ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

«Εθισμένες» σε δημόσιες προμήθειες οι ελληνικές ΜμΕ

ΔΗΜΗΤΡΑ ΜΑΝΙΦΑΒΑ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Οι κρατικές ενισχύσεις, προφανώς μέσω κοινοτικών προγραμμάτων, και οι δημόσιες προμήθειες είναι οι «σανίδες σωτηρίας» για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις στην Ελλάδα, οι οποίες, παρά το γεγονός ότι βρίσκονται σε τροχιά ανάκαμψης, εξακολουθούν να υπολείπονται σημαντικά των μεγεθών που είχαν το 2008. Αυτές οι «σανίδες σωτηρίας» είναι ταυτόχρονα και «τροχοπέδη» για την περαιτέρω ανάπτυξή τους, καθώς, ακόμη και όταν είχαν πρόσβαση στην τραπεζική χρηματοδότηση, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις ούτε ενίσχυσαν την εξωστρέφειά τους ούτε ενσωμάτωσαν καινοτομία στη λειτουργία και τα προϊόντα τους.

Τα παραπάνω προκύπτουν, μεταξύ άλλων, από τη φετινή έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τις ΜμΕ και συγκεκριμένα σε ό,τι αφορά τη συμμόρφωσή τους με τις αρχές της Small Business Act (SBA), της κεντρικής πρωτοβουλίας σε κοινοτικό επίπεδο για τη στήριξη των μικρομεσαίων επιχειρήσεων.

Συνολικά στην Ελλάδα, σύμφωνα με τις τελευταίες διαθέσιμες εκτιμήσεις, υπήρχαν το 2016 705.329 μικρομεσαίες επιχειρήσεις, εκ των οποίων η συντριπτική πλειονότητα, οι 678.816, είναι πολύ μικρές (με προσωπικό από 0 έως 9 άτομα). Αξίζει να σημειωθεί ότι το 2008 ο αριθμός των ΜμΕ στην Ελλάδα ανερχόταν σε 820.185. Με βάση τα στοιχεία του 2016 στις ελληνικές ΜμΕ απασχολούνταν 1,96 εκατ. άτομα (από 2,4 εκατ. το 2008), ενώ η προστιθέμενη αξία τους διαμορφώθηκε το 2016 σε 36,3 δισ. ευρώ (έναντι 55 δισ. ευρώ το 2008). Το 2016 πάντως παρατηρήθηκε αύξηση 2,4% στην απασχόληση στις ΜμΕ σε σύγκριση με το 2015, ενώ το 2017 και το 2018 προβλέπεται ετήσια αύξηση της απασχόλησης 2,5%. Μάλιστα, σύμφωνα με την έκθεση, το 2018 εκτιμάται ότι θα δημιουργηθούν στις ΜμΕ 96.500 νέες θέσεις εργασίας, εκ των οποίων το περίπου 50% στις πολύ μικρές επιχειρήσεις.

Το παραπάνω εκ πρώτης όψεως μοιάζει με καλό νέο. Ωστόσο, όπως αναφέρεται σε άλλο σημείο της έκθεσης, «οι περισσότερες από τις νέες θέσεις εργασίας είναι μερικής απασχόλησης και χαμηλά αμειβόμενες, γεγονός που δείχνει ότι αυτή η αύξηση δεν ήταν επαρκής για να αντιστρέψει τη συνολική αρνητική κατάσταση στην αγορά εργασίας και το πιο σημαντικό δεν έχει προκαλέσει ώθηση διαρκείας στην εγχώρια κατανάλωση».

Η εξήγηση, πέρα από την κρίση, είναι οι εγγενείς αδυναμίες στη λειτουργία της μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας. Δεν είναι τυχαίο ότι το δεύτερο πιο αδύναμο σημείο των ελληνικών ΜμΕ είναι η εξωστρέφεια (πρώτο, λόγω κρίσης, είναι η πρόσβαση στη χρηματοδότηση). Ενδεικτικά, μόλις το 5,99% των ελληνικών ΜμΕ εξάγει προϊόντα σε άλλες κοινοτικές χώρες, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό στην Ε.Ε. είναι 17,12%. Αντιστοίχως, εξαγωγές σε τρίτες χώρες πραγματοποιεί το 7,31% των ελληνικών ΜμΕ, όταν το μέσο ποσοστό στην Ε.Ε. είναι 9,96%.

Από την άλλη, τα πιο δυνατά σημεία των ελληνικών ΜμΕ είναι οι κρατικές ενισχύσεις και οι δημόσιες προμήθειες, με τη σχετική βαθμολογία όχι μόνο να είναι πάνω από τον κοινοτικό μέσο όρο, αλλά και η τέταρτη καλύτερη στην Ε.Ε. Στην Ελλάδα 50% των ΜμΕ συμμετέχουν στις δημόσιες συμβάσεις, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό στην Ε.Ε. είναι 37%. Επιπλέον, το μερίδιο των ΜμΕ στη συνολική αξία των συμβολαίων που γίνονται με το Δημόσιο για κρατικές προμήθειες είναι 78%, όταν στην Ε.Ε. είναι κατά μέσον όρο 29%.

Τέλος και σε αυτή την έκθεση διαπιστώνεται ότι ακόμη και η πτώχευση είναι χρονοβόρα, καθώς απαιτούνται 3,5 έτη όταν ο μέσος χρόνος στην Ε.Ε είναι 1,97.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ