ΕΛΛΑΔΑ

Ενα σίριαλ με πολλά «προσεχώς»

ΙΩΑΝΝΑ ΜΑΝΔΡΟΥ

Το θερμό επεισόδιο μεταξύ του προέδρου του ΣτΕ Ν. Σακελλαρίου (κέντρο) και του υπουργού Δικαιοσύνης Στ. Κοντονή πυροδότησε νέο κύκλο έντασης.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Δικαιοσύνη

Σε δίνη σκληρής αντιπαράθεσης έχουν εισέλθει –και πάλι– με μεγαλύτερη οξύτητα απο ό,τι στο παρελθόν, οι σχέσεις κυβέρνησης και Δικαιοσύνης, με τον ίδιο τον πρωθυπουργό να παρεμβαίνει αυτή τη φορά, προκαλώντας την έντονη αντίδραση της αντιπολίτευσης, ενώ το όλο θέμα τείνει να λάβει πλέον χαρακτηριστικά θεσμικής κρίσης.

Η δημόσια, μπροστά στις τηλεοπτικές κάμερες, σε υψηλούς τόνους, αντιπαράθεση ανάμεσα στον πρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας Νίκο Σακελλαρίου και στον υπουργό Δικαιοσύνης Σταύρο Κοντονή, πριν από μία εβδομάδα, έφερε στην επιφάνεια τη σοβούσα από καιρό σύγκρουση με κορυφαίους δικαστικούς παράγοντες, αλλά και εκπροσώπους των δικαστικών ενώσεων, με αφορμή αυτή τη φορά απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας για τις ρυθμίσεις περί «πόθεν έσχες».

Το θερμό επεισόδιο Σακελλαρίου - Κοντονή, που δεν έχει προηγούμενο και οι δηλώσεις στη συνέχεια του ίδιου του πρωθυπουργού σε τηλεοπτική του συνέντευξη, όπου μεταξύ άλλων, ανέφερε ότι «όταν βλέπω αποφάσεις που είναι μακριά από το κοινό περί δικαίου αίσθημα, του μέσου Ελληνα πολίτη, έχω και εγώ σαν πολίτης το δικαίωμα να αντιδρώ», πυροδότησαν νέο γύρο πιο έντονων τριβών στις σχέσεις Δικαιοσύνης και κυβέρνησης.

Οι σχέσεις αυτές, άλλωστε, δοκιμάζονται, άλλοτε λιγότερο και άλλοτε περισσότερο από την αρχή της θητείας της παρούσας κυβέρνησης, με κατά καιρούς θερμά επεισόδια, επικρίσεις και επιθέσεις, που έχουν φθάσει ώς το σημείο, να διαρρέονται στον Τύπο προσωπικά δεδομένα ανώτατου δικαστικού παράγοντα, κατά την επίμαχη περίοδο των διασκέψεων στο Συμβούλιο της Επικρατείας για την υπόθεση των τηλεοπτικών αδειών.

Τρία χρόνια τριβές

Η δημόσια τοποθέτηση του προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας κατά τη διάρκεια της γενικής συνέλευσης των εισαγγελέων, περί «ωμής παρέμβασης στην ελληνική Δικαιοσύνη», απευθυνόμενος στον παριστάμενο υπουργό, προκάλεσε αίσθηση και εξέπληξε εκείνους που θεωρούσαν ότι τους τελευταίους μήνες οι σχέσεις της κυβέρνησης με τα ανώτατα δικαστήρια είχαν εξομαλυνθεί και είχαν πλέον περάσει σε μια άλλη, ωριμότερη φάση. 

Η έκρηξη του προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας προκλήθηκε όταν ο υπουργός της Δικαιοσύνης επανέλαβε τοποθετήσεις που έχουν γίνει και από άλλους κυβερνητικούς παράγοντες τελευταία, σχετικά με πρόσφατη απόφαση του ΣτΕ για το «πόθεν έσχες», αφήνοντας εμμέσως πλην σαφώς να εννοηθεί ότι οι δικαστές δεν θέλουν να υποβάλουν δηλώσεις και να ελεγχθούν.

Το θέμα αυτό αποτελεί εδώ και καιρό «κόκκινο πανί» που προκαλεί τριβές και εντάσεις στις σχέσεις κυβέρνησης και δικαστικών, καθώς οι τελευταίοι θεωρούν ότι αδίκως και σκόπιμα στοχοποιούνται, καθώς εμφανίζονται να θέλουν να αποφύγουν τον έλεγχο της περιουσιακής τους κατάστασης, ενώ σημειώνουν σε όλους τους τόνους ότι οι δικαστές πάντα υποβάλλουν δηλώσεις και πάντα ελέγχονται.

Οι αναφορές ότι οι δικαστικοί δεν επιθυμούν τον έλεγχο της περιουσιακής τους κατάστασης και ότι μέσω δικαστικών αποφάσεων υπεκφεύγουν, στη λογική «Γιάννης κερνάει και Γιάννης πίνει», δημιουργούν έντονη ενόχληση στο σύνολο των δικαστικών όλων των βαθμίδων, καθώς είναι πολλοί εκείνοι μέσα στο δικαστικό σώμα που επισημαίνουν πως έτσι φθείρονται με ανυπολόγιστες συνέπειες ο θεσμός της Δικαιοσύνης στα μάτια των πολιτών, αλλά και το κύρος των ίδιων των δικαστικών λειτουργών, οι οποίοι εκτίθενται σε ένα πεδίο πολύ ευαίσθητο, όπως εκείνο της ηθικής υπόστασής τους.

Ομιλούν, μάλιστα, για ηθελημένη σύγχυση, που επιχειρεί να διαστρεβλώσει τις αντιρρήσεις που έχουν προβληθεί σχετικά με τον τρόπο ηλεκτρονικής κατάθεσης των δηλώσεων «πόθεν έσχες», έτσι όπως ρυθμίστηκαν από πρόσφατες κυβερνητικές αποφάσεις, σχετικά με το ανεξάρτητο ειδικής επιτροπής που θα πρέπει να ελέγχει τα περιουσιακά των δικαστικών και σε σχέση με τη δημοσιοποίηση στοιχείων, όπως οι διευθύνσεις των κατοικιών τους, καθώς προβάλλονται λόγοι προσωπικής τους ασφάλειας. 

Πάντως, οι τριβές και οι αντιπαραθέσεις, άλλοτε οξύτερες και άλλοτε όχι, ανάμεσα στην κυβέρνηση και στη Δικαιοσύνη είναι σχεδόν συνεχείς, με αφορμή είτε δικαστικές αποφάσεις που επικρίνονται σφοδρά από κυβερνητικά στελέχη και προκαλούν αντιδράσεις των δικαστικών ενώσεων είτε από άλλα περιστατικά που συνδέονται με δικαστικές ενέργειες και δημόσιες τοποθετήσεις των εκπροσώπων των δικαστικών ενώσεων για θέματα Δικαιοσύνης και ανεξαρτησίας των δικαστικών λειτουργών.

Οι καταγγελίες

Η υπόθεση του πρώην προϊσταμένου της Εισαγγελίας Εφετών Ισίδωρου Ντογιάκου, ο οποίος διώχθηκε κατ’ επανάληψη για διάφορα και τελικώς καθαιρέθηκε από τη θέση του, είχε προκαλέσει έντονες αντιδράσεις και είχε συνδεθεί με προσπάθειες ελέγχου νευραλγικών θέσεων της δικαστικής ιεραρχίας, ενώ στη συνέχεια οι δημόσιες καταγγελίες της εισαγγελέως Γεωργίας Τσατάνη περί παρεμβάσεων στο έργο της, έφθασαν να απασχολήσουν επί μακρόν ειδική επιτροπή της Βουλής, ενώ η ίδια υπέστη διώξεις και τελικώς υπήρξε και στόχος τρομοκρατικής επίθεσης.

Παρεμβάσεις στο έργο της κατήγγειλε και η επί σειρά ετών επικεφαλής της Εισαγγελίας Διαφθοράς Ελένη Ράικου, παραιτούμενη από το πόστο της και αφήνοντας να εννοηθεί ότι δέχθηκε πιέσεις κατά την άσκηση των καθηκόντων της.

Οι σκληρές κατά καιρούς αντιπαραθέσεις κυβερνητικών στελεχών με τις δικαστικές ενώσεις για διάφορα θέματα υπήρξαν καθοριστικές στις δύσκολες σχέσεις κυβέρνησης και Δικαιοσύνης, ενώ το θέμα που είχε τεθεί πριν από έναν χρόνο κατά τη συνάντηση του πρωθυπουργού με την ηγεσία της Δικαιοσύνης στο Μέγαρο Μαξίμου, για αύξηση του ορίου ηλικίας των ανώτατων δικαστικών, παρά τη ρητή διάταξη του Συντάγματος, προκειμένου να παραμείνει στην προεδρία του Αρείου Πάγου η Βασιλική Θάνου, είχε ξεσηκώσει θύελλα αντιδράσεων στον δικαστικό και στον νομικό κόσμο.

Δικαστικές αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας, όπως εκείνη που έκρινε ότι δεν μπορεί πέραν της πενταετίας να επεκτείνονται οι φορολογικοί έλεγχοι των πολιτών, αλλά και αποφάσεις, όπως για παράδειγμα για την Ηριάννα, έχουν δεχθεί έντονες επικρίσεις κυβερνητικών παραγόντων, μηδέ και του υπουργού Δικαιοσύνης ενίοτε εξαιρουμένου.

Οι επικρίσεις αυτές που πολλές φορές διατυπώνονται μέσω των κοινωνικών δικτύων με έντονο τρόπο, όπως για παράδειγμα σχολιασμοί δικαστικών ενεργειών από τον αναπληρωτή υπουργό Υγείας Παύλο Πολάκη, προκαλούν την έντονη αντίδραση μέσω ανακοινώσεων των δικαστικών ενώσεων.

Οι κρίσιμες αποφάσεις

Εκεί που πραγματικά δοκιμάστηκαν τα όρια των θεσμικών διακρίσεων ανάμεσα στις συντεταγμένες εξουσίες του πολιτεύματος, ήταν η απόφαση του ΣτΕ για τον νόμο περί τηλεοπτικών αδειών, που προκάλεσε σωρεία αντιδράσεων. Δύο αντιπρόεδροί του παραιτήθηκαν από την Ενωση Δικαστών του ΣτΕ, ενώ η υπόθεση με τη δημοσιοποίηση προσωπικών δεδομένων ανωτάτου δικαστικού που καταψήφισε τον νόμο, ξεσήκωσε θύελλα αντιδράσεων και θεωρήθηκε χτύπημα κάτω από τη ζώνη, χωρίς προηγούμενο στην ιστορία της ελληνικής δικαιοσύνης.

Η τοποθέτηση της τότε κυβερνητικής εκπροσώπου, Ολγας Γεροβασίλη, το βράδυ της έκδοσης της απόφασης, είχε προκαλέσει έντονες αντιδράσεις για το ύφος και την ουσία της κριτικής που ασκήθηκε στο ανώτατο δικαστήριο, το οποίο κήρυξε βασικές διατάξεις του νόμου για τις τηλεοπτικές άδειες ως ανίσχυρες και αντισυνταγματικές.

Και ενώ από τότε κύλησε πολύ νερό στο αυλάκι, φαίνεται πως η αντιπαράθεση καλά κρατεί και δεν είναι λίγοι εκείνοι που εκτιμούν, και μέσα στη δικαιοσύνη, ότι όσο πλησιάζει ο χρόνος της επόμενης εκλογικής αναμέτρησης, τόσο οι σχέσεις αυτές θα δοκιμάζονται σκληρά ενόψει και του γεγονότος ότι κρίσιμες αποφάσεις αναμένονται, για τις οποίες η κυβέρνηση έχει μεγάλο ενδιαφέρον.

Τα παραδείγματα πολλά. Ο λεγόμενος νόμος Κατρούγκαλου για το ασφαλιστικό που κρίνεται δικαστικά στο ΣτΕ, η κρατικοποίηση του Οργανισμού Αστικών Συγκοινωνιών Θεσσαλονίκης, που επίσης κρίνεται στο ΣτΕ, οι νέες ρυθμίσεις για τις τηλεοπτικές άδειες, οι ιδιωτικοποιήσεις, αλλά και υποθέσεις όπως εκείνη του πρώην επικεφαλής της ΕΛΣΤΑΤ Ανδρέα Γεωργίου και των εμπειρογνωμόνων του ΤΑΙΠΕΔ, που ενδιαφέρουν έντονα τους εκπροσώπους των θεσμών, και πολλές άλλες.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ