ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Λίγοι φωτογράφοι επιδρούν διεθνώς τόσο όσο ο Βρετανός Νικ Νάιτ (Nick Knight). Γεννημένος το 1958, ξεχώρισε από τα φοιτητικά του χρόνια, όταν το 1982 εξέδωσε το βραβευμένο φωτογραφικό άλμπουμ «Skinheads». Εκτοτε σκηνοθέτησε τραγούδια των Μπγιορκ, Λέιντι Γκάγκα, Massive Attack κ.ά., συνεργάστηκε με διάσημους σχεδιαστές και κορυφαία fashion brands, με την Tate Modern, με τη Saatchi Gallery, με το Victoria & Albert Museum, με το Μουσείο Φυσικής Ιστορίας του Λονδίνου, ενώ πέρυσι του ανατέθηκαν οι επίσημες φωτογραφίσεις της βασίλισσας Ελισάβετ και του πρίγκιπα Καρόλου.

Φέτος ο Νικ Νάιτ ξεκινάει συνεργασία διαρκείας με τη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση. Η αρχή έγινε με τη φωτογράφιση του έργου «Αντιγόνη/Lonely Planet» της Λένας Κιτσοπούλου, οι παραστάσεις του οποίου θα διαρκέσουν έως τις 7 Ιανουαρίου του 2018.

Με αφορμή τη σημαντική αυτή συνεργασία, η «Κ» φιλοξενεί μέρος μεγάλης συζήτησης που είχε η Αφροδίτη Παναγιωτάκου, διευθύντρια Πολιτισμού Ιδρύματος Ωνάση με τον Νικ Νάιτ, στα γραφεία του βραβευμένου SHOWstudio.com που ίδρυσε ο ίδιος.

Αφροδίτη Παναγιωτάκου: Αν θέλεις να καταλάβεις κάποιον άνθρωπο μέσα σε πέντε λεπτά, αυτό που έχεις να κάνεις είναι να τον ρωτήσεις τι του αρέσει. Εσένα, τι σου αρέσει;

Νικ Νάιτ: Μου αρέσει η πρόκληση (challenge), μου αρέσουν τα πράγματα που νομίζω ότι δεν μπορώ να κάνω. Μου αρέσουν εκείνα που μου προξενούν φόβο ή δέος, εκείνα για τα οποία δεν αισθάνομαι ασφαλής. Μου αρέσει να αισθάνομαι ότι βρίσκομαι έξω από τα νερά μου – αν και δεν είμαι σίγουρος αν βρίσκομαι ποτέ πλέον στα νερά μου (γέλια). Κάθε φωτογράφηση, σε βρίσκει σε μια θέση απροετοίμαστης περφόρμανς. Πώς να διδάξεις τον εαυτό σου ή κάποιον άλλο να είναι πιο ενστικτώδης, πιο οξυδερκής ώστε να δει πράγματα που δεν υπάρχουν; Διότι, αυτό κάνεις πάντα. Δεν αποτυπώνεις απλώς αυτό που έχεις μπροστά σου, αποτυπώνεις τα δικά σου αισθήματα.

Α.Π.: Και για να προκύψει αυτή η εξερεύνηση, τι απαιτείται; Περιέργεια;

Ν.Ν.: Ναι. Περιέργεια και επιθυμία. Το μεγαλύτερο μέρος της δουλειάς μου είναι βασισμένο στην επιθυμία. Η διαδικασία που ακολουθώ έχει να κάνει με την αναγκαστική συνθήκη απώλειας ελέγχου, τον οποίο, στη συνέχεια, προσπαθείς να τον ανακτήσεις. Και όταν τον ανακτήσεις, βρίσκεσαι σε ένα αρκετά διαφορετικό οπτικό επίπεδο.

Α.Π. Ο πατέρας σου ήταν ψυχολόγος και εργαζόταν στο ΝΑΤΟ και η μητέρα σου, φυσιοθεραπεύτρια. Έτσι, άλλωστε, βρέθηκες να περνάς αρκετά από τα παιδικά σου χρόνια στο Παρίσι και τις Βρυξέλλες. Μιλάς για επιθυμία, για πρόκληση, για έλεγχο, καταπιάνεσαι με την έκφραση του ανθρώπινου σώματος. Το DNA έκανε καλή δουλειά, λοιπόν;

Ν.Ν.: Ναι. Το πρόβλημα για τον πατέρα και τη μητέρα μου –και ιδιαίτερα για τον πατέρα μου- ήταν η ίδια ή επιλογή μου, καθώς δεν τον ενδιέφερε η μόδα. Είχε πρόβλημα, όχι ως προς την απόρριψη της συμβουλής του, αλλά ως προς το γεγονός ότι είπα πως θα γίνω πιο επιτυχημένος κάνοντας αυτό που θέλω παρά αυτό που μου ζήτησε να κάνω. Δεν επρόκειτο να γίνω καλός γιατρός. Δεν είχα την αυτοπειθαρχία να σταματήσω να κάνω οτιδήποτε άλλο και να αφοσιωθώ μόνο στις σπουδές μου.

Α.Π.: Ίσως το γεγονός ότι η ιατρική έχει να κάνει με την πραγματικότητα να ήταν αποτρεπτικό για σένα, επειδή είναι το άκρον άωτον του ρεαλισμού. Λες συχνά ο ίδιος πως «αν θέλετε να δείτε την πραγματικότητα, μπορείτε να πάτε απλώς έξω και να την δείτε, δεν είναι αυτό που θα σας δώσω εγώ».

Ν.Ν.: Νομίζω ότι, απλώς, δεν ήμουν προετοιμασμένος να σπουδάσω ιατρική από όπου ξεκίνησα. Στην ηλικία των 17 ετών αυτό ήταν το τελευταίο πράγμα που επιθυμούσα. Ήθελα να σπουδάσω κάτι κοντά στην τέχνη, για μένα αυτό ήταν σαφές. Συχνάζαμε στο ίδιο μπαρ όλοι οι φοιτητές και έρχονταν από απέναντι όσοι πήγαιναν στο Arts College και κατέβαιναν επίσης και όλοι οι φοιτητές από το Science College. Κι εγώ καθόμουν στην μπάρα και αναρωτιόμουν, «γιατί να μην είμαι σαν εκείνους και είμαι εδώ με αυτούς;».

Α.Π.: Κάποιοι από εμάς δεν αρέσκονται στο να φωτογραφίζονται. Πρόκειται για κλασικό συνδυασμό ανασφάλειας και ναρκισσισμού; Ανησυχούμε, δηλαδή, μήπως δεν δείχνουμε αρκετά ωραίοι και δεν θέλουμε την απόδειξη που συνιστά η φωτογραφία; Το βλέπω ακόμη και σε μικρά παιδιά. Άλλα ποζάρουν και άλλα τρέχουν να κρυφτούν.

Ν.Ν.: Μου είναι πιο εύκολο να απαντήσω αντίστροφα. Γιατί δηλαδή κάποιοι άνθρωποι θέλουν να φωτογραφίζονται. Γιατί θέλουν την επιβεβαίωση του ποιοι είναι. Γιατί θέλουν τη δημιουργία και την επίδειξη της εικόνας τους. Κι αυτό νομίζω ότι με έναν τρόπο σχετίζεται με την έλλειψη αγάπης. Αρκετοί άνθρωποι τους οποίους έχω φωτογραφήσει όλα αυτά τα χρόνια, που ήθελαν να τους φωτογραφήσω εγώ, το έκαναν για να επιβεβαιώσουν το ποιοι είναι, για να δείξουν σε κάποιον γονιό ή στο αγαπημένο τους πρόσωπο ότι υπάρχουν και είναι σημαντικοί, ότι είναι όμορφοι και ότι αξίζουν.

Α.Π: Έχεις οικογενειακές φωτογραφίες στο σπίτι σου;

Ν.Ν. Όχι .

Α.Π. Κοιτάζεις φωτογραφίες ανθρώπων που δεν ζουν πια;

Ν.Ν. Όχι.

Α.Π. Το σπίτι σου είναι εξαιρετικά ήρεμο, λιτό, λευκό. Υπάρχει κάτι στους τοίχους;

Ν.Ν. Τα μόνα έργα τέχνης είναι ζωγραφιές που έκαναν τα παιδιά μου όταν ήταν μικρά.

Α.Π.: Ένα από τα πράγματα που αγαπώ σε ό,τι αφορά τις εικόνες σου, γιατί σε θεωρώ κάτι σαν εικονοποιό παρά φωτογράφο, είναι ότι δεν βλέπω τη συνηθισμένη εμμονή με τη νεότητα, με την υγιή, ζαχαρένια ομορφιά, με την προφανή σεξουαλικότητα που μπορεί να αποδώσει το σαφώς προσδιορισμένο φύλο. Βλέπω πλάσματα, παρά ανθρώπους, τις περισσότερες φορές. Και αναρωτιέμαι, τι είναι αυτό που σε οδηγεί στη σκοτεινή oμορφιά; Πώς αντιμετωπίζεις το πρόσωπο που στέκεται μπροστά σου; Καμιά φορά, αισθάνομαι σαν να εκτίθεσαι πιο πολύ εσύ ο ίδιος στις εικόνες σου, παρά το ίδιο το πρόσωπο μπροστά από το φακό σου.

Ν.Ν.: Ακολουθώ τις δικές μου επιθυμίες. Συχνά έχω μια πολύ ισχυρή επιθυμία και κάνω ό,τι μπορώ για να τη μετουσιώσω σε μια σειρά από εικόνες ή σε μια ταινία. Κι αυτές οι επιθυμίες συχνά ευθυγραμμίζονταν τέλεια με τις επιθυμίες άλλων ανθρώπων. Όπως συνέβη με τον [Alexander] McQueen, για παράδειγμα, που ήθελε να παρουσιάσει τα ρούχα του, τον προσωπικό του κόσμο, κι εγώ ήθελα να δω τον κόσμο του.

Α.Π Εισβάλλεις σε αυτόν τον κόσμο, ή σε προσκαλούν;

Ν.Ν. Με προσκαλούν.

Α.Π.: Κι αν δεν σας προσκαλέσουν, εισβάλλεις μόνος σου;

Ν.Ν.: Όχι. Δεν με ενδιαφέρει να μπω κάπου όπου δεν με θέλουν (γέλια).

Α.Π.: Σκέφτομαι τις θρησκείες εκείνες που απαγορεύουν τη φωτογραφία, που δεν επιτρέπουν τη φωτογράφηση, επικαλούμενες μάλιστα γι’ αυτό τη δεύτερη από τις Δέκα Εντολές της Αγίας Γραφής: «Ου ποιήσεις σεαυτώ είδωλον». Θεωρούν ότι η επιθυμία να φωτογραφίζεσαι αφορά στην ενίσχυση του εγωισμού, της αμετροέπειας, της περηφάνιας. Αλλά ακόμα κι όταν πας στις μουσουλμανικές χώρες, πρέπει να ρωτήσεις πρώτα αν επιτρέπεται να βγάλεις μια φωτογραφία. Για τους Amish, δεν τίθεται καν θέμα συζήτησης. Κι αυτό μας θυμίζει επίσης τις ιστορίες με τους αυτόχθονες της Αμερικής, που δεν ήθελαν να τους φωτογραφήσουν, επειδή πίστευαν ότι έτσι θα μπορούσε να κλαπεί η ψυχή τους. Αναρωτιέμαι, λοιπόν, ποια σύνδεση υπάρχει ανάμεσα στο να φωτογραφήσεις κάποιον και στον θάνατο; Και εάν συνδέονται οι δύο ερμηνείες της λέξης shoot [«τραβώ φωτογραφία, γυρίζω φιλμ» και «πυροβολώ, σκοτώνω»]. Εσείς λοιπόν «σκοτώνεις» κάποιον;

Ν.Ν.: Δεν νομίζω. Αλλά όταν το λες, ακούγεται παράξενο. Ο κόσμος λέει «τι ακριβώς κάνεις;». Εγώ δεν θα μπορούσα να πω, I shoot women [φωτογραφίζω, αλλά και σκοτώνω γυναίκες] (γέλια), γιατί δεν είναι και εξαιρετική ιδέα αυτή η περιγραφή. Αλλά, στην ουσία του, έχει ενδιαφέρον αυτό. Υπάρχουν τρία βήματα για να δημιουργήσεις μια αξιομνημόνευτη εικόνα. Το πρώτο είναι να τραβήξεις την προσοχή, θα πρέπει δηλαδή να κάνεις τους άλλους να την κοιτάξουν και να προσπαθήσουν να την καταλάβουν. Δεύτερον, θα χρειαστεί να αρχίσεις να τους οδηγείς προς μια κατεύθυνση, να αρχίσεις να αφηγείσαι μια ιστορία. Το τρίτο βήμα, όμως, είναι και το πιο σημαντικό: να αφήσεις να ολοκληρώσουν οι ίδιοι την ιστορία. Γιατί μόνο τότε μένει στο κεφάλι τους. Τότε η εικόνα αποκτά σημασία γι’ αυτούς. Έτσι, λοιπόν, υπό μία έννοια δεν χρειάζεται να κάνεις εσύ όλη τη δουλειά. Εσύ πρέπει να κάνεις την αρχή. Είναι προτιμότερο να προτείνεις κάποια πράγματα, παρά να τα πεις όλα.

Α.Π.: Πώς λαμβάνεις τα μηνύματα του τι συμβαίνει «εκεί έξω»; Πώς μαθαίνεις τι γοητεύει τις νεότερες γενιές; Βγαίνεις τα βράδια; Θέλω να πω, προφανώς τη δεκαετία του ’80 πήγαινες σε μπαρ. Πώς το έλεγαν το θρυλικό κλαμπ, Taboo;

Ν.Ν.: Ναι, λοιπόν, ήταν το Taboo. Γράφω αυτή την εποχή μια ιστορία, ένα χρονικό, της εξέγερσης μέσω της ενδυμασίας, που κορυφώνεται με το κίνημα του πανκ τη δεκαετία του ’70. Πήρα συνεντεύξεις από αρκετούς ανθρώπους για πολλά και διάφορα πράγματα και μία από τις συνεντεύξεις είχε να κάνει με το κλαμπ Taboo. Το Taboo ήταν ένα παράξενο κλαμπ, με την έννοια ότι ήταν τόσο ακραίο, η συμπεριφορά μέσα στο κλαμπ ήταν τόσο ακραία, που τα πάντα ήταν απελευθερωμένα, όλες οι επιθυμίες ήταν απελευθερωμένες. Το μόνο κλαμπ που πήγαινα ήταν το Taboo. Μετά από αυτό, λοιπόν, δεν πήγα πουθενά αλλού, γιατί δεν είχα κανέναν λόγο να δω κάτι άλλο, αφού είχα δει το Taboo (γέλια).

Α.Π.: Σε απασχολεί η πολιτική. Βγήκες και μίλησες ευθέως κατά του Brexit. Στον λογαριασμό σου στο Instagram, βάζεις ως tag για τοποθεσία την «Ευρώπη». Έχεις ζήσει στη Γαλλία και στο Βέλγιο, ως παιδί. Και όπως, λέει η Charlotte (σύζυγος και βασική συνεργάτης του Ν.Κ), σου αρέσουν οι μεγάλες φράσεις, οι επεξηγήσεις, κάτι σύνηθες στην ηπειρωτική Ευρώπη και μάλλον σπάνιο στη Βρετανία. Νιώθεις και δηλώνεις Ευρωπαίος, λοιπόν;

Ν.Ν.: Ναι. Εδώ ζω. Στην Ευρώπη. Μεγάλωσα φυσιολογικά μέσα σε μια οικογένεια που ατένιζε προς ένα λαμπρότερο μέλλον και έβλεπε αυτό το μέλλον στην Ευρώπη. Και μου αρέσει η ιδέα της επέκτασης, υπό την έννοια του ανοίγματος. Δεν έχει να κάνει με σύνορα, με θέσπιση διαχωρισμών, αλλά με άρση διαχωρισμών. Αυτή είναι υποθέτω η φιλοσοφία μου για τη ζωή. Νομίζω πως η ιδέα να ξαναγίνουμε μονάχα Βρετανία, μας μικραίνει, κι αυτό δηλώνει ότι η χώρα ενήργησε βάσει φόβου.

Α.Π.: Και πού είναι η βιομηχανία της μόδας μέσα σε όλο αυτό;

Ν.Ν.: Χαμένη. Προσκλήθηκα να μιλήσω για το θέμα του Brexit στο Κοινοβούλιο και εκεί, δυστυχώς, διαπίστωσα ότι είχαμε πάει μόλις 20 άνθρωποι από τη βιομηχανία της μόδας. Μια βιομηχανία που δημιουργεί 28 δισεκατομμύρια λίρες τον χρόνο για τη βρετανική οικονομία. Τη βιομηχανία αυτή εκπροσωπούσαν είκοσι άνθρωποι που βρέθηκαν εκεί τυχαία.

Α.Π.: Αναφέρεσαι συχνά σε αυτή τη νέα ελευθερία που φέρνει το Ίντερνετ, το ότι δηλαδή δεν χρειάζεσαι έναν ακριβοπληρωμένο διαμεσολαβητή για να υπάρξεις ως καλλιτέχνης.

Ν.Ν.: Είναι μια απίστευτα ενδιαφέρουσα εξέλιξη, γιατί σχεδόν όλη η καλλιτεχνική έκφραση έχει να κάνει με τη δημιουργία κέρδους για έναν τρίτο, είτε είναι ταινία, είτε δίσκος, είτε θεατρική παράσταση. Εάν για παράδειγμα θέλω να εκδώσω ένα βιβλίο, αυτό μπορεί να γίνει μόνο αν το πάω σε έναν εκδότη που, όταν το διαβάσει, θα πει ότι μπορεί να πουλήσει εκατό χιλιάδες αντίτυπα και να βγάλει κέρδος 50.000 λίρες. Δεν γίνεται κάθε καλλιτεχνικό έργο να παράγεται για να δημιουργήσει πλούτο για έναν τρίτο. Οπότε, το Ίντερνετ επιτρέπει με έναν τρόπο άμεσο να βρεθείς σε απευθείας σχέση με το κοινό σου. Δεν θα αποφέρει χρήματα και σε σένα, βεβαίως, αλλά νομίζω ότι είναι ένα σημαντικό βήμα. Έχω επίγνωση της θέσης μου σε μια τέτοια συνθήκη, καταλαβαίνω πως είναι μια μακροπρόθεσμη συνεργασία, γνωρίζω πόσα δισεκατομμύρια λίρες θα κερδίσει η τάδε εταιρεία μέσα από το έργο μου και ύστερα τι ποσοστό θα πληρωθώ εγώ, κατανοώ καλά αυτή τη σχέση και όταν δουλεύω μέσα σε μια τέτοια σχέση αναλαμβάνω την ευθύνη για τους περιορισμούς που αυτή φέρει. Πρέπει να υπάρχει κάποια στιγμή που απλώς κάνεις ένα έργο για το έργο καθαυτό, για την αγάπη του να κάνεις κάτι τέτοιο, για τον εαυτό σου, για τα πράγματα που επιθυμείς.

Α.Π.: Μπορώ να επιβεβαιώσω αυτό που λες, γιατί κάπως έτσι βρεθήκαμε εδώ μαζί.

Ν.Ν.: Ακριβώς!

Α.Π.: Είμαι βέβαιη πως δεν ήταν η ιδέα ενός τεράστιου κέρδους που ουσιαστικά σε έκανε να θελήσεις να δουλέψετε μαζί μας, να συνεργαστείς με τη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση.

Ν.Ν.: Όχι, ήταν το θράσος! (γέλια)

Α.Π.: Πώς νιώθεις λοιπόν που ξεκινάμε αυτήν τη συνεργασία, με μία παραγωγή όπως η Αντιγόνη, όπου «βουτάς» σε μια αρχαιοελληνική τραγωδία ιδωμένη από τη γωνία της αιχμηρής Λένας Κιτσοπούλου;

Ν.Ν.: Είναι μια συναρπαστική συνεργασία, γιατί δεν βασίζεται στο κέρδος, αλλά στη δυνατότητα και στην επιθυμία δημιουργίας εικόνων που προκαλούν. Νομίζω ότι είναι πολύ σημαντικό που, ως πολιτιστικό ίδρυμα, δεν φοβάστε να κάνετε κάτι τέτοιο, γι’ αυτό χρησιμοποίησα και τη λέξη «θράσος» νωρίτερα. Αυτό ήταν που με κέντρισε περισσότερο, μια και δεν υπάρχουν πολλοί τολμηροί άνθρωποι πλέον. Οι περισσότεροι σήμερα τρομοκρατούνται αν τους πεις να κάνουν κάτι αμφιλεγόμενο ή διαφορετικό, ή έστω να προτείνουν μια διαφορετική οπτική γωνία. Για μένα, αυτό ήταν εξάλλου και το πιο συναρπαστικό κομμάτι, πέρα από τη δυνατότητα να δουλέψεις πάνω σε ένα τόσο καταπληκτικό θέμα όπως η ελληνική αρχαιότητα. Υπάρχουν πολλά πολιτιστικά ιδρύματα που θα τρόμαζαν να κάνουν τις κινήσεις που κάνετε εσείς και να προκαλέσουν τις συζητήσεις που εσείς θέλετε να προκαλέσετε. Εδώ, είχα την αίσθηση ότι υπάρχει μια ομάδα ανθρώπων που θέλει να κάνει τον κόσμο να σκεφτεί. Και αυτό ήταν το πιο σημαντικό, το πιο συναρπαστικό, μια και υπάρχουν τόσο λίγοι άνθρωποι που θέλουν να προκαλούν συζητήσεις. Επιπλέον, δεν το κάνετε για να βγάλετε χρήματα, αλλά επειδή θέλετε να προωθήσετε την ελεύθερη σκέψη, τον διάλογο.

Α.Π.: Αλλάζω εντελώς θέμα τώρα κι ας χαίρομαι τόσο με αυτά που λες. Θυμάμαι μια ιστορία που μου αφηγήθηκες την τελευταία φορά που συναντηθήκαμε. Είχες δει την εικόνα ενός κατά συρροή δολοφόνου, μέσα στο μίζερο διαμέρισμά του, με μια δική σου φωτογραφία στον τοίχο του.

Ν.Ν.: Ναι, στον τοίχο του. Προφανώς, σε ξενίζει να δεις κάποιον που σκότωνε γυναίκες με πολύ βάναυσες μεθόδους να συνδέεται μαζί σου κατά αυτόν τον τρόπο. Σκέφτηκα ότι εκείνος ήθελε να διατηρήσει την ομορφιά που έβαλα σε αυτή την εικόνα. Αναρωτιέμαι, ποια ομορφιά είδε εκείνος στην εικόνα που είχα δημιουργήσει; Δεν θα μπορούσα να συμφιλιωθώ ποτέ με την ιδέα του τι είχε διαπράξει. Δεν του μίλησα ποτέ, δεν προσπάθησα ποτέ να επικοινωνήσω μαζί του στη φυλακή. Αλλά νομίζω ότι έχει ενδιαφέρον το πού πηγαίνει το έργο σου και ποιος το επιλέγει. Το έργο σου έχει μια δική του ζωή αφότου φύγει από εσένα και αυτή τη ζωή εγώ δεν την γνωρίζω. Άρχισε να με νοιάζει περισσότερο αυτό, άρχισα να κοιτάζω τη δουλειά μου και το πώς ταιριάζει μέσα στο δημώδες πλαίσιο και πώς την βλέπει ο κόσμος και αντιδρά σε αυτήν. Μου άρεσε πάντα η τοποθέτησή της εκεί. Είχα αντιπαλέψει κάπως, ή τουλάχιστον δεν με ενθουσίαζε η ιδέα του να εκθέσω τη δουλειά μου σε γκαλερί. Για μεγάλο διάστημα της σταδιοδρομίας μου, η δουλειά μου εμφανιζόταν σε διαφημιστικά ταμπλό ή σε εξώφυλλα δίσκων, σε οπισθόφυλλα περιοδικών και σε στάσεις λεωφορείων – σε κάθε είδους μέρη.

Α.Π.: Εκεί είναι που χάνεται τελείως ο έλεγχος πάνω σε αυτήν.

Ν.Ν.: Αυτό δεν είναι κάτι που έχουμε διδαχτεί ποτέ να σκεφτόμαστε, ως δημιουργοί εικόνων ή φωτογράφοι. Δεν αναλογιζόμαστε ότι το έργο μας έχει μια δική του ζωή και πιστεύω ότι αυτό είναι μια σημαντική πτυχή του έργου, την οποία συχνά δεν έχουμε την ευχέρεια να την κατανοήσουμε.

Α.Π.: Θα φωτογράφιζες ποτέ έναν νεκρό; Είναι κάτι που έχεις κάνει ήδη;

Ν.Ν.: Προσπαθώ να θυμηθώ εάν το έχω κάνει...

Α.Π.: Εάν το είχες κάνει, σίγουρα θα το θυμόσουν. Έτσι δεν είναι;

Ν.Ν.: Φωτογράφησα τον πατέρα μου, νομίζοντας πως έχει πεθάνει, κάτι που ήταν πολύ δύσκολο.

Α.Π.: Νομίζοντας;

Ν.Ν.: Ο πατέρας μου πέθανε μέσα σε διάστημα έξι μηνών. Ένας υγιής και έξυπνος άνθρωπος, κατέληξε να γίνει αυτό που λέμε στην καθομιλουμένη «φυτό». Είχε μια καλπάζουσα άνοια και έχασε πολύ γρήγορα τα λογικά του και τις σωματικές του δυνάμεις. Πήγαινα στο σπίτι του λοιπόν και θυμάμαι μια μέρα που τον επισκέφθηκα, τον βρήκα πεσμένο πάνω στο τραπέζι. Θυμάμαι να σκέφτομαι πως αυτή είναι η εικόνα του πατέρα μου, νεκρού. Πώς αντιδράς σε κάτι τέτοιο ως άνθρωπος που δημιουργεί εικόνες; Τον βγάζεις φωτογραφία ή δεν είναι ηθικό; Το έκανα, όμως. Τον φωτογράφισα. Μετά, όμως, εντόπισα τον σφυγμό του και κάλεσα τη νοσοκόμα.

Νομίζω ότι κανείς δεν είναι προετοιμασμένος για τον θάνατο, εκτός αν έχει περάσει πολλά, αλλά σίγουρα κανείς δεν είναι προετοιμασμένος για τον θάνατο των γονιών του. Η μητέρα μου πέθανε πρώτη και ο πατέρας μου καταπίεσε πολύ τα συναισθήματά του και ύστερα τα δικά μου απέναντι στην απώλεια της μητέρας μου. Αυτό με έκανε να νιώθω αμήχανα απέναντι στον θάνατο και τη διαχείρισή του, οπότε δεν ένιωσα μεγάλη θλίψη ή δεν με κατέβαλλαν παρόμοια συναισθήματα όταν πέθανε εκείνος, καθώς ο θάνατός του πήρε έξι μήνες για να έρθει τελικά και μπόρεσα έτσι να βρω έναν τρόπο για να προετοιμαστώ. Επιπλέον, εξαιτίας του τρόπου με τον οποίο με μεγάλωσε, με είχε μάθει να καταπιέζω τα συναισθήματά μου. Όταν πήγα να δω τη μητέρα μου λίγο πριν πεθάνει, τον πλησίασα για να τον αγκαλιάσω και με αποπήρε, λέγοντάς μου πως αυτά είναι ανοησίες.

Α.Π.: Δεν είναι περίεργο να προτείνει την καταπίεση του συναισθήματος ένας επαγγελματίας ψυχολόγος;

Ν.Ν.: Ο πατέρας μου σπούδασε συμπεριφορική ψυχολογία. Εργάστηκε κατά κύριο λόγο στον στρατό και η δουλειά του είχε να κάνει περισσότερο με το πώς να εκπαιδεύει όσο καλύτερα γίνεται έναν στρατιώτη ή έναν πιλότο να πετάει ένα αεροπλάνο.

Α.Π.: Νομίζω πως δεν τα κατάφερε να σε μετατρέψει σε στρατιώτη, όμως. Γι’ αυτό, άλλωστε, είμαστε εδώ σήμερα.

Ν.Ν.: Όντως.

Α.Π Κι αν έπρεπε να αντέξεις την απόλυτη μοναξιά απομονωμένος σε ένα έρημο νησί, τι θα επέλεγες να έχεις μαζί σου: έξι βιβλία ή μια φωτογραφική μηχανή;

Ν.Ν.: Μια φωτογραφική μηχανή.

Α.Π.: Αυτό νομίζω ότι τα λέει όλα.

Ν.Ν.: Με τα έξι βιβλία μπορείς να στοχαστείς. Με τη φωτογραφική μηχανή μπορείς να δημιουργήσεις.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ