ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Τα «αγκάθια» στον δρόμο εξόδου από το μνημόνιο

ΕΙΡΗΝΗ ΧΡΥΣΟΛΩΡΑ

Από το βήμα του συνεδρίου του Ελληνοαμερικανικού Εμπορικού Επιμελητηρίου, ο επικεφαλής των θεσμών Ντέκλαν Κοστέλο απέκλεισε την «καθαρή έξοδο» της Ελλάδας, τονίζοντας μάλιστα ότι θα χρειαστεί και ένα πλαίσιο το οποίο να διασφαλίζει ότι οι μεταρρυθμίσεις θα συνεχιστούν.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Αν η απόπειρα ψήφισης της διάταξης για την προκήρυξη απεργιών δημιούργησε αναταραχή στα κυβερνητικά κλιμάκια την περασμένη εβδομάδα, οι κινήσεις που θα κληθεί να κάνει η κυβέρνηση τους επόμενους μήνες, προκειμένου να δρομολογηθεί η έξοδος από το μνημόνιο, είναι πιθανό να προκαλέσουν αλλεπάλληλα εμφράγματα.

Ο λόγος κυρίως για τις ιδιωτικοποιήσεις, οι οποίες παίρνουν θέση στο πρόγραμμα των επόμενων μηνών, με συγκεκριμένες δεσμεύσεις εκ μέρους της κυβέρνησης, που με βεβαιότητα θα προσκρούσουν στα παραδοσιακά αντανακλαστικά του ΣΥΡΙΖΑ. Πώληση του 17% της ΔΕΗ και των τεσσάρων λιγνιτικών μονάδων (τρεις μονάδες συν μία άδεια μονάδας), αλλά και ΕΥΔΑΠ και ΕΥΑΘ (μειοψηφικά πακέτα) και ΕΛΠΕ ανήκουν στον σκληρό πυρήνα των «ευαίσθητων» ιδιωτικοποιήσεων, αλλά είναι ακριβώς αυτές που περιμένουν τώρα οι θεσμοί να προχωρήσουν, σύμφωνα και με το επικαιροποιημένο μνημόνιο. Το πακέτο περιλαμβάνει κι άλλες, λιγότερο επίμαχες, αλλά πάντως σημαντικές ιδιωτικοποιήσεις όπως το 5% του ΟΤΕ, ο Διεθνής Αερολιμένας Αθηνών και η ΔΕΠΑ.

Δεν είναι τυχαίο ότι τόσο κυβερνητικά στελέχη όσο και αξιωματούχοι των θεσμών μεταφέρουν σε συνομιλητές τους ότι οι ιδιωτικοποιήσεις θα είναι για την τέταρτη αξιολόγηση περίπου ό,τι ήταν οι πλειστηριασμοί για την τρίτη. Η κυβέρνηση θα πρέπει να δώσει δείγματα αποφασιστικότητας για να πειστούν οι θεσμοί και να ολοκληρωθεί επιτυχώς η αξιολόγηση. Οπως σημειώνουν σε κάθε τόνο οι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι, τώρα είναι η ώρα της «εφαρμογής». Πρέπει να γίνουν όσα συμφωνήθηκαν.

Οι ιδιωτικοποιήσεις έχουν επιπλέον σημασία, επισημαίνουν πηγές των θεσμών, καθώς αποφέρουν έσοδα που επηρεάζουν το επίπεδο του χρέους και την ανάλυση βιωσιμότητάς του. Δεν μπορεί να περιμένει η κυβέρνηση να συναινέσει η Γερμανία στην ελάφρυνση του χρέους, σχολιάζουν, αν η ίδια δεν έχει προηγουμένως κάνει αυτό που της αντιστοιχεί για τον ίδιο σκοπό, δηλαδή τις ιδιωτικοποιήσεις.

Στην πραγματικότητα, όλοι οι επόμενοι μήνες, έως τον Αύγουστο του 2018, θα είναι μια περίοδος κατά την οποία οι θεσμοί θα επιχειρήσουν να κλείσουν κάθε εκκρεμότητα και να πάρουν μέτρα ασφαλείας για τη μεταμνημονιακή περίοδο, δοκιμάζοντας συχνά τις αντοχές της κυβέρνησης. Τα 82 προαπαιτούμενα της τέταρτης αξιολόγησης, συμπεριλαμβανομένων των ιδιωτικοποιήσεων, στα οποία αναφέρθηκε Ευρωπαίος αξιωματούχος την προηγούμενη εβδομάδα, είναι ένα μόνο μέρος αυτής της επίπονης διαδικασίας.

Ο ρόλος του ΔΝΤ

Παράλληλα, θα βρίσκονται σε εξέλιξη τα στρες τεστ των τραπεζών, οι διαπραγματεύσεις για την ελάφρυνση του χρέους (αν και μάλλον μόνο σε τεχνικό επίπεδο, σε πρώτη φάση), ενώ προς το τέλος της αξιολόγησης, κάποια στιγμή τον Μάιο, θα τεθεί το μείζον ερώτημα κατά πόσον θα χρειαστεί να εφαρμοστούν ταυτόχρονα από το 2019 τόσο οι μειώσεις των συντάξεων όσο και η μείωση του αφορολογήτου, που κανονικά έχει προγραμματιστεί για το 2020. Πρόκειται για απόφαση στην οποία αποφασιστικός θα είναι ο ρόλος του ΔΝΤ, όπως προβλέπει το μνημόνιο και επαναβεβαιώθηκε με τη συμφωνία του προπερασμένου Σαββάτου στην Αθήνα.

Το παραπάνω δημοσιονομικό «πακέτο» του 2019 είναι πολιτικά πολύ βαρύ για την κυβέρνηση και συνδέεται ασφαλώς με τη διαμόρφωση της εκλογικής της ατζέντας. Οι ιδιωτικοποιήσεις μπορεί να χτυπούν ευαίσθητες χορδές στα κυβερνητικά στελέχη, αλλά η μείωση των συντάξεων και η αύξηση των φόρων αγγίζουν όλο το εκλογικό σώμα. Γι’ αυτό και στηρίζει ελπίδες στην αποδυνάμωση –αν όχι στην αποχώρηση– του ΔΝΤ, ώστε όχι μόνο να μην επισπευστεί η μείωση του αφορολογήτου, αλλά και να ανακληθεί η μείωση των συντάξεων το 2019, εφόσον φανεί ότι επιτυγχάνονται οι στόχοι για πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ χωρίς αυτό.

Δεν πιθανολογείται ότι θα έχει τύχη στην επιδίωξή της αυτή. Ο επικεφαλής της αποστολής της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στη διαπραγμάτευση Ντέκλαν Κοστέλο «πάγωσε» την περασμένη εβδομάδα τις ελπίδες της κυβέρνησης, καθώς είπε ότι η συμφωνία έχει υπογραφεί με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς, όχι μόνο με το ΔΝΤ και ότι δεν θα βγει σε καλό αν αρχίσει να ξηλώνεται. Είναι φανερό ότι οι θεσμοί δεν θα θελήσουν να ρισκάρουν μια δημοσιονομική εκτροπή. Η Ελλάδα, παρ’ όλα όσα λέγονται, δεν αντιμετωπίζεται με τον ίδιο τρόπο που αντιμετωπίστηκαν η Ιρλανδία και η Πορτογαλία. Αλλωστε, ο ίδιος ο κ. Κοστέλο το είπε καθαρά στο συνέδριο του Ελληνοαμερικανικού Επιμελητηρίου, ότι η «καθαρή έξοδος» δεν είναι η πλέον πρόσφορη για την περίπτωση της Ελλάδας. Πρόσθεσε, μάλιστα, ότι θα χρειαστεί και ένα πλαίσιο, το οποίο να διασφαλίζει ότι οι μεταρρυθμίσεις θα συνεχιστούν.

Εγκαιρη ψήφιση

Αν η κυβέρνηση εξετάζει τώρα το ενδεχόμενο να διεκδικήσει λιγότερα δημοσιονομικά μέτρα το 2019, υποστηρίζοντας ότι ο ρόλος του ΔΝΤ «δεν είναι γραμμένος στην πέτρα», δεν είναι σίγουρο πόσο μακριά είναι αποφασισμένη να φτάσει, καθώς ο βασικός της άξονας –σε επίπεδο οικονομικού επιτελείου, τουλάχιστον– παραμένει να τελειώσει γρήγορα και ομαλά το πρόγραμμα. Στο πλαίσιο αυτό αναμένεται να συνεχίσει την τακτική της αποδοχής όλων όσα της ζητούν οι θεσμοί. «Η δουλειά μας είναι να κάνουμε ό,τι πρέπει για να κερδίσουμε την εμπιστοσύνη», λέει η κυβερνητική πηγή, προσθέτοντας μάλιστα ότι θα επιδιωχθεί η έγκαιρη ψήφιση των μέτρων της τέταρτης αξιολόγησης, ώστε να μη μείνουν στο τέλος, όταν θα κορυφωθεί η συζήτηση για το χρέος και για το πλαίσιο που θα διέπει την επόμενη μέρα, μετά το μνημόνιο.

Η μεγάλη υποχώρηση των αποδόσεων των ελληνικών ομολόγων (το δεκαετές είναι σε επίπεδα 2009) δείχνει ότι οι αγορές επικροτούν την τακτική αυτή και η κυβέρνηση ελπίζει τώρα ότι θα ακολουθήσουν και οι οίκοι αξιολόγησης με αναβάθμιση του αξιόχρεου του Δημοσίου. Φυσικά, η αναβάθμιση αυτή, εφόσον συμβεί, δεν θα είναι αρκετή για να ενταχθούν τα ελληνικά ομόλογα στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, αλλά θα διευκολύνει τουλάχιστον τις επόμενες εξόδους στις αγορές. Η πρώτη προγραμματίζεται στα τέλη Ιανουαρίου με αρχές Φεβρουαρίου με ένα επταετές ομόλογο.

Εν τω μεταξύ, βεβαίως, αυτό που επείγει και περιμένουν οι θεσμοί είναι να εφαρμοστούν τα περίπου 110 προαπαιτούμενα της τρίτης αξιολόγησης. Περίπου 40 από αυτά απαιτούν νομοθετική ρύθμιση και αυτή θα γίνει κυρίως με ένα πολυνομοσχέδιο στις αρχές Ιανουαρίου. Ετσι, η τρίτη αξιολόγηση θα μπορεί να κλείσει στο Eurogroup της 22ας Ιανουαρίου.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ