ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Στους φτωχούς Αμερικανούς το κόστος των περικοπών

EDUARDO PORTER / THE NEW YORK TIMES

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Το καλοκαίρι  του 2006,ο τότε πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Τζορτζ Μπους ασκούσε πιέσεις για να λάβουν μόνιμο χαρακτήρα οι φορολογικές περικοπές που είχε προωθήσει στο Κογκρέσο το 2001 και το 2003. Τότε, το υπουργείο Οικονομικών έδωσε στη δημοσιότητα μία ανάλυση, η οποία, όπως ήλπιζε η κυβέρνηση, θα αποδείκνυε περίτρανα τα οικονομικά πλεονεκτήματα από την παράταση της ισχύος των φοροελαφρύνσεων. Το πόρισμα ήταν ότι οι ελαφρύνσεις θα ενίσχυαν την αμερικανική οικονομία μόλις 0,7% μακροπρόθεσμα. Αν και δεν δόθηκε ποτέ ακριβής εξήγηση τι σημαίνει «μακροπρόθεσμα», συνήθως έχει να κάνει με είκοσι χρόνια, κατά μέσον όρο – σε αυτήν την περίπτωση, η οικονομία θα ενδυναμωνόταν 0,035% ετησίως. Τα μαθηματικά και η οικονομία δεν έχουν αλλάξει έκτοτε. Σε ανάλογα συμπεράσματα κατέληξε τη Δευτέρα και το μη κομματικό ίδρυμα οικονομικής ανάλυσης Penn Wharton Budget Model. Με τα σημερινά δεδομένα, το ΑΕΠ στις ΗΠΑ θα αυξανόταν 0,5%-1% έως το 2027, αν δεν γινόταν καμία φορολογική μεταρρύθμιση.

Πριν από δέκα χρόνια, το επίσης μη κομματικό Κέντρο Φορολογικής Πολιτικής και το φιλελεύθερων τάσεων Κέντρο Προϋπολογισμού και Πολιτικών Προτεραιοτήτων υπολόγισαν ότι το να λάβουν μόνιμο χαρακτήρα οι φορολογικές περικοπές του Τζορτζ Μπους θα οδηγούσαν σε αύξηση έως και κατά 7% των καθαρών εισοδημάτων όσων κέρδιζαν 1 εκατ. δολάρια και άνω. Αντιθέτως, το 80% των αμερικανικών οικογενειών που ανήκει στα κατώτερα εισοδηματικά κλιμάκια θα βρισκόταν σε χειρότερη μοίρα, επειδή θα επωμιζόταν το φορτίο για τη χρηματοδότηση των περικοπών. Σήμερα, η μη κομματική Κοινή Επιτροπή για τη Φορολογία, που υπάγεται στο Κογκρέσο, εκτιμά ότι σε 10 χρόνια από τώρα οι Αμερικανοί εκατομμυριούχοι θα είχαν φοροελάφρυνση 8.500 δολάρια κατά μέσον όρο, ενώ όσοι έχουν ετήσια εισοδήματα 75.000 δολαρίων και άνω θα κατέβαλαν υψηλότερους φόρους. Αν σε όλα αυτά προστεθούν και οι μειώσεις στις παροχές του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης, του Μedicaid, για τους οικονομικά αδύναμους πολίτες και στις επενδύσεις για την εκπαίδευση, τις οποίες σχεδιάζουν οι Ρεπουμπλικανοί, το συνολικό κόστος για τις φτωχές οικογένειες και τις οικογένειες με τα μεσαία εισοδήματα είναι ακόμα μεγαλύτερο.

Αυτό συνιστά πρόβλημα ηθικής τάξεως. Οσοι σπουδάζουν ιστορία της οικονομικής σκέψης μαθαίνουν από πολύ νωρίς ότι το να παίρνεις χρήματα από όσους είναι φτωχοί και από τη μεσαία τάξη, για να τα δώσεις στους πλουσίους, οδηγεί σε εκπτώσεις στο προνοιακό σύστημα. Ο λόγος είναι απλός. Το ένα επιπλέον δολάριο προσφέρει πολύ περισσότερα σε όσους έχουν λίγα χρήματα απ’ ό,τι προσφέρει σε όσους έχουν άφθονους πόρους. Ακόμα και οι πιο συμβατικές προτάσεις για την ενίσχυση του προνοιακού συστήματος έχουν να κάνουν με την αναδιανομή από τους πλούσιους προς τους φτωχότερους. Πολλοί οικονομολόγοι συμφωνούν ότι μία αύξηση των εισοδημάτων δεν σημαίνει αυτόματα βελτίωση των προνοιακών παροχών, εφόσον αυτή η βελτίωση εξαρτάται από το ποιο εισόδημα αυξάνεται. «Στις ώριμες οικονομίες η διαφορά στον αναπτυξιακό ρυθμό ως απόρροια μιας πολιτικής είναι πολύ χαμηλότερη απ’ ό,τι υποθέτουμε», παρατηρεί ο Τζέισον Φέρμαν, επικεφαλής της Επιτροπής Οικονομικών Συμβούλων του Μπαράκ Ομπάμα.

Σύμφωνα με την ανάλυσή του, οι φορολογικές μεταρρυθμίσεις από το 1986 και μετά οδήγησαν σε αύξηση των καθαρών εισοδημάτων του 60% του πληθυσμού που έχει χαμηλά εισοδήματα, περισσότερο από 6,5%. Εν τω μεταξύ, τα εισοδήματα του πλουσιότερου 1% του πληθυσμού μειώθηκαν περισσότερο από 12%. Πάντως, από το 1993 και μετά, τα μεικτά εισοδήματα αυτού του 1% των Αμερικανών αυξάνονταν σταθερά 3% ετησίως, όταν το υπόλοιπο 99% είχε μία αύξηση μόλις 0,6% κατά μέσον όρο τον χρόνο.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ