Γράμματα Αναγνωστών

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Γραμματα Aναγνωστων

Οι φόροι μας και οι ΔΕΚΟ (μας)

Κύριε διευθυντά
Για μία ακόμη φορά, ο πολιτικός μας κόσμος βρίσκεται σε διαμάχη για το αν πρέπει ή όχι να ιδιωτικοποιηθούν οι ΔΕΚΟ. Πρόκειται όμως για μια πολιτική διαμάχη στείρα, άγονη και ανούσια. Αφού από αυτή τη διαμάχη δεν προκύπτουν κάποιες καθαρές και συγκεκριμένες προτάσεις. Ποια όμως είναι η πραγματικότητα με αυτές τις δημόσιες επιχειρήσεις;

Ολες τους έχουν πάψει προ πολλού να είναι κερδοφόρες και, αν συνεχίζουν να λειτουργούν, συνεχίζουν χάρη στις γενναίες χρηματοδοτήσεις που τους γίνονται από τον κρατικό προϋπολογισμό. Από τους φόρους που πληρώνουμε όλοι μας. Για να διατηρηθούν οι ΔΕΚΟ με τη σημερινή τους μορφή, με το σημερινό τους καθεστώς, θα πρέπει να ενταχθούν σε μια πολύπλευρη εξυγίανση.

Με την απαλλαγή τους πρώτα πρώτα από τη συνδικαλιστική κηδεμονία, από αυτόν τον εναγκαλισμό τους με τους συνδικαλιστές και στη συνέχεια να αναδιοργανωθούν με βάση τους γνωστούς λειτουργικούς κανόνες που ισχύουν στον ιδιωτικό τομέα. Αν οι ΔΕΚΟ δεν πάψουν να είναι ένας παράδεισος για τις κομματικές μας νομενκλατούρες, η ιδιωτικοποίησή τους είναι μονόδρομος.

Τακης Σουβαλιωτης, Χαλανδρίτσα Πατρών

Ο μέγας παραμυθάς και (πάλι) ο Gobineau

Κύριε διευθυντά
Ο κ. Νικόλαος Χρήστου επισημαίνει («Κ» 1.12.2017) ότι, όπως γράφει ο J. A. Gobineau, το 1868 επικρατούσε «τέλεια αναρχία» στην Ελλάδα και ότι «οι Μεγάλες Δυνάμεις έκαναν όλο το κακό». Γιατί έμαθαν «τους τσοπάνηδες και τους γεωργούς ότι ήταν γιοι του Μιλτιάδη... και ότι όφειλαν να κατέχουν την Κωνσταντινούπολη... Τους τρέλαναν με αυτήν την ιδέα. Τους έκαναν να πιστέψουν... πως όλοι οι θησαυροί της Ευρώπης τούς ανοίγονταν. Με τούτη την ιδέα έγιναν όλοι κατεργάρηδες».

Ως προς την Κωνσταντινούπολη (την Πόλη), την ευθύνη την έχει βέβαια η χριστιανική Ορθοδοξία, με βασικό πρωτεργάτη τον Μεγάλο Διδάχο Πατροκοσμά, κήρυκα του «Ο Θεός μάς έστειλε τους Τούρκους» και άγιο από το 1961, με 4 ανδριάντες μέχρι σήμερα! Με ιδεοληψίες, με «προφητείες και διδαχές» που δεν αντέχουν στην κοινή λογική και δράση που αποτελεί «ιδιοσυγκρατική έκφραση της ρωσικής προπαγάνδας», κατά τον ιστορικό Πασχάλη Κιτρομηλίδη. Επίσης, αναμφίβολα, για την ανωτέρω αναφερόμενη «κατεργαριά» των Ελλήνων δεν ευθύνονται οι Μεγάλες Δυνάμεις. Οπως έγραψε στο Ημερολόγιό του ο Hans Christian Andersen 27 χρόνια νωρίτερα, όταν έφθασε στη Σύρο το 1841, ένας Ρώσος που τον είχαν ληστέψει «με ρώτησε αμέσως τι ήθελα σε αυτήν εδώ την καταραμένη χώρα, ανάμεσα σε αυτούς τους ανθρώπους. “Είναι όλοι κατεργάρηδες”, είπε»!

Ο ίδιος, λάτρης της αρχαίας Ελλάδας, έχει εξυμνήσει τη «μεγάλη πατρίδα του πνεύματος»: «Ελλάδα... κάθε σημείο από όπου περάσει ο ταξιδιώτης είναι γεμάτο ιστορία και θρύλους», «Η σημερινή Ελλάδα... πάντα θα αδικείται η δύσμοιρη από συγκρίσεις με το λαμπρό της παρελθόν» κ.λπ. Σε αυτό το λαμπρό μας παρελθόν οφείλονται, κατά κύριο λόγο, ο φιλελληνισμός, η απελευθέρωση από τον τουρκικό ζυγό και η ένταξή μας στην ΕΟΚ - Ε.Ε. - ΟΝΕ.

Ομως, ο Andersen, που λάτρευε την αρχαία Ελλάδα και ανέφερε στο Ημερολόγιό του (2.4.1841) «τη βαθιά συμπάθεια που τρέφω για τον ελληνικό λαό», μετά την επίσκεψή του στην Τουρκία έγραψε: «Δεν τον γνωρίζω αρκετά καλά για να τον κρίνω, αλλά στο σύνολό του δεν τον αγαπώ. Οι Τούρκοι μου άρεσαν περισσότερο. Είναι τίμιοι και καλόκαρδοι» (Χανς Κρίστιαν Αντερσεν, «Οδοιπορικό στην Ελλάδα», μετάφραση Allan Lund, Εστία και αυτοέκδοσή μου «Η Ελλάδα του 1841 και η Αναστασία του Λεπάντο – Χανς Κρίστιαν Αντερσεν», 2008). Τέλος, σε σωρεία ξένων εκδόσεων, ιστορικών και περιηγητών, δεν έχω διαβάσει επαίνους για τη νεότερη Ελλάδα. Εύχομαι να υπάρχουν...

Γρηγόρης Γ. Βαρελας, Θρακομακεδόνες Αττικής

«Σφάξε με, αγά, ν’ αγιάσω;»

Κύριε διευθυντά
Μέσα στην ομίχλη των γονιδιακής φύσης αντιφάσεων της κυβερνητικής πολιτικής διακρίνεται αμυδρά η διστακτική επιστροφή της χώρας στην κανονικότητα – όπως διαπιστώνει με την ψυχραιμία και αντικειμενικότητά της η «Καθημερινή».

Παρά ταύτα, η αλήθεια είναι πως η προσωπική κατάσταση της πλειονότητας των Ελλήνων όχι μόνο δεν ανακάμπτει προς την άλλοτε «κανονικότητα» (την και τότε γοερώς διεκτραγωδούμενη από τους πολιτικούς εργολάβους του κερδοσκοπικού λαϊκισμού), αλλά επιδεινώνεται με τους ρυθμούς μιας ρουτίνας που έχει πλήρως εξουδετερώσει τα ανακλαστικά μας. Εχουμε πια συνηθίσει στο κλίμα του ζόφου και, ευχόμενοι μόνο να μη σκοτεινιάσει περισσότερο, φαίνεται ότι έχουμε φτάσει στον βυθό του «σφάξε με, αγά, ν’ αγιάσω»! Και αυτό νομίζω ότι είναι το χειρότερο που μπορεί να συμβεί σε ένα λαό: Το να κοπούν οι τένοντες της ορθοστασίας του συνιστά εθνική απειλή.

Ισως γι’ αυτό χρειάζεται μια νέα έγερση και ένα σάλπισμα αισιοδοξίας, που μπορεί να προέλθει από τη σοβαρή και υπεύθυνη δημοσιογραφία, σε αντιστροφή μιας άλλης επίδρασης που το πρόσφατο παρελθόν κατέγραψε εις βάρος της άλλης όψης του λειτουργήματος αυτού. Στη δύσκολη συγκυρία, πάντως, που όλο λέει να φύγει κι όλο χειρότερη γυρνάει κοντά μας, καταφύγιο ο Καβάφης: «Εις σε προστρέχω Τέχνη της Ποιήσεως, / που κάτι ξέρεις από φάρμακα, / νάρκης του άλγους δοκιμές, εν Φαντασία και Λόγω». Προστρέχουμε, λοιπόν: Ηταν άλλες εποχές, χωρίς αμφιβολία. Οταν ο Σικελιανός τόνιζε τους ρυθμούς του «Πνευματικού Εμβατηρίου» του, αμέσως μετά τον πόλεμο και την Κατοχή, τότε η οικονομική κατάσταση των Ελλήνων ήταν ασύγκριτα χειρότερη από τη σημερινή.

Ωστόσο, το μήνυμά του ήταν, όπως ο ίδιος το ονομάτισε, πνευματικό: «Ομπρός, βοηθάτε να σηκώσουμε τον ήλιο πάνω απ’ την Ελλάδα […] / Τι, ιδέτε, εκόλλησεν η ρόδα του βαθιά στη λάσπη / κι α, ιδέτε, χώθηκε τ’ αξόνι του βαθιά μέσα στο αίμα! / Ομπρός, παιδιά, και δε βολεί μονάχος του ν’ ανέβει ο ήλιος. / Σπρώχτε με γόνα και με στήθος, να τον βγάλουμε απ’ τη λάσπη /σπρώχτε με στήθος και με γόνα να τον βγάλουμε απ’ το γαίμα». Φλόγιζε τότε τις καρδιές μια νέα ελπίδα. Κι άναψε ο Ποιητής τον πυρσό του από τις φρυκτωρίες που έστελναν σ’ όλη τη γη τ’ αντιφεγγίσματά της, που τόσο θλιβερά τα έσβησαν οι κατοπινές δεκαετίες: «Σιμώνει ο νέος ο Λόγος π’ όλα θα τα βάψει / στη νέα του φλόγα, / νου και σώμα, ατόφιο ατσάλι... […] / Σπρώχτε με χέρια και κεφάλια για ν’ αστράψει ο ήλιος Πνέμα». Τον σήκωσαν τον ήλιο οι Ελληνες, μα αντίς να τον κρατήσουν ψηλά, τον βούλιαξαν στους χυλούς της καλοπέρασης, μετατρέποντας τον «ήλιο Πνέμα», σε «ήλιο Ψέμα». Εστω και με τους ρυθμούς ενός εμβατηρίου, που έχει πρόταγμα και πρόσταγμά του την οικονομία, ας ακουστεί ξανά εκείνο το βροντερό: «Ομπρός, βοηθάτε να σηκώσουμε τον ήλιο πάνω απ’ την Ελλάδα»...

Γερασιμος Μιχαηλ Δωσσας, Θεσσαλονίκη

Δολοφονίες και φονικά

Κύριε διευθυντά
Η «δολοφονία του Γρηγορόπουλου» έλεγαν και ξανάλεγαν και επαναλάμβαναν κατά κόρον όλα τα ΜΜΕ την Τετάρτη (6/12), επέτειο της μνήμης του. Ομως ο θάνατος του Γρηγορόπουλου δεν είναι «δολοφονία» με την πραγματική έννοια της λέξεως. Είναι φόνος. Και οι πιο άσχετοι με τα νομικά ξέρουν ότι «δολοφονία είναι η σκόπιμη και προμελετημένη αφαίρεση της ζωής ανθρώπου».

Δολοφονία είναι ο φόνος με δόλο, ο προμελετημένος και προετοιμασμένος φόνος. Ο δράστης έχει προγραμματίσει, έχει προετοιμάσει τον φόνο. Ο θάνατος από ένα χτύπημα επάνω σε έναν καβγά (λ.χ. Τεμπονέρας) δεν είναι δολοφονία, είναι φόνος. Ετσι, ο θάνατος του Γρηγορόπουλου είναι φόνος. Ο αστυνομικός που τον πυροβόλησε δεν είχε, προφανώς, προετοιμάσει, δεν είχε προμελετήσει την πράξη του, δεν είχε προγραμματίσει την ενέργειά του.

Δολοφονίες ήταν όλα τα εγκλήματα της «17 Νοέμβρη». Δολοφονίες είναι τα εγκλήματα με τα λεγόμενα «συμβόλαια θανάτου». Δολοφονίες είναι οι φόνοι «για ξεκαθάρισμα λογαριασμών».

Βασιλειος Τακης, Καρδίτσα

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ