Νίκος Μαραντζίδης* ΝΙΚΟΣ ΜΑΡΑΝΤΖΙΔΗΣ*

Ρωσόφιλοι και κομισάριοι σε καιρούς αγωνίας

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ο​​ταν το 1999 η ιστορικός Judith Devlin εξέδωσε το βιβλίο της με τίτλο «Σλαβόφιλοι και κομισάριοι: εχθροί της δημοκρατίας στη σύγχρονη Ρωσία», ήταν μάλλον δύσκολο να φανταστεί πως στο τέλος εκείνης της χρονιάς οι εχθροί της δημοκρατίας στη Ρωσία θα είχαν κιόλας πάρει το πάνω χέρι και θα κατάφερναν σε σύντομο διάστημα να θέσουν υπό απόλυτο έλεγχο τους δημοκρατικούς θεσμούς. Σήμερα όλοι το ξέρουμε πως στη Ρωσία υπάρχει στην καλύτερη περίπτωση μια αυταρχική αντιφιλελεύθερη δημοκρατία και στη χειρότερη μια κλεπτοκρατική δικτατορία, όπως την αποκαλεί ο ακτιβιστής ανθρωπίνων δικαιωμάτων και παλιός παγκόσμιος πρωταθλητής στο σκάκι Γκάρι Κασπάροφ.

Αυτό που πέρασε σχετικά απαρατήρητο είναι πως η Ρωσία έφτασε ώς εδώ όχι απότομα, αλλά γλιστρώντας σταδιακά. Μια σειρά λόγοι όπως η οικονομική χρεοκοπία, οι αδύναμοι θεσμοί, η διαφθορά της πολιτικής εξουσίας, η βουλιμία των ολιγαρχών, η αντιδυτική πολιτική κουλτούρα και η ανευθυνότητα των ΜΜΕ συνέβαλαν καθοριστικά στη διαμόρφωση ενός περιβάλλοντος αντιφιλελεύθερου και αυταρχικού εθνικισμού, που στην πορεία ευνόησε τον βιασμό της ήδη εύθραυστης και προβληματικής ρωσικής δημοκρατίας. Αυτός ο αντιφιλελεύθερος εθνικισμός δεν κατέλυσε τη δημοκρατία διαμιάς, με ένα βίαιο και ξαφνικό χτύπημα, με την εμφάνιση των τανκς ένα πρωί στους δρόμους. Οχι! Τέτοιου είδους εικόνες ανήκουν στο παρελθόν. Τώρα πλέον οι δημοκρατίες δεν ανατρέπονται απότομα, πριονίζονται. Ισως να διεξάγονται εκλογές, ίσως υπάρχει κάποια ανοχή στη διατύπωση διαφορετικών απόψεων, αλλά μέχρι εκεί.

Εδώ και κάποια χρόνια, στη χώρα μας παρατηρείται πριόνισμα του δημοκρατικού πλαισίου με πολλούς τρόπους και όχι μόνο από μία μεριά. Μία από τις πιο ανησυχητικές όψεις αυτής της κατάστασης σχετίζεται με την προσπάθεια μετατροπής μιας παραδοσιακής και πολιτισμικού χαρακτήρα ρωσοφιλίας σε πολιτικό πρόταγμα με συγκεκριμένα ιδεολογικοπολιτικά χαρακτηριστικά.

Η ρωσοφιλία από «αθώα», συναισθηματική κυρίως, στάση απέναντι στον έξω κόσμο μεταβλήθηκε σε ένα οικονομικοπολιτικό σχέδιο με διεθνή σημασία που κινητοποίησε πολιτικά πρόσωπα, κόμματα και διαμορφωτές κοινής γνώμης. Εδώ τα πράγματα σοβαρεύουν.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η εικόνα του Πούτιν έπαιξε σημαντικό ρόλο. Η έλξη για τον Πούτιν έφερε κοντύτερα διάφορα τμήματα του ελληνικού πολιτικού κόσμου, από την Ακροδεξιά έως την Ακροαριστερά. Ο νέος ελληνικός «πουτινισμός» συνιστά ένα ιδεολογικό αμάλγαμα, στο οποίο συνυπάρχουν με έναν περίεργο τρόπο ο εθνικισμός της υπερσυντηρητικής Δεξιάς και της άκρας Δεξιάς με τον αντιδυτικισμό της κομμουνιστογενούς Αριστεράς.

Το αντιδυτικό και ρωσόφιλο ρεύμα, βέβαια, υπάρχει από τον 19ο αιώνα. Στον εικοστό αιώνα ταυτίστηκε κυρίως με την κομμουνιστική Αριστερά, αλλά στη συνέχεια, ύστερα από την πτώση του κομμουνισμού, σημειώθηκε μια νέα ισχυρή επανεμφάνισή του στον χώρο της Δεξιάς. Η κρίση τού έδωσε μια νέα δυναμική. Ηδη από το 2013, η σλαβολόγος Α. Ιωαννίδου σημείωνε πως ο αντιευρωπαϊσμός στην ελληνική πολιτική ζωή ενισχύεται από το αίτημα στροφής προς τη Ρωσία του Πούτιν, ένα αίτημα που διατυπώνεται κυρίως από ήπια έως φανατικά εθνικιστικούς, αλλά και από ακροδεξιούς έως και ναζιστικούς κύκλους.

Είναι αλήθεια πως κάποιοι κύκλοι της κοινής γνώμης, του πολιτικού προσωπικού, ακόμη και διανοούμενοι, δείχνουν να έλκονται από το αντιφιλελεύθερο πρότυπο του Πούτιν, δηλαδή από μια δήθεν φιλολαϊκή και αδιάφθορη, απόλυτη εξουσία. Στην περίπτωσή μας μάλιστα, η εικόνα αυτή ενισχύεται από τον τρόπο που παρουσιάζεται η εικόνα του Ρώσου ηγέτη στα ελληνικά ΜΜΕ.

Περισσότερο ή λιγότερο φανερά, οι παραπάνω κύκλοι δεν συμπαθούν τη φιλελεύθερη δημοκρατία και αισθάνονται σαν φυλακή τη θέση της χώρας στον δυτικό κόσμο. Είναι βέβαιο πως θα ήταν περισσότερο ευχαριστημένοι αν η χώρα άλλαζε μοντέλο διακυβέρνησης επιλέγοντας να κατευθυνθεί προς πιο αυταρχικές επιλογές, εγγύτερα με τη Ρωσία του Πούτιν. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως αυτό είχαν στο μυαλό τους ορισμένοι τουλάχιστον από όσους βεβαίωναν το 2015 πως η Ελλάδα ήταν έτοιμη να πλεύσει προς νέες θάλασσες.

Βρισκόμαστε λοιπόν μπροστά σε έναν τέτοιο κίνδυνο για τη φιλελεύθερη δημοκρατία στη χώρα μας; Είναι δύσκολο να απαντήσει κανείς. Μπορεί ναι, μπορεί όχι. Υπάρχουν επιχειρήματα και από τις δύο πλευρές. Ομως, δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία πως υπάρχουν σημάδια μιας ποιοτικής υποχώρησης της δημοκρατίας. Δημοσιογράφοι και ΜΜΕ δέχονται βίαιες επιθέσεις από υπουργούς για αντιπατριωτική δράση. Πανεπιστήμια και πανεπιστημιακοί στοχοποιούνται από μηχανισμούς προπαγάνδας αν δεν ευθυγραμμίζονται με τις κυβερνητικές επιθυμίες και θέσεις. Κουκουλοφόροι με συμπεριφορά παρακρατικού ρημάζουν και δέρνουν, αν χρειαστεί, τους «ανεπιθύμητους». Δικαστές καταγγέλλουν πως δέχονται πιέσεις. Περίεργες αγοραπωλησίες εντοπίζονται σε «πόθεν έσχες» και προφανώς αυτές είναι η κορυφή του παγόβουνου. Πρόκειται για ένα ανυπόφορο, τοξικό περιβάλλον.

Ο μεγάλος κίνδυνος βρίσκεται στο να συνηθίσουμε να ζούμε υπό συνθήκες «δημοκρατικής έκπτωσης» και τοξικότητας, ζητώντας ολοένα και λιγότερα από τη δημοκρατία μας. Σε μια τέτοια περίπτωση, και σε συνδυασμό και με άλλους παράγοντες, θα αρχίσουμε να απομονωνόμαστε και να περιθωριοποιούμαστε σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Κάτι τέτοιο θα ήταν η απόλυτη καταστροφή.

* Ο κ. Νίκος Μαραντζίδης είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας και επισκέπτης καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Καρόλου στην Πράγα.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ