΝΗΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Εχοντας ολοκληρώσει με επιτυχία, πριν από λίγες εβδομάδες, την εξαντλητική επιθεώρηση για την πιστοποίηση της γραμμής παραγωγής ενεσίμων προϊόντων και του ερευνητικού κέντρου της στην Αθήνα από τον πανίσχυρο FDA, τον ομοσπονδιακό οργανισμό τροφίμων και φαρμάκων των ΗΠΑ, η Rafarm απέκτησε το «διαβατήριο» για την επέκτασή της στις αμερικανική αγορά.

Ο FDA αποτελεί κάτι σαν «ελιξίριο» για τις φαρμακευτικές εταιρείες, καθώς θεωρείται παγκοσμίως ο οργανισμός με τις πλέον αυστηρές απαιτήσεις σε προδιαγραφές παραγωγής και ανάπτυξης φαρμάκων και η πιστοποίηση από αυτόν ανοίγει την πόρτα κάθε αγοράς σε όλον τον κόσμο. Πάνω από όλα όμως ανοίγει την πόρτα στη φαρμακευτική αγορά των ΗΠΑ, μια από τις μεγαλύτερες φαρμακευτικές αγορές στον κόσμο με τζίρο ύψους περίπου 350 δισ. δολαρίων.

Για να λάβει η Rafarm το πράσινο φως, προηγήθηκαν περίπου 2,5 χρόνια προετοιμασίας και εντατικών ελέγχων τόσο της γραμμής παραγωγής, η οποία θα παράγει στείρα ενέσιμα προϊόντα, όσο και του ερευνητικού κέντρου, που αναπτύσσει τα προϊόντα αυτά.

Δεν πρόκειται για μια συνηθισμένη εταιρεία: διαθέτοντας υπερσύγχρονες μονάδες παραγωγής φαρμακευτικών προϊόντων, με παρουσία σε 65 χώρες, έχοντας αναπτύξει και πατεντάρει εκατοντάδες δικά της προϊόντα, παράγοντας προϊόντα για δεκάδες φαρμακευτικές επιχειρήσεις και έχοντας στρατηγικές συνεργασίες με τις μεγαλύτερες φαρμακευτικές πολυεθνικές, η Rafarm είναι σήμερα μία από τις μεγαλύτερες φαρμακευτικές βιομηχανίες της χώρας, διατηρώντας στην Ελλάδα τόσο τις γραμμές παραγωγής όσο και το τμήμα έρευνας και ανάπτυξης, που αποτελεί την αιχμή της εταιρείας.

Η Rafarm ιδρύθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1970 από τον κ. Νικόλαο Ρασσιά, φαρμακοποιό, δίνοντας έμφαση στην προώθηση δοκιμασμένων φαρμακευτικών προϊόντων, με στόχο την παροχή στο ευρύ κοινό της μέγιστης δυνατής φροντίδας με το μικρότερο δυνατό κόστος. Η εταιρεία τα επόμενα χρόνια συνέχισε να αναπτύσσεται και με σταθερά βήματα κατόρθωσε να αποκτήσει αξιόλογο μέγεθος.

Το μεγάλο βήμα προς τα εμπρός έγινε στα μέσα της δεκαετίας του 2000, όταν η χώρα βρισκόταν υπό την ευφορία της αμέριμνης ανάπτυξης, αποτέλεσμα κυρίως του δανεισμού και της κατανάλωσης. Η ένταξη στο ευρώ και η απελευθέρωση της τραπεζικής αγοράς έφεραν ένα ποτάμι ρευστότητας στο κράτος, τις επιχειρήσεις και τους πολίτες. Εκείνη την εποχή όλα έμοιαζαν δυνατά, η οικονομία άτρωτη και η επιχειρηματική επιτυχία εξασφαλισμένη.

Ωστόσο, οι άνθρωποι της Rafarm έβλεπαν τα πράγματα κάπως διαφορετικά.

Οπως εξηγεί στην «Κ» ο κ. Αρης Μητσόπουλος, αντιπρόεδρος της Rafarm, η ελληνική αγορά βρίσκονταν μεν σε φάση ανάπτυξης –και ειδικά η φαρμακευτική αγορά– ωστόσο το μικρό μέγεθος της χώρας, σε συνάρτηση με το μη ευνοϊκό περιβάλλον για τα γενόσημα, οδηγούσε μελλοντικά σε ένα αναπτυξιακό αδιέξοδο. «Τα όρια ήταν συγκεκριμένα και η μόνη διέξοδος για υγιείς εταιρείες, που φιλοδοξούσαν να μεγαλώσουν, ήταν παράλληλα με την ανάπτυξη στο εσωτερικό η εξωστρέφεια και η επέκταση στο εξωτερικό». Ετσι από τα μέσα του 2000 η Rafarm ξεκίνησε την επίπονη και επίμονη προσπάθεια να επεκταθεί στις ιδιαίτερα απαιτητικές αγορές της Ευρώπης.

Η εξειδίκευση, οι μεγάλες επενδύσεις σε νέες τεχνολογίες και κυρίως στην έρευνα ήταν τα σημεία που έκανα τη διαφορά και έκριναν την προσπάθεια.

«Κλειδί» η εξειδίκευση

Οπως αναφέρει ο κ. Μητσόπουλος, «ο μόνος τρόπος ώστε να παραμείνεις ανταγωνιστικός σε διεθνή κλίμακα είναι η εξειδίκευση σε συγκεκριμένες φαρμακοτεχνικές μορφές. Το να γίνεις πολύ καλός, ειδικός, σε συγκεκριμένα πεδία, απαιτεί επενδύσεις σε τεχνολογία και σε κατάλληλο ανθρώπινο δυναμικό, για να μπορέσεις να φτιάξεις υψηλής προστιθέμενης αξίας προϊόντα με καινοτόμα χαρακτηριστικά».

Η Rafarm επικεντρώθηκε στα οφθαλμολογικά και ενέσιμα προϊόντα και με αιχμή την έρευνα και ανάπτυξη δικών της προϊόντων κατάφερε να διακριθεί και να απολαμβάνει σήμερα πανευρωπαϊκή αναγνώριση. Η δημιουργία το 2010 νέας γραμμής παραγωγής, αξιοποιώντας κάθε σχετική τεχνολογία αιχμής, συνέβαλε καθοριστικά στην επιτυχία της επέκτασης σε νέες αγορές. Πλέον, παράγοντας καινοτόμα φάρμακα και επώνυμα γενόσημα, η Rafarm είναι μία από τις λίγες ελληνικές πολυεθνικές βιομηχανίες.

Από οικογενειακή εταιρεία, μεγάλη βιομηχανία

Για τον μετασχηματισμό της από μια οικογενειακή εταιρεία σε μια μεγάλη βιομηχανία με πολυεθνικά χαρακτηριστικά πραγματοποιήθηκαν, κατά την περίοδο 2005-2010, επενδύσεις ύψους άνω των 20 εκατ. ευρώ προκειμένου να δημιουργηθούν νέες γραμμές παραγωγής, μονάδα έρευνας και ανάπτυξης, κτιριακές εγκαταστάσεις κ.ά. Ετσι, η Rafarm κατάφερε να κολυμπήσει «κόντρα στο ρεύμα» της εγχώριας οικονομικής κρίσης: ο κύκλος εργασιών από 35 εκατ. το 2008 σήμερα ανέρχεται στα 66 εκατ., οι εξαγωγές από 4% των πωλήσεων το 2008 φθάνουν το 33%, ενώ το ανθρώπινο δυναμικό ανέρχεται σε 450 άτομα, έναντι 235 το 2010, το μεγαλύτερο μέρος του οποίου είναι επιστημονικό προσωπικό. Η επέκταση στην αγορά των ΗΠΑ δημιουργεί τεράστια προοπτική για την εταιρεία τα επόμενα χρόνια: το 2018 θα προχωρήσει στην κατάθεση τουλάχιστον άλλων 2 ενεσίμων προϊόντων και ενός οφθαλμολογικού, με προοπτική σημαντικής αύξησης τα επόμενα χρόνια. Η δραστηριοποίηση της εταιρείας στο εξωτερικό γίνεται μέσω στρατηγικών συνεργασιών με μεγάλες φαρμακευτικές εταιρείες στις οποίες εκχωρεί την άδεια για την εκμετάλλευση των προϊόντων που έχει αναπτύξει. Σήμερα διαθέτει περίπου 1.800 άδειες εγκεκριμένων προϊόντων σε όλο τον κόσμο. Στη διετία 2018-2019, η Rafarm θα προχωρήσει σε νέες επενδύσεις ύψους 20 εκατ. με στόχο να παραμείνει στην πρώτη γραμμή της αγοράς. Το σύνολο των εγκαταστάσεων της εταιρείας θα μεταφερθεί στην Παιανία σε ιδιόκτητη έκταση 35 στρεμμάτων και θα δημιουργηθούν νέες γραμμές παραγωγής – που είναι απαραίτητες να υποστηρίξουν τον νέο όγκο εργασιών που συνεπάγεται η επέκταση στις ΗΠΑ. Παράλληλα, θα προχωρήσει σε ριζική ανανέωση του εξοπλισμού, σε δημιουργία κεντρικής αποθήκης, επενδύσεις σε τεχνολογίες –νέες εγκαταστάσεις R&D– καθώς και σε νέο κτίριο διοίκησης. Με τις νέες επενδύσεις, η εταιρεία θα τριπλασιάσει τις παραγωγικές της δυνατότητες.

Η τεχνογνωσία, η ποιότητα και η καλή συγκυρία

Η πολύ καλή πορεία και η διεθνής αναγνώριση που κερδίζει η εγχώρια φαρμακοβιομηχανία εκτός συνόρων οφείλεται, όπως αναφέρει ο κ. Μητσόπουλος στην «Κ», στο γεγονός πως αρκετές ελληνικές εταιρείες προχώρησαν σε μεγάλες επενδύσεις τη δεκαετία του 2000, δημιούργησαν τεχνογνωσία και εξαιρετικά ανταγωνιστικές δομές λειτουργίας, γεγονός που τους επέτρεψε να παράγουν καινοτόμα προϊόντα και να επεκταθούν με επιτυχία στο εξωτερικό. Ολα αυτά όμως θα ήταν δύσκολο να συμβούν δίχως τη γενικότερη ευνοϊκή συγκυρία, καθώς τη δεκαετία του 2000 έληξε η προστασία για πολλά πατενταρισμένα φάρμακα, επιτρέποντας σε καλές ελληνικές εταιρείες, μέσω έρευνας και ανάπτυξης, να τα εξελίξουν και να παραγάγουν υψηλής ποιότητας επώνυμα γενόσημα με καινοτόμα χαρακτηριστικά και ανταγωνιστικό κόστος. Σήμερα η φαρμακοβιομηχανία είναι ο δεύτερος μεγαλύτερος εξαγώγιμος κλάδος και θεωρείται ένας από τους τομείς που μπορούν να συμβάλουν καθοριστικά στην προσπάθεια εξόδου της χώρας από την κρίση, όπως είχε δείξει και η μελέτη McKinsey.

Τα γενόσημα

Σε ό,τι αφορά τα γενόσημα, που ενδιαφέρουν ιδιαίτερα τον κλάδο, ύστερα από πολλά χρόνια μνημονιακών παρεμβάσεων στον χώρο του φαρμάκου, η αντίληψη για τα συγκεκριμένα φάρμακα στη χώρα μας παραμένει συνδεδεμένη με αρνητικά στερεότυπα. Η διείσδυση των γενοσήμων στην Ελλάδα από 15% που ήταν πριν από την κρίση έφθασε το 20%, ενώ ο μνημονιακός στόχος ήταν το 40% για το 2017 και 60% για το 2018. Σημειώνεται ότι στις ΗΠΑ τα γενόσημα φάρμακα αποτελούν το 75% της αγοράς, ενώ στην Ευρώπη το 50%. Την κατάσταση για τις ελληνικές εταιρείες επιδεινώνει το εξαιρετικά δαιδαλώδες και προβληματικό πλαίσιο για τη φαρμακευτική δαπάνη και, παρά την πρόθεση της πολιτείας για ενίσχυση του κλάδου, δεν υπάρχουν σημαντικά αποτελέσματα. Οπως αναφέρουν, οι αδιάκοπες μειώσεις τιμών ιδιαίτερα των εγχωρίως παραγόμενων φαρμάκων, σε συνάρτηση με τις περαιτέρω έμμεσες μειώσεις μέσω του rebate και clawback, δημιουργούν υπερβολική και ασύμμετρη πίεση στις εγχώριες φαρμακοβιομηχανίες, εντός συνόρων.

Στο 61,9% η μείωση της φαρμακευτικής δαπάνης την περίοδο 2009 - 2016

Σύμφωνα με την έρευνα του Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ) για τη φαρμακευτική αγορά στην Ελλάδα, η συνολική χρηματοδότηση για δαπάνες υγείας στην Ελλάδα το 2015 διαμορφώθηκε στα 14,4 δισ. ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί στο 8,2% του ΑΕΠ. Από αυτά, τα 8,7 δισ. ευρώ ή το 5% του ΑΕΠ αποτελούν δημόσια χρηματοδότηση.

Από το σύνολο των δαπανών για την υγεία το 2014, η ενδονοσοκομειακή δαπάνη αποτέλεσε το μεγαλύτερο τμήμα, με 6 δισ. ευρώ, και ακολούθησε η φαρμακευτική δαπάνη με 4,2 δισ. ευρώ, ενώ η εξωνοσοκομειακή δαπάνη ανήλθε στα 2,9 δισ. ευρώ.

Το 2015 προϋπολογίστηκε δημόσια φαρμακευτική δαπάνη ύψους 2 δισ. ευρώ, ενώ για το 2016 ο στόχος μειώθηκε περαιτέρω σε 1,945 δισ. ευρώ. Ετσι για την περίοδο 2009-2016 η συνολική μείωση της φαρμακευτικής δαπάνης διαμορφώνεται στο 61,9%.

Αντιστοίχως, πτωτική είναι και η πορεία της κατά κεφαλήν δημόσιας φαρμακευτικής δαπάνης στην Ελλάδα, όπου από 460 ευρώ ανά κάτοικο το 2009 μειώθηκε στα 180 ευρώ το 2016, εξέλιξη που φέρνει την Ελλάδα στις τελευταίες θέσεις ανάμεσα στις χώρες της Ε.Ε. Λαμβάνοντας υπόψη τη μεγάλη συμμετοχή της βιομηχανίας στην κάλυψη των αναγκών των Ελλήνων ασθενών, μέσα από τους μηχανισμούς των επιστροφών, τα αποκαλούμενα rebates και του clawback, η εφαρμογή των αυστηρών δημοσιονομικών μέτρων κρίνεται αναποτελεσματική. Συγκεκριμένα, η φαρμακευτική βιομηχανία το 2015 απέδωσε 300 εκατ. ευρώ σε rebates και 319 εκατ. ευρώ σε clawback, συνεισφέροντας έτσι το 23,6% της πραγματικής φαρμακευτικής δαπάνης, ενώ αναμένεται για το 2016 περαιτέρω αύξηση 304 εκατ. ευρώ σε rebates και 430 εκατ. ευρώ σε clawback που αντιστοιχούν περίπου στο 27,5% της πραγματικής φαρμακευτικής δαπάνης. Σημειώνεται ότι σε γενικές γραμμές το rebate, ως έννοια, αναφέρεται στην έκπτωση επί του τζίρου που κάνουν οι εμπορικές εταιρείες στους προμηθευτές τους και στην ελληνική περίπτωση ο ΕΟΠΥΥ επιβάλλει να του γίνουν εκπτώσεις επί του ποσού που τιμολογούν οι πάροχοι υγείας (π.χ. κλινικές, διαγνωστικά κέντρα κ.λπ.). Το clawback αναφέρεται στην επιστροφή του ποσού εκείνου που υπερβαίνει, μηνιαίως, τις προϋπολογισμένες δαπάνες υγείας.

Αντίστοιχη ήταν και η πορεία της νοσοκομειακής δαπάνης, που από το 2012 μέχρι το 2015 κατέγραψε μείωση 31,5% φτάνοντας το 1,4 δισ. ευρώ, με σημαντική πτώση της φαρμακευτικής δαπάνης (-35,8%). Το 2015 οι συνολικές πωλήσεις σε αξία των φαρμακευτικών εταιρειών προς τις φαρμακαποθήκες - φαρμακεία ανήλθαν στα 4,1 δισ. ευρώ, παρουσιάζοντας μείωση -2,7% σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά, εν αντιθέσει με τις πωλήσεις προς τα νοσοκομεία - φαρμακεία ΕΟΠΥΥ όπου αυξήθηκαν κατά 5,7%.

Αναφορικά με τις συνολικές πωλήσεις σε όγκο στα νοσοκομεία - φαρμακεία ΕΟΠΥΥ, παρουσιάζεται αύξηση 1,6% σε σύγκριση με την προηγούμενη χρονιά, ενώ αντιστοίχως στα φαρμακεία - φαρμακαποθήκες μείωση -2,6%.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ