ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ

Ανέστιοι και πλάνητες

ΜΑΡΩ ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΟΥ

Chaja Hertog & Nir Nadler, Eθνος για δύο, 2008 - 2012.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Το γύρισμα για την 6η Μπιενάλε Σύγχρονης Τέχνης Θεσσαλονίκης, που θα παρουσιάσει στη νέα της σεζόν η επιτυχημένη εκπομπή για τη σύγχρονη τέχνη «Η εποχή των εικόνων» (EΡT 1), έπρεπε να ολοκληρωθεί σε δύο ημέρες. Φτάσαμε στο αεροδρόμιο «Μακεδονία» νωρίς το πρωί με σφιχτό πρόγραμμα δουλειάς για να καλύψουμε το μεγάλο εικαστικό γεγονός της πόλης. Πρώτος προορισμός η Αγιορείτικη Εστία, ένα από τα ωραία κτίρια των αρχών του 20ού αιώνα που σε ξαφνιάζουν στη Θεσσαλονίκη, χωμένα μέσα στην ασχήμια των πολυκατοικιών που έστησαν οι εργολάβοι μεταπολεμικά. Η Αγιορείτικη Εστία βρίσκεται στην οδό Εγνατίας και δεν είναι εύκολο να φτάσεις εκεί με το αυτοκίνητο. Oπως δεν είναι εύκολο να μετακινηθείς γενικώς στους δρόμους της πόλης αυτή την περίοδο λόγω των έργων κατασκευής του μετρό.

Η Μπιενάλε απλώνεται, εκτός της Εστίας, σε άλλους τρεις βασικούς χώρους: το Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης (ΜΜΣΤ), το Κρατικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης (ΚΜΣΤ) και το Κέντρο Σύγχρονης Τέχνης Θεσσαλονίκης (ΚΣΤΘ). Στον ηλεκτρονικό πλοηγό αυτές οι διευθύνσεις απέχουν μεταξύ τους το πολύ 10 λεπτά οδήγησης. Στην πράξη απέχουν τουλάχιστον μισή ώρα ανελέητου μποτιλιαρίσματος, το οποίο οι κάτοικοι υπομένουν με καρτερία χάρη στα κινητά τους τηλέφωνα.

Νομίζω ότι δεν είδα στα έργα των καλλιτεχνών αυτής της αξιόλογης διοργάνωσης, που φέτος έχει θέμα τις «Φαντασιακές εστίες», κάτι που να αναφέρεται στη σχέση των κατοίκων μεγαλουπόλεων με τα αυτοκίνητά τους, τα άλλα τους σπίτια, αυτές τις κινούμενες κάψουλες ιδιωτικότητας. Ο τίτλος «Φαντασιακές εστίες» δηλώνει άραγε άλλη μία έκθεση με θέμα την προσφυγική κρίση; Η ιστορικός Τέχνης Συραγώ Τσιάρα, διευθύντρια του ΚΣΤΘ και της 6ης Μπιενάλε, μιλώντας με την εικαστικό Κατερίνα Ζαχαροπούλου, η οποία σχεδιάζει και παρουσιάζει με γνώση την εκπομπή, διευκρίνισε ότι η ιδέα που γεννήθηκε τον Ιανουάριο του 2016 προφανώς είχε σχέση με την έξαρση του μεταναστευτικού προβλήματος. Ωστόσο στην πορεία των μηνών που ακολούθησαν και των συναντήσεων με τη 10μελή ομάδα των επιμελητών αυτής της Μπιενάλε, η συζήτηση επικεντρώθηκε στην έννοια του «σπιτιού», τις δηλώσεις και τις συνδηλώσεις αυτής της λέξης.

Ο σύγχρονος άνθρωπος είναι ανέστιος και πλάνης, σχολιάζει η Συραγώ Τσιάρα, είτε βιώνει εμπειρίες εκτοπισμού είτε επιλέγει τη μετοίκηση για λόγους κοινωνικο-οικονομικούς. Η απώλεια της αίσθησης σταθερότητας και ασφάλειας –που θεωρητικά εξασφαλίζει η εστία– είναι ένα συναίσθημα που μοιραζόμαστε όλοι όσοι ζούμε αυτή την εποχή του ριζικού κοινωνικού μετασχηματισμού.

Δίπλα στον χώρο όπου γινόταν η συνέντευξη, βρισκόταν το έργο της Arushee, μιας καλλιτέχνιδος που ζει και εργάζεται στην Ινδία. Μικρά πορσελάνινα «δοχεία» μισοχωμένα στον τοίχο, τα οποία περιείχαν αιθέρια έλαια, σε προκαλούσαν να χώσεις τη μύτη σου και να οσφρανθείς. «Μνήμες μιας ήπιας και ανάλαφρης αύρας και η μυρωδιά της βροχής» ονομάζεται η γλυπτική εγκατάσταση, αλλά εγώ σαν να μύρισα ένα παλιό μπαούλο γεμάτο με ασπρόρουχα από το πατρικό μου. «Τι μας φέρνει πιο κοντά στο σπίτι, την πατρίδα, την παιδική ηλικία;» ρωτάει η Arushee.

«Μη μόνον όσα βλέπετε πιστεύετε. Των ποιητών το βλέμμα είν’ οξύτερον» είναι γραμμένο με κόκκινα γράμματα στα ψηλά ενός λευκού τοίχου στην κεντρική αίθουσα του ΜΜΣΤ. Ο στίχος του Κ. Καβάφη βρίσκεται σχεδόν απέναντι από την εγκατάσταση «Home» της Φωτεινής Παπαχατζή. Είναι ένα κολάζ αρχειακού υλικού, φωτογραφιών και αντικειμένων που η εικαστικός συνέλεξε και από το ταξίδι της στο Burdur, ελληνικά Βουρδούριο της Μικράς Ασίας, τον γενέθλιο τόπο της γιαγιάς της. Στον παλιό χάρτη που βρίσκεται ανάμεσα στα άλλα ντοκουμέντα ανακάλυψα ότι το Βουρδούριο βρίσκεται δίπλα στη Σπάρτα, το χωριό των παππούδων μου. Από εκείνη τη στιγμή οι οικογενειακές φωτογραφίες, το Βιβλιάριον του Πρόσφυγος, η αλληλογραφία κάποιου που ποτέ δεν γνώρισα έγιναν τα ενθυμήματα της ζωής ενός οικείου, ίσως του γείτονα των δικών μου ανθρώπων στα προσφυγικά της Αθήνας.

«Στη σύγχρονη τέχνη, το έργο του καλλιτέχνη δεν ολοκληρώνεται μέσα στο εργαστήριο», παρατηρεί η Συραγώ Τσιάρα. Απαιτεί τη διάδραση με τον θεατή, επιζητεί το βίωμα. Περιμένοντας να ολοκληρωθεί το γύρισμα της εκπομπής, κάθισα στο παλιομοδίτικο σαλονάκι που έστησε η εικαστικός Einat Amir σε μια γωνιά της έκθεσης, ένα site specific έργο σαν ιδιόρρυθμη «νησίδα» οικειότητας μέσα σε δημόσιο χώρο. Ο φθαρμένος καναπές ήταν αναπαυτικός και μπροστά μου υπήρχαν μια οθόνη πλάσμα και κάμποσα DVD. Διάλεξα τα «39 σκαλοπάτια» του Χίτσκοκ σε ένα ριμέικ του 1958. Πάτησα το play επιφυλακτικά. Μετά τα πρώτα 5 λεπτά η αμηχανία, όπως και τα βλέμματα των άλλων επισκεπτών ολόγυρα, εξαφανίστηκε. Βολεύτηκα και ανέβασα την ένταση του ήχου· βρισκόμουν στο σπίτι μου.

Biennale: 6 - Φαντασιακές εστίες, έως 14/1 (biennale6.thessalonikibiennale.gr).

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ