ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Χθες το πρωί, στην πλατεία Βικτωρίας, ο σταθμός έβγαζε και «κατάπινε» πολύ κόσμο – κυρίως νεαρές ηλικίες, λόγω της γειτονικής ΑΣΟΕΕ. Παρατηρούσες ότι σχεδόν σαν υπνωτισμένοι πηγαινοέρχονταν και, τελικώς, εξαφανίζονταν. Η Χέυδεν, πρωί Δευτέρας, ήταν στους κανονικούς ρυθμούς της. Από την Πατησίων έως την πλατεία, υπήρχε μια φαινομενική κανονικότητα. Φτάνοντας στην πλατεία, όμως, συνειδητοποιείς ότι χωρίζεται στην πάνω και στην κάτω. Στο πάνω μισό συναντάς την πολυκοσμία που προκαλεί ο σταθμός, αλλά και τα παρακείμενα καφέ, τα οποία έχουν αρκετή κίνηση. Το υπόλοιπο μισό της πλατείας είναι σαν είσοδος στη ζώνη του λυκόφωτος, που οδηγεί σε μια Αθήνα που σπάνια εικάζουν όσοι δεν ζουν σε εκείνη την περιοχή, μέχρι, δηλαδή, το ιστορικό Β΄ Γυμνάσιο Αρρένων («το οποίο δεν δίνει ακόμη ώθηση στην περιοχή», λένε κάτοικοι) και την Αχαρνών. Δεν είναι τα γκράφιτι, τα εγκαταλελειμμένα κτίρια, όσοι αναζητούν «θησαυρούς» στους κάδους απορριμμάτων, δεν είναι καν η βρωμιά που συναντά κάποιος, έτσι κι αλλιώς, σε όλους τους δρόμους της Αθήνας. Είναι ο μέσος όρος ηλικίας όσων ζουν, κυκλοφορούν και εργάζονται εκεί.

Κάτοικοι, τα στοιχεία των οποίων διαθέτει η «Κ», περιγράφουν μια γερασμένη πλατεία – το βλέπεις και μόνος σου. Οι νεαρές ηλικίες, εκείνες που ανέκαθεν αναδεικνύουν ή καταδικάζουν γειτονιές, δεν την επιλέγουν ως τόπο για να ζήσουν ή να «βγουν». Ακόμη και όσοι επισκέπτονται τα θέατρα της περιοχής είναι επισκέπτες για όσο διαρκεί η παράσταση – μετά, όπου φύγει φύγει. Αυτή η χρόνια εγκατάλειψη της πλατείας, μαζί με την παράδοσή της σε παντός είδους παράνομες και απάνθρωπες δοσοληψίες, όπως είναι το εμπόριο ψυχών και ναρκωτικών, την οδηγεί σε πλήρη απαξίωση. «Τη Χέυδεν και την Αριστοτέλους τις έχουμε ήδη “χάσει”, αλλά δεν φεύγουμε από εδώ μέχρι να μην έχουμε ψίχουλο να φάμε», λένε κάτοικοι και επαγγελματίες.


«Πολλοί έχουν τεθεί σε κατ’ οίκον αυτοπεριορισμό, επειδή δεν μπορούν να αντικρίζουν αυτή την κατάσταση στην πλατεία Βικτωρίας», λένε κάτοικοι της περιοχής, οι οποίοι προσβλέπουν σε καλύτερες ημέρες.

Και παρότι, ασφαλώς, κατοικείται από μικρο- και μεσοαστούς, που διαμένουν στα χαρακτηριστικά δείγματα της μεσοπολεμικής και μοντερνιστικής Αθήνας, οι μόνιμοι κάτοικοι δεν «χρησιμοποιούν» τη γειτονιά τους όταν το φως υποχωρήσει. Εκεί, στα σκοτάδια ή στα υποφωτισμένα δρομάκια, ξεκινούν τα καλά ριζωμένα πάρε-δώσε. «Κάθε φορά που ακούμε ότι εξαρθρώθηκε κύκλωμα διακίνησης ανθρώπων ή ναρκωτικών, βάζουμε στοίχημα ποιο από τα μαγαζιά θα κλείσει. Είμαστε τεράστιος κόμβος εδώ γύρω», μεταφέρουν κάτοικοι της πλατείας Βικτωρίας. Θα ήταν απλώς ένα αστειάκι, αλλά παραμένει μια σκοτεινή κατάσταση. «Πολλοί έχουν τεθεί σε κατ’ οίκον αυτοπεριορισμό, επειδή δεν μπορούν να αντικρίζουν αυτή την κατάσταση – τη Βικτώρια χωρισμένη στο πάνω μέρος της Αριστοτέλους και στο κάτω. Στην 3ης Σεπτεμβρίου κυκλοφορούν οι “γηγενείς” και στην Αριστοτέλους οι... επενδυτές, όπως τους λέμε».

«Θα είχαμε γίνει Εξάρχεια»

Κάτοικοι και επιχειρηματίες, πάντως, παρά τα όσα περιγράφουν, επιμένουν ότι θα κάνουν ό,τι χρειάζεται ώστε να μην εξαπλωθεί η εγκληματικότητα. «Θα είχαμε γίνει Εξάρχεια αν εμείς οι ίδιοι δεν είχαμε αντιδράσει έγκαιρα με διαρκή ενόχληση των Αρχών». Τι ζητούν, όμως, επιμόνως; «Να ελεγχθεί εξονυχιστικά η νομιμότητα όλων των καταστημάτων, κάτι που δεν έχει συμβεί ώς τώρα, να πάψουν να παραχωρούνται αλόγιστα διαμερίσματα και ολόκληρα κτίρια ως δομές σε αμφιβόλου προελεύσεως ΜΚΟ, ενώ οι τελευταίες είναι που πρέπει να περάσουν από την κρησάρα των Αρχών. Τότε θα επιστρέψει η πλατεία Βικτωρίας σε μια κάποια κανονικότητα, όπως ήταν από τους Ολυμπιακούς του 2004 και έως τις αρχές του 2011. Προς το παρόν, μας σώζουν η ΑΣΟΕΕ και οι –ελάχιστοι– φοιτητές που επιλέγουν την περιοχή για τα φθηνά της νοίκια, το γεγονός ότι πολλά καταστήματα ανήκουν σε παλαιούς εμπόρους και, ώς ένα βαθμό, το Airbnb, που έδωσε μια ανάσα ζωής το περασμένο καλοκαίρι. Από εκεί και πέρα όμως;».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ