ΜΟΥΣΙΚΗ

Ατμοσφαιρικός «Ορφέας» με αφορμή τον Μοντεβέρντι

ΝΙΚΟΣ Α. ΔΟΝΤΑΣ

Σκηνή από την παράσταση του «Ορφέα», σε σκηνοθεσία Θάνου Παπακωνσταντίνου και μουσική διεύθυνση Μάρκελλου Χρυσικόπουλου.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

Κάθε διαφορετική ανάγνωση ενός έργου ρεπερτορίου προϋποθέτει εξοικείωση με το πρωτότυπο. Κάθε σχόλιο έχει νόημα όταν το αρχικό κείμενο αποτελεί κτήμα του αποδέκτη, ώστε η σχέση του με την προτεινόμενη ανάγνωση δεύτερου επιπέδου να μπορεί να γίνει αντιληπτή. Σε αντίθετη περίπτωση, η νέα ερμηνεία χάνει τη δύναμη που αντλεί από την αναφορά στο πρωτότυπο και αναπόφευκτα κρίνεται ως αυτόνομο έργο.
Τα τελευταία χρόνια, όλο και συχνότερα, έργα ρεπερτορίου προτείνονται σε δεύτερες αναγνώσεις. Στη θεατρική σκηνή η οικειότητα με τη σοφόκλεια «Ηλέκτρα» ή τον «Οιδίποδα τύραννο» το επιτρέπουν. Στο λυρικό θέατρο η κατάσταση είναι πολύ διαφορετική.

Χαμένες ευκαιρίες

Ο εμβληματικός «Ορφέας» του Μοντεβέρντι, λόγου χάριν, έχει παρουσιαστεί στην Αθήνα μονάχα μία φορά, το 1997, στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών. Τότε, αντί να προταθεί μία από τις τόσες ήδη ώριμες ιστορικά ενημερωμένες αναγνώσεις που ακούγονταν σε όλη την Ευρώπη, επελέγη μια προσέγγιση με σύγχρονα όργανα από τους Σολίστ της Βενετίας υπό τον Κλάουντιο Σιμόνε, δηλαδή μια ανάγνωση η οποία στην εποχή της ήταν ήδη ξεπερασμένη.

Είκοσι χρόνια μετά, η Ελλάδα διαθέτει αρκετά σύνολα και μονωδούς ικανούς να υποστηρίξουν ιστορικά ενημερωμένες ερμηνείες. Η επέτειος για τα 450 χρόνια από τη γέννηση του Μοντεβέρντι θα αποτελούσε θαυμάσια ευκαιρία να ακουστεί ο «Ορφέας» από ντόπιες δυνάμεις, όπως μας τον κληροδότησε ο δημιουργός του. Να απαντηθούν έμπρακτα και τεκμηριωμένα οι διαφορετικές απόψεις σχετικά με την ενορχήστρωση και άλλα μουσικά ζητήματα, όπως επίσης τα ερωτήματα σχετικά με την κατάληξη της όπερας.

Ωστόσο, στη δευτερολογία του το Μέγαρο Μουσικής υιοθέτησε πρόταση, η οποία φώτισε το έργο με διαφορετικό τρόπο και εύλογα την ενέταξε στο πλαίσιο του κύκλου «with a twist». Στο επίκεντρο υπήρξε ο ικανότατος τσεμπαλίστας και αρχιμουσικός Μάρκελλος Χρυσικόπουλος, ο οποίος και στο παρελθόν έχει πειραματιστεί δημιουργικά με ανάλογα έργα της ύστερης Αναγέννησης και του μπαρόκ.

Η νέα παραγωγή, σε σκηνοθεσία του Θάνου Παπακωνσταντίνου, προσδιορίστηκε από δύο βασικά χαρακτηριστικά, αφενός από την αντι- (ή από-)κατάσταση του τέλους του έργου, σύμφωνα με το οποίο ο Ορφέας δεν απάγεται από τον από μηχανής θεό Απόλλωνα όπως προβλέπει η παρτιτούρα του Μοντεβέρντι, αλλά σκοτώνεται από τις Βάκχες, όπως θέλει προγενέστερη έκδοση του ποιητικού κειμένου του έργου, και αφετέρου από την ηλεκτρική ενίσχυση των φωνών και την εν γένει χρήση ηλεκτρονικής μουσικής και εφέ.

Η πρώτη επιλογή έδωσε στην παράσταση χαρακτήρα τελετουργικού, με τον Ορφέα να περνάει από διάφορα στάδια μύησης. Η δεύτερη υποστήριξε την πρώτη, καθώς η επιλογή ηλεκτρονικής μουσικής και εφέ διαμόρφωσε την επιθυμητή ατμόσφαιρα «μυστηρίου». Ταυτόχρονα, τοποθέτησε το θέαμα-ακρόαμα κάπου ανάμεσα στην όπερα (λόγω των οργάνων εποχής), στο μιούζικαλ (λόγω των ηλεκτρικά ενισχυμένων φωνών) και στον κινηματογράφο, αν συνυπολογίσει κανείς εφέ τύπου dolby surround.

Τα εφέ (live electronics: Πάνος Ηλιόπουλος) έπαιξαν κυρίαρχο ρόλο στην παράσταση και με κορυφαία τη σκηνή του Πλούτωνα και της Περσεφόνης στον Κάτω Κόσμο, αποδείχτηκαν συχνά μαγικά. Η απόκοσμη ηχώ στη φωνή της Περσεφόνης, η αργή κίνηση του ζευγαριού και οι υποβλητικοί φωτισμοί (Χριστίνα Θανάσουλα) ταίριαξαν άριστα σε κείμενο και μουσική.

Γοητευτικές ερμηνείες

Συνολικά ο Κάτω Κόσμος αποδείχθηκε πιο γοητευτικός χάρη στην υποβλητική κίνηση των πνευμάτων (Ιρις Κυριακοπούλου). Σκηνικά και κοστούμια (Νίκη Ψυχογιού) συνέβαλαν στην ιδέα της διαχρονικότητας του μύθου και της εμφάνισής του σε διάφορες εποχές, δανειζόμενα στοιχεία και σύμβολα από διάφορες ιστορικές περιόδους, χριστιανικά, παγανιστικά και άλλα. Σε αυτό το πλαίσιο εξηγείται, λόγου χάριν, η εμφάνιση του Χάροντα καβάλα σε άλογο (...που πάει τον Διγενή στον Αδη...) αντί βάρκας, όπως προβλέπουν ο αρχικός μύθος και το κείμενο.

Είκοσι χρόνια πριν, στη μεγαλύτερης χωρητικότητας αίθουσα «Φίλων της Μουσικής», οι τραγουδιστές τα είχαν καταφέρει μια χαρά χωρίς ηλεκτρική ενίσχυση των φωνών. Αυτή τη φορά η ενίσχυση σχετιζόταν προφανώς με το concept της παράστασης, αλλά και με την άνιση ένταση των φωνών. Στον κεντρικό ρόλο ο Χουάν Σάντσο υπήρξε πειστικός, ενώ εκφραστικές ήταν η Θεοδώρα Μπάκα ως Μουσική, η Σοφία Πάτση ως Αγγελιαφόρος και η Ειρήνη Μπιλίνη ως Νύμφη. Ο Πέτρος Μαγουλάς και η Μαρία Παλάσκα υπήρξαν ισορροπημένο και ιδιαίτερα γοητευτικό ζευγάρι ως Πλούτωνας και Περσεφόνη, ενώ με την καθαρή φωνή του ο Χρήστος Κεχρής υπήρξε θαυμάσιος ως Βοσκός. Την Ευρυδίκη ερμήνευσε η Αναστασία Κότσαλη.

Ξεχωριστή ήταν η συμβολή της Σαβίνας Γιαννάτου ως Πρωθιέρειας του Διονύσου, ρόλου που «εφευρέθηκε» ειδικά για τη συγκεκριμένη παράσταση. Οι γνωστοί λαρυγγισμοί της τραγουδίστριας έδιναν διαφορετική διάσταση στο πάθος και στην έκσταση.

Τελικά, ίσως απαιτούνται ακόμη είκοσι χρόνια μέχρι μια άλλη γενιά μουσικών και καλλιτεχνικών διευθυντών να δείξει μεγαλύτερη εμπιστοσύνη σε αυτό που συνέθεσε ο Μοντεβέρντι. Ισως τότε ο «Ορφέας» του να απολαύσει, επιτέλους, την πρώτη ιστορικά ενημερωμένη παρουσίαση στη χώρα μας.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ