ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Το private banking στην Ελβετία χάνει κύρος και πολλούς πελάτες

Η UBS και η Credit Suisse, οι δύο μεγαλύτερες ελβετικές τράπεζες, έχασαν από το 2011 έως το 2015 κεφάλαια ύψους περίπου 64 δισ. ευρώ.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η χρυσή εποχή της ιδιωτικής τραπεζικής (private banking) στην Ελβετία ανήκει στο παρελθόν. Μέχρι πριν από μία δεκαετία, πελάτες από ολόκληρο τον κόσμο συνέρρεαν σε αυτήν τη χώρα της Δυτικοκεντρικής Ευρώπης, όπου έβρισκαν διακριτικό καταφύγιο για τα μετρητά που ήθελαν να κρύψουν από την εφορία, σύμφωνα με τους Financial Times. Η χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 αποτέλεσε τον καταλύτη για τη νομοθέτηση, παγκοσμίως, αυστηρότερων κανόνων λειτουργίας των τραπεζών και την υποχρεωτική ανταλλαγή πληροφοριών με τις φορολογικές αρχές. Το αποτέλεσμα ήταν πολλοί πελάτες να αποσύρουν τα κεφάλαιά τους από ελβετικές τράπεζες και τα κέρδη τους να μειωθούν. Σήμερα, οι Ελβετοί τραπεζίτες είναι αντιμέτωποι με αυστηρότερο κανονιστικό πλαίσιο, ιστορικά χαμηλά επιτόκια δανεισμού και χαμηλή μεταβλητότητα στις αγορές, παράγοντες που οδηγούν όλοι σε μείωση του περιθωρίου κέρδους. Πλέον οι περισσότεροι νέοι δισεκατομμυριούχοι προέρχονται από την Κίνα και άλλες αναδυόμενες οικονομίες, ενώ η είσοδος της αυτοματοποίησης στη διαχείριση κεφαλαίων απειλεί να περιορίσει την ανάγκη για επαφή μεταξύ πελάτη και τραπεζίτη. Οι ελβετικές τράπεζες «πρέπει να ξαναγίνουν ό,τι ήταν πριν γίνει η Ελβετία φορολογικός παράδεισος. Πρέπει να εστιάσουμε πάλι στα θεμελιώδη, στην απόδοση των επενδύσεων αλλά και στις παροχή καλών υπηρεσιών, στο να γνωρίζουμε τους πελάτες μας, να νοιαζόμαστε γι’ αυτούς», λέει στους FT o Λοράν Γκανιεμπά, διευθύνων σύμβουλος της Rothschild.

Καθώς οι πλούσιοι πελάτες έφευγαν από την Ελβετία, οι UBS και Credit Suisse, οι δύο μεγαλύτερες ελβετικές τράπεζες, έχασαν από το 2011 έως το 2015 κεφάλαια ύψους περίπου 64 δισ. ευρώ. Οι ελβετικές τράπεζες εξακολουθούν να κυριαρχούν στον κλάδο της ιδιωτικής τραπεζικής, προφυλάσσοντας και επενδύοντας τις περιουσίες των πλουσιότερων ανθρώπων του κόσμου, παρόλο που τα κεφάλαια ύψους 6,8 τρισ. δολαρίων που διαχειρίζονται σήμερα είναι λιγότερα απ’ όσα ήταν το 2007. Τα τρία τελευταία χρόνια το επίπεδο των κεφαλαίων που διαχειρίζονται έχει παραμείνει σταθερό, παρά τη σημαντική άνοδο των παγκοσμίων αγορών. Στην Ελβετία, ο κλάδος λειτουργεί πλέον σε δύο ταχύτητες, με λίγες μεγάλες τράπεζες να επεκτείνουν την παγκόσμια δραστηριότητά τους, ενώ οι υπόλοιπες είναι αντιμέτωπες με πιο αβέβαιες προοπτικές. Για πολλές από τις μικρότερες τράπεζες το ερώτημα είναι αν στο νέο σκληρό περιβάλλον θα εξακολουθήσουν να έχουν το πλεονέκτημα που τους χαρίζουν οι παραδοσιακές αρετές της ελβετικής τραπεζικής ή αν θα γίνουμε μάρτυρες του αργού θανάτου τής ξεχωριστής ελβετικής τραπεζικής παράδοσης. Ο αριθμός των ελβετικών τραπεζών που δραστηριοποιούνται στην ιδιωτική τραπεζική έχει μειωθεί από 179 το 2005 σε 112, σύμφωνα με στοιχεία της KPMG. Πέρυσι οι ελβετικές τράπεζες απασχολούσαν 121.00 υπαλλήλους – περίπου 15.000 λιγότερους σε σχέση με μια δεκαετία πριν. Μεγάλες ξένες τράπεζες, όπως οι Merrill Lynch, Morgan Stanley και Coutts, σταμάτησαν να προσφέρουν υπηρεσίες στην Ελβετία. Η σημαντικότερη αιτία της παρακμής των ελβετικών τραπεζών ήταν η εκστρατεία κατά της φοροδιαφυγής στην οποία ηγήθηκαν οι ΗΠΑ. Από το 2009 έως σήμερα, οι ελβετικές τράπεζες έχουν πληρώσει πρόστιμα και αποζημιώσεις ύψους άνω των 5 δισ. δολαρίων για τον ρόλο που διαδραμάτιζαν κρύβοντας περιουσίες Αμερικανών πολιτών από την εφορία.

ΗΠΑ και Ασία μπαίνουν δυναμικά στον χώρο της ιδιωτικής τραπεζικής

Παρά την έντονη πίεση και τη σκληρή κριτική που ασκείται στις ελβετικές τράπεζες, η Credit Suisse και η UBS εξακολουθούν να διαθέτουν παγκόσμια ακτινοβολία. Αυτό οφείλεται σε σημαντικό βαθμό σε εξωγενείς παράγοντες, όπως η πολιτική και οικονομική σταθερότητα της Ελβετίας, που καθιστά πιο ελκυστικά και αξιόπιστα τα χρηματοπιστωτικά της συστήματα – κατά κύριο λόγο στα μάτια πελατών που προέρχονται από χώρες με πολλά προβλήματα (έλλειψη διαφάνειας, αντιδημοκρατικές μεθόδους). Διαχρονικά, το ελβετικό φράγκο συγκαταλέγεται στα ισχυρότερα νομίσματα στον κόσμο, ενώ τα ομόλογα του ελβετικού δημοσίου παρουσιάζουν εξαιρετικές αποδόσεις.

Η ελβετική ουδετερότητα είναι επίσης προς το συμφέρον των ελβετικών τραπεζών, όπως και για μια μερίδα ατόμων το γεγονός ότι η χώρα δεν ανήκει στην Ευρωπαϊκή Ενωση. «Πολλοί πελάτες προτιμούν να μοιράζουν τον πλούτο τους σε διαφορετικές χώρες. Ποτέ δεν ξέρεις τι μπορεί να συμβεί...» επισημαίνει ο Γκέοργκ Σούμπιγκερ, επικεφαλής ιδιωτικής τραπεζικής στη Vontobel (Ζυρίχη).

«Αυτό που ψάχνει κανείς είναι μια χώρα ασφαλή, με ισχυρή οικονομία, χωρίς κοινωνικές αναταραχές και ουδέτερη απέναντι στους μεγάλους παίκτες, την Ευρώπη, την Κίνα και τις ΗΠΑ», προσθέτει. Ομως, οι ελβετικές τράπεζες αντιμετωπίζουν ιδιαίτερα αυξημένο ανταγωνισμό και από μεγάλες αμερικανικές τράπεζες που έχουν στραφεί στην ιδιωτική τραπεζική, ενώ η ταχύτερα αναπτυσσόμενη αγορά είναι η ασιατική, όπου έχουν το πλεονέκτημα της εγγύτητας οι ασιατικές τράπεζες.

Στην Ασία, εξαιρουμένης της ηπειρωτικής Κίνας, η UBS εξακολουθεί να είναι o μεγαλύτερος παίκτης στην ιδιωτική τραπεζική και ακολουθούν στην τρίτη θέση η Credit Suisse και στην πέμπτη η Julius Baer.

Ο ανταγωνισμός όμως είναι πολύ σκληρός. Για παράδειγμα, στη Σιγκαπούρη η UBS αύξησε μόνο κατά 4,5% το χαρτοφυλάκιό της, ενώ η Τράπεζα της Σιγκαπούρης κατέγραψε αύξηση 44% και η UOB κατά 23%. Τραπεζίτες στη Σιγκαπούρη και στο Χονγκ Κονγκ σημειώνουν ότι η ιδιαίτερη έλξη που ασκούν οι ελβετικές τράπεζες έχει εξασθενήσει και ότι οι πλούσιοι πλέον δεν τις ξεχωρίζουν από άλλης εθνικότητας τράπεζες.

Η Ελβετία, όμως, εξακολουθεί να διαθέτει κάτι πάρα πολύ σημαντικό: Χιλιάδες επαγγελματίες εξειδικευμένους στην ιδιωτική τραπεζική. «Δεν θα πρέπει να υποτιμάται το σύστημα που διαθέτουμε», λέει ο κ. Γκανιεμπά. «Υπάρχουν πάρα πολλοί τραπεζίτες, καλοεκπαιδευμένοι σύμβουλοι, ειδικοί στη φορολογία, εξαιρετικοί δικηγόροι, άριστοι γνώστες των νέων τεχνολογικών συστημάτων».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ