Ό,τι κι αν σκεφτεί κανείς ακούγοντας σήμερα τη λέξη «Εξάρχεια» θα πέσει μέσα. Η γειτονιά φέρει πολλά πρόσωπα, πολλά τραύματα και πολλή ιστορία. Κι ενώ έγινε συνώνυμη με την ελευθερία της έκφρασης, σήμερα κάτοικοί της αναγκάζονται να μιλήσουν στο ρεπορτάζ του «Κ» με προϋπόθεση την ευλαβική τήρηση της ανωνυμίας τους για να μη στοχοποιηθούν (τα στοιχεία όλων βρίσκονται στη διάθεση του περιοδικού). Και ο φόβος υποχρεώνει κάποιους να σκεφτούν κάτι που δεν θα μπορούσαν ποτέ να διανοηθούν: να αλλάξουν γειτονιά. 

Είναι η γειτονιά όπου εμφανίστηκαν καλάσνικοφ, το βράδυ της Δευτέρας 6 Νοεμβρίου, και είναι η ίδια γειτονιά όπου τραυματίστηκε η δικηγόρος Αναστασία Τσουκαλά από φωτοβολίδα, από ευθεία βολή, στα επεισόδια του Πολυτεχνείου, κάτι που προξένησε τις πρώτες ρωγμές στον αναρχικό χώρο, όπου συλλογικότητες θορυβήθηκαν και «πήραν αποστάσεις» για πρώτη φορά. Είναι η γειτονιά όπου το «Ναι» στο δημοψήφισμα του Ιουλίου του 2015 έλαβε 57,1%, είναι η γειτονιά στην οποία τα συνεργεία καθαρισμού του Δήμου Αθηναίων διστάζουν να μπουν, αφήνοντας την περιοχή να βουλιάζει στα σκουπίδια, ενώ η αστυνομία δεν επεμβαίνει εάν δεν απαρτίζεται τουλάχιστον από μία διμοιρία. Είναι η γειτονιά που παλεύει με μύθους, στερεότυπα, αλλά και την ίδια μας τη σχέση με την πόλη.

Τα Εξάρχεια όμως μοιάζουν να επιζητούν την επιστροφή σε ένα είδος κανονικότητας για να ξαναπιάσουν το νήμα που έχει μετατρέψει αυτή την πάλαι ποτέ αστική γειτονιά σε χώρο εκτόνωσης ετερόκλητων στοιχείων από όλη την Αθήνα, σαν από συνήθεια.

 


Η Μαίρη Γαλάνη-Κρητικού ζει στα Εξάρχεια από το 1962. Έχει δει την άνοδο, την πτώση, τον φόβο και την καταστροφή της γειτονιάς.

 

 «Σαν από συνήθεια». Η φράση αυτή ακούστηκε πολλές φορές στην κουβέντα που είχαμε με κατοίκους των Εξαρχείων – είτε εκείνους που δεν σκέφτονται να τα εγκαταλείψουν, από πείσμα ή από... συνήθεια, είτε εκείνους που έχουν ήδη ετοιμάσει τις βαλίτσες τους για άλλη γη, για άλλα μέρη. «Για να μείνεις στα Εξάρχεια, θα πρέπει να έχεις συνηθίσει αυτή τη ζωή», μας λέει η Μαίρη Γαλάνη-Κρητικού, κάτοικος πλατείας Εξαρχείων από το 1962. «Δεν πρέπει να περιμένεις συνθήκες Νέου Κόσμου ή Κηφισιάς ή Παγκρατίου. Πρέπει να ξέρεις τι είναι τα Εξάρχεια», τη συμπληρώνει ο Γιάννης Μπαμπούλιας, ο οποίος ζει στην οδό Καλλιδρομίου.

Τι πρέπει να ξέρεις, όμως, ώστε να έρθεις να ζήσεις στα Εξάρχεια και τι, τελικά, είναι αυτό που μαθαίνεις και συχνά σε διώχνει μακριά του; Η Μαίρη Γαλάνη-Κρητικού έζησε τη γειτονιά στην άνοδο και στην πτώση της, στη ζωντανή Μπλε Πολυκατοικία και στη γεμάτη ιατρεία Στουρνάρα. Σήμερα μιλάει για δύο πρόσωπα – το πρωινό και το βραδινό. «Το ότι αναγκάζομαι να επιστρέψω το βράδυ στο σπίτι μου αποκλειστικά με ταξί είναι ενδεικτικό του φόβου που έχει επικρατήσει», λέει η ίδια.

 


Ο Γιάννης Μπαμπούλιας πιστεύει ότι τα Εξάρχεια κινδυνεύουν να γίνουν Γκάζι από τον αθηναΙκού τύπου αστικό εξευγενισμό. 

 

Φόβος και «ελευθερία»

Όταν διαχέεται ο φόβος, πόση άραγε από την ελευθερία σου έχει καταπατηθεί; «Στη Δερβενίων δεν μπορούμε να μπούμε στα σπίτια μας. Τα βράδια καταλαμβάνεται από νεαρούς που κάνουν πάρτι, σαν να μη μένει κανείς τριγύρω», λέει ο Λευτέρης, 41 ετών. «Εγώ, όπως και πολλοί φίλοι μου, ψάχνω σπίτι αλλού. Δεν αντέχεται άλλο η ζωή εδώ. Τα σπίτια μας γίνονται ένα υπαίθριο στέκι, όπου ο καθένας κάνει ό,τι θέλει – πίνει, τραγουδάει, φωνάζει, καίει, κάνει ναρκωτικά, βάφει πόρτες και παράθυρα. Κι ενώ σε μια κανονική χώρα θα έπρεπε εκείνοι να απομακρυνθούν, αναγκάζομαι εγώ να αλλάξω σπίτι...» συνεχίζει.

Η Ζωή, από δεκαετίας κάτοικος της γειτονιάς, θέτει τον διαχωρισμό ανάμεσα στους «μπαχαλάκηδες» και τους αυθεντικούς αναρχικούς. «Όταν όμως παρεισέφρησαν νέα άτομα στον “χώρο”, πιτσιρικάδες οι περισσότεροι, οι “παλαιότεροι” βρέθηκαν μπροστά σε ένα δίλημμα αυτοακύρωσης: αν τους πετούσαν έξω, θα αισθάνονταν ασυνεπείς μπροστά στην κοσμοθεωρία τους», υποστηρίζει.

Αυτό όμως το ανοιχτό πνεύμα των Εξαρχείων, στο οποίο είχαν επενδύσει κάτοικοι και επιχειρηματίες, μοιάζει να ξεφτίζει. «Από το 2008 και μετά άλλαξαν όλα. Αποκορύφωμα τα δυόμισι τελευταία χρόνια. Η κατάσταση είναι ανυπόφορη, οπότε η Μαρία κι εγώ παίρνουμε τα μπογαλάκια μας και πάμε μακριά», αφηγείται στο «Κ» ο Πέτρος, κάτοικος και επιχειρηματίας. «Πώς να μεγαλώσεις παιδί όταν κάτω από το σπίτι σου καίγονται κάδοι με το έτσι θέλω; Όταν σπάνε τζάμια –οικονομικών μάλιστα– αυτοκινήτων χωρίς προφανή λόγο; Όταν δεν μπορείς να αναπνεύσεις από τα αέρια; Οπότε, ξεσπιτωνόμαστε και όπου μας βγάλει», συνεχίζει ο ίδιος.

«Να φύγουμε, αλλά να πάμε πού; Εγώ είμαι “εγκλωβισμένη” σε ιδιόκτητο διαμέρισμα και δεν είναι εύκολο να φύγω – αλλά πάντοτε έχω τα μάτια μου ανοιχτά για άλλα σπίτια», λέει η Λέλα Παπαγιαννοπούλου, η οποία βρέθηκε κοντά στην πλατεία έπειτα από τριάντα χρόνια στη Δεξαμενή και άλλα τόσα στο κέντρο της Θεσσαλονίκης. «Εγώ είμαι παιδί του κέντρου της πόλης, διότι σου δημιουργεί λιγότερες εξαρτήσεις, όπως είναι η μετακίνηση, το φαγητό ή τα... τσιγάρα, που είναι διαθέσιμα όλο το εικοσιτετράωρο. Είναι όμως εκείνες οι ημέρες, των επετειακών επαναστάσεων, που είναι ασφυκτικά. Κλειδαμπαρωμένοι, με κατεβασμένα τα ρολά και –οι τυχεροί– με διπλά παράθυρα, έχοντας ήδη απομακρύνει αυτοκίνητα και μηχανάκια, περιμένουμε να κοπάσει η αντάρα», συμπληρώνει η Λέλα Παπαγιαννοπούλου, η οποία έχει δει κτίριο της γειτονιάς της να φλέγεται ολοσχερώς μέσα σε είκοσι λεπτά. «Πήρα τον γιο μου και τον σκύλο μας και μερικά απαραίτητα και βγήκα στον δρόμο. Εκεί, ναι, είδα τον χάρο με τα μάτια μου».

 


Η Χρυσούλα ζει στην ευρύτερη περιοχή του Πολυτεχνείου και είναι αποφασισμένη να μη φύγει από τη γειτονιά της.

 

«Δεν θα τους κάνω τη χάρη»

Δεν ακούγεται ωραίο να βλέπεις τον χάρο με τα μάτια σου, και μάλιστα δίπλα στο σπίτι σου, που λογίζεται ανάμεσα στις πιο «ιερές» ελευθερίες, αλλά «εγώ δεν θα φύγω από τα Εξάρχεια για χάρη των “μπαχαλάκηδων”», μας λέει η Χρυσούλα, κάτοικος της ευρύτερης περιοχής του Πολυτεχνείου εδώ και είκοσι χρόνια, με «πίστη σε αυτή τη γειτονιά. Έχει δείξει ότι μπορεί να είναι χώρος ελεύθερης πολιτικής και καλλιτεχνικής έκφρασης, χώρος αλληλεγγύης, και αυτό πρέπει να ξαναγίνει», προσθέτει.

Ο Γιάννης Μπαμπούλιας θεωρεί ότι «τα Εξάρχεια κινδυνεύουν από το gentrification και πολύ φοβάμαι ότι θα γίνουν Γκάζι, χάνοντας έτσι τη σημασία τους», πράγμα για το οποίο ο Πέτρος δεν φαίνεται να ανησυχεί: «Θα γίνει Σόχο η γειτονιά. Τότε, ναι, μπορεί να επαναδιαπραγματευτώ την επιστροφή μου, αρκεί βέβαια να παραμείνουν τα νοίκια στα τωρινά επίπεδα». Εν προκειμένω, μάλιστα, πέρα από το μαύρο χιούμορ, όλοι συμφωνούν ότι κανείς δεν θα ήθελε να δει τα Εξάρχεια... Ψυχικό, ενώ όλοι ζητούν να ξαναγίνουν τα Εξάρχεια η γειτονιά, όπου η συλλογικότητα δεν καταπατά το δικαίωμα στην ιδιώτευση, δεν εξαναγκάζει σε συμμετοχή, όπου αυτά τα δύο συνυπάρχουν χωρίς συγκρούσεις.

«Είναι όμως μια περιοχή που προσφέρεται για “εκμετάλλευση”. Τα Εξάρχεια επιβάλλουν να επαναδιαπραγματεύεσαι διαρκώς τη σχέση σου με την πόλη και τη ζωή σου σε αυτήν», λέει ο Γιάννης Μπαμπούλιας. Σε μια τέτοια παρατήρηση, η Ζωή «φορτώνει»: «Μας μένει ο φόβος. Και το να ξεσπιτωνόμαστε τις ημέρες των “επαναστάσεων” αναζητώντας καταφύγιο σε σπίτια φίλων. Αυτού του τύπου η σχέση με την πόλη εμένα δεν με αφορά – δεν θέλω να φοβάμαι στο σπίτι μου. Δεν θέλω να με σταματούν στον δρόμο για να με κλέψουν ή για να με απειλήσουν γιατί “σε ξέρουμε εσένα”. Κυρίως δεν θέλω να με διώχνουν από τη γειτονιά μου αυτοί που έρχονται από αλλού – διότι κανείς Εξαρχειώτης δεν καταστρέφει τον χώρο που τον φιλοξενεί, το σπίτι του».

 


Η Λέλα Παπαγιαννοπούλου ζει στον σκληρό «πυρήνα» των Εξαρχείων, στην πλατεία. Νιώθει «εγκλωβισμένη» στο ιδιόκτητο διαμέρισμά της, αλλά και «πού αλλού να πάω;»

 

Η δικτατορία των ανεύθυνων

«Ναι, πράγματι, στα Εξάρχεια μπορείς να κυκλοφορήσεις, αρκεί να μην είσαι πολιτικός ή... δημοσιογράφος», λέει ο Άγης Κρητικός, κάτοικος κι εκείνος της ευρύτερης πλατείας Εξαρχείων από τη δεκαετία του ’60. «Παρατηρώ όμως έναν μιθριδατισμό: πίνουμε σιγά σιγά μόνοι μας το δηλητήριο, για να μη μας... δηλητηριάσουν». 

«Οι κάτοικοι των Εξαρχείων ευθυνόμαστε που τελικώς προσαρμοστήκαμε. Αναγκάζομαι να φοράω την “μπανάνα” μου κάτω από το πουλόβερ, να μη φοράω κοσμήματα και να προσπαθώ να περνάω απαρατήρητη. Νομίζω όμως ότι δεν έχουμε κουράγιο να κάνουμε κάτι. Φοβόμαστε μη μας μαρκάρουν...» συμπληρώνει η σύζυγός του, Μαίρη Γαλάνη-Κρητικού. «Ευθύνεται όμως και η δικτατορία των ανεύθυνων. Κανείς δεν αναλαμβάνει την ευθύνη να απομονωθούν όσοι καταστρέφουν τη γειτονιά, είτε με τα επεισόδια είτε με τα λαθραία τσιγάρα στη Στουρνάρα είτε με τα ναρκωτικά», λέει η ίδια.

Να ζει, λοιπόν, κανείς ή να μη ζει στα Εξάρχεια; Συμμαζεύοντας τις σημειώσεις μου, προκύπτει ένα ακόμαερώτημα: Αν πρέπει σήμερα να προσαρμοστείς στα Εξάρχεια του 2017, τότε πόσο παράξενη, παράδοξη ή άδικη θα είναι η στιγμή που τα Εξάρχεια θα έρθουν αντιμέτωπα με τη δική τους, αναγκαστική ίσως, μετάλλαξη; ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ