ΠΡΟΣΚΗΝΙΟ

Γιώργος Κωνσταντίνου: «Είμαι ο Ξυλάρας της γειτονιάς»

ΓΙΩΤΑ ΣΥΚΚΑ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Γεννήθηκε πάνω σ’ ένα τραπέζι. Ψηλός, λιγνός, μάλλον άσχημος, με μύτη όχι ό,τι καλύτερο. Με ψήγματα κληρονομικής γοητείας και με ψυχολογία Σιρανό ντε Μπερζεράκ, «με την ίδια δειλία, με την ίδια αβεβαιότητα, με το ίδιο πάθος για τον έρωτα, στην ποιητική του μορφή». Ετσι συστήνεται ο ηθοποιός, σεναριογράφος και σκηνοθέτης Γιώργος Κωνσταντίνου, στην αυτοβιογραφία του που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις IANOS.

Ο Ψηλός της πλατείας Βάθηs, «αυτός ήμουν». Για τη γειτονιά ήταν «Ξυλάρας». Τον ενοχλούσε. Προτιμούσε «Ο Φαντασίας», όπως τον φώναζαν τα παιδιά. Ηταν που τα ταξίδευε σε άλλους κόσμους. Τους μάζευε στα μαρμάρινα σκαλοπάτια των σπιτιών, το σούρουπο, και τους έλεγε φανταστικές ιστορίες. «Ημιάγρια πλάσματα», παιδιά της Κατοχής, «τις νύχτες έκαναν επιδρομές, να αρπάξουν σοκολάτες από τα περίπτερα, να ξεβιδώσουν λάμπες έξω από τα μαγαζιά... Ξεγνοιασιά στον ανελέητο κόσμο τους», ήταν οι ιστορίες του «Ξυλάρα», αφηγήσεις για εξωγήινους κόσμους και πλάσματα, χρόνια προτού αγαπήσουμε οι επόμενες γενιές τον Ε.Τ. του Σπίλμπεργκ, γράφει στο βιβλίο του «Showtime». Δημιούργημά του ήταν ο Βούριος, συντροφιά στη μοναξιά του. Οι γονείς, καλλιτέχνες της οπερέτας, η ηθοποιός Νίτσα Φιλοσόφου και ο τενόρος Μιχάλης Κωνσταντίνου, έτρεχαν στα μπουλούκια της εποχής.

«Τριών ετών έμαθα ότι ο πατέρας μου ήταν γάτος. Ακουσα τη γιαγιά μου να λέει ότι αμόλησε ένα παιδί, σαν τους γάτους, κι έφυγε». Τα χρόνια μαζί της είναι ένα μαύρο κεφάλαιο. «Καλύτερα να τους κρίνω σαν τρελούς». Αν έγραφε όμως «με λεπτομέρειες τα γεγονότα, τις εικόνες που έζησα σ’ αυτό το σπίτι, ίσως λίγοι θα με πιστεύανε». Ηταν μια ζωή που θύμιζε τους «Αθλιους» του Ουγκώ.

Αποφεύγοντας τις πολύ προσωπικές εξομολογήσεις, ξετυλίγει ένα μέρος των παιδικών του χρόνων στα μπουλούκια, δίπλα στους χωρισμένους γονείς (στη μητέρα είχε αδυναμία). Η Στυλίδα του χαράκωσε, γράφει, την ψυχή. Χρόνια του Εμφυλίου. Από τη θάλασσα έβγαιναν καΐκια φορτωμένα με νεκρούς, από τις μάχες που γίνονταν απέναντι στον Αγιο Κωνσταντίνο.

Μικρός δοκίμασε τη σκηνή συμμετέχοντας σε ένα δράμα, όπου σύμφωνα με την ιστορία είχαν απαγάγει ένα παιδί. «Με κράταγε ο απαγωγέας αγκαλιά και τα πόδια μου κρεμόντουσαν. Επεσε πολύ γέλιο, παρά την τραγικότητα της στιγμής». Ακολούθησαν πολλές δουλειές του ποδαριού, όμως πάντα έγραφε ιστορίες και ιδέες σε ένα χαρτί.

Θυμάται περιστατικά, εικόνες, συναισθήματα που τον σημάδεψαν και αλήθειες. Το καταστροφικό πάθος των τυχερών παιχνιδιών, «που δεν μπόρεσα να ελέγξω». Η πόκα και το καζίνο εξελίχθηκαν σε εθισμό, αγωνίστηκε για να ξεφύγει. Στην πρώτη δραματική σχολή που πήγε αλλά έκλεισε ένα χρόνο αργότερα, τη σχολή του Μουζενίδη, οι δάσκαλοι «μου είπαν ότι έχω μακριά χέρια και δεν θα ξέρω τι να τα κάνω». Στη σχολή του Εθνικού «με απέρριψαν ως ατάλαντο». Στο Θέατρο Τέχνης ο Κουν «κάτι διέκρινε σε μένα. Η μόνη του διαφωνία ήταν ότι ήμουνα ψηλός. Το Θ.Τ. ήταν μικρό και χαμηλοτάβανο». Μετά τέσσερα χρόνια έφυγε «σχεδόν με βίαιο τρόπο». Δεν αναφέρει λεπτομέρειες, μόνο ότι εκεί: «Ηταν πανεπιστήμιο για μένα». Εκεί πήρε το διαβατήριο για την κωμωδία, στην παράσταση «Το αλέτρι και τ’ άστρα», ένα δράμα του Ο’ Κέισι. Επρεπε να ακουμπήσει μια μικρή μαύρη κάσα σε δύο καρέκλες, αλλά από λάθος υπολογισμό εκείνη έπεσε.

«Δεν θέλω να το μάθω, να το φάω θέλω!». Είναι η ατάκα που λέει στην αγαπημένη κινηματογραφική σκηνή με το προφιτερόλ, στα «Χτυποκάρδια στο θρανίο». Ομως ο αυτοσχεδιασμός του πάνω στο κείμενο του Αλέκου Σακελλάριου προηγήθηκε στο θέατρο με τεράστια επιτυχία. Το παράπονο του Γιώργου Κωνσταντίνου είναι ότι ο πολύς κόσμος τον θυμάται από τον κινηματογράφο. Ο ίδιος, όταν είδε τον εαυτό του στην πρώτη του ταινία «Η Λίζα και η άλλη», αρχές της δεκαετίας του ’60, σηκώθηκε να φύγει από την προβολή: «Τι ήταν αυτό το τέρας».

Αν μετάνιωσε για κάτι, είναι που έως το 2000 αρνιόταν να παίξει αρχαία κείμενα, παρότι ξεκίνησε στους αριστοφανικούς «Ορνιθες» του Κουν που λογοκρίθηκαν στο Ηρώδειο, στον «Πλούτο» κ.ά. Αφοσιώθηκε, δεν το αρνείται, στην επιθεώρηση, ενώ από το 1998 δοκίμασε έργα όπως: «Art», «Αθλιοι», «Αμπιγιέρ», «Κατά φαντασίαν ασθενής» κ.ά. «Το θέατρο είναι η σύζυγός μου, αλλά η τηλεόραση είναι η ερωμένη μου», έχει πει πολλές φορές και η αλήθεια είναι πως έπαιζε, έγραφε και σκηνοθετούσε για χρόνια. Και πάντα «μου άρεσε να ανακατεύω το γέλιο με το κλάμα».

Μέντορά του χαρακτηρίζει τον Κουν για την καλλιτεχνική του πορεία και πνευματικό του πατέρα τον Κύριλλο που του δίδαξε να αγαπά και να προσεύχεται. Οσο για την πολιτική, παινεύεται που δεν υπήρξε «πολιτικοποιημένος». Εχει ενδιαφέρον τι γράφει για τα χρόνια της χούντας. «Εφτά χρόνια ήταν πολλά. Πολλά γι’ αυτούς που βασανίστηκαν. Και πολλά για κάποιους από εμάς, που γεμίζαμε ενοχές, ενώ καθόμασταν στην τρύπα μας και βλέπαμε».

Σαν μονόλογος της ζωής του μοιάζει το «Showtime». «Θα γράφω», υπόσχεται, για τα χρόνια που η σκηνή θα είναι ανάμνηση. Ομως, το ταξίδι συνεχίζεται ακόμη «σε μια ταραγμένη θάλασσα, μ’ έναν κόσμο συγκλονισμένο μεν από την ανατροπή της ζωής του, που όμως γεμίζει τα θέατρα», και ελπίζει. Αλλωστε, «παντού υπάρχει μια ρωγμή/ από κει μπαίνει το φως», δανείζεται τα λόγια του Λέοναρντ Κοέν για το φινάλε.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ