Σκοπός του είναι η αποτύπωση του φευγαλέου που «μένει». Αν για πολλούς παραμένει ένας αφανής ήρωας, για τους επαγγελματίες του χώρου ο Κρις Μουρ είναι ο «βασιλιάς» της φωτογραφίας της πασαρέλας, ένας σεμνός στρατιώτης ο οποίος, όπως λέει, «δεν τα πάει καλά με τις λέξεις». Μιλούν όμως για εκείνον περί τα τρία εκατομμύρια εικόνες που αποτυπώθηκαν από τον φακό του τα τελευταία 60 χρόνια. Μερικές εκατοντάδες από αυτές τυπώθηκαν στο «Catwalking», μια αγγλόφωνη έκδοση που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τον οίκο Laurence King. «Ο σκοπός μιας επίδειξης μόδας είναι να παρουσιαστούν ρούχα, το ταλέντο και η πρωτοτυπία του σχεδιαστή», λέει ο 83χρονος Βρετανός φωτογράφος στο «Κ». «Όμως όλο αυτό μπορεί να χαθεί μέσα από μια υπερπαραγωγή, η οποία την ίδια στιγμή σού δίνει την ευκαιρία να πάρεις πολύ ενδιαφέρουσες φωτογραφίες».

Παρατηρητής της νεότερης ιστορίας της μόδας, ο Μουρ ακολουθεί την πορεία της πασαρέλας ως τρόπο επικοινωνίας: από τα μικρά σε μέγεθος ντεφιλέ για λίγους σε εκείνα των γιγαντιαίων προϋπολογισμών με αποδέκτες, πέρα από το ζωντανό κοινό τους, τους χρήστες μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Το 1996, ο Μουρ πατεντάρισε τον όρο «Catwalking» (από το «catwalk», τον βρετανικό όρο για την πασαρέλα), ενώ το 2000 ίδρυσε το www.catwalking.com, την πρώτη βρετανική εταιρεία με ψηφιακό αρχείο επιδείξεων. «Αν ο ρόλος του δημοσιογράφου μόδας είναι να μεταφράσει ένα ντεφιλέ, να μεταμορφώσει εικόνες σε λέξεις και να γίνει σηματοφόρος του μηνύματος του σχεδιαστή, οι φωτογράφοι πασαρέλας είναι τα μάτια της μόδας. Βλέπουμε μόνο όσα βλέπουν εκείνοι», γράφει στο βιβλίο ο δημοσιογράφος Αλεξάντερ Φιούρι. «Ο Μουρ έχει δει περισσότερη μόδα από οποιονδήποτε ίσως άλλον στον πλανήτη». 

 


Μια δημιουργία του Thom Brown, Φθινόπωρο-Χειμώνας 2013

 

Στιγμές και λεπτομέρειες

Κατά τον Μουρ, ο όρος «φωτογράφος πασαρέλας» εμφανίστηκε στα τέλη του ’80. Όμως από τα ’60ς, ο ίδιος και κάποιοι συνάδελφοί του φωτογράφιζαν, όταν τους επιτρεπόταν, συλλογές υψηλής ραπτικής στα «salons» των Κουρέζ, Πιερ Καρντέν και Ιβ Σεν Λοράν, ενώ αργότερα οι πόρτες άνοιγαν για το ανερχόμενο πρετ-α-πορτέ και τα σόου της Σόνια Ρικιέλ και του Κένζο Τακάντα, μεταξύ άλλων. Ήταν παρών για να φωτογραφίζει τις λεπτομέρειες: τον Πιερ Μπερζέ, για παράδειγμα, συνέταιρο ζωής του Σεν Λοράν, να παρατηρεί από έναν καθρέφτη το κοινό που παρακολουθεί ένα σόου το 1975. Καταγράφει την «επέλαση» των Γιαπωνέζων μινιμαλιστών Ρέι Καβακούμπο και Γιότζι Γιαμαμότο στο Παρίσι στις αρχές του ’80, το «adieu» του Ιμπέρ ντε Ζιβανσί (1995) και του Σεν Λοράν (2002), αλλά και τη διπλωματική συλλογή του Τζον Γκαλιάνο στο κολέγιο Central Saint Martins (1984). Ο Μουρ βρίσκεται στη θέση του και στα ’90ς, εποχή των σούπερ μόντελ, όπως η Ναόμι Κάμπελ και η Λίντα Εβαντζελίστα. «Κάποτε οι άνθρωποι περίμεναν έξω από πόρτες για να δουν ηθοποιούς, μετά περίμεναν για να δουν τα σούπερ μόντελ», θυμάται. Είναι επίσης μάρτυρας της συγκλονιστικής πορείας του Αλεξάντερ Μακουίν, από το ντεμπούτο του στον Givenchy το 1997 μέχρι την πρώτη –κεκλεισμένων των θυρών– επίδειξη του ομώνυμου οίκου μετά την αυτοκτονία του σχεδιαστή το 2010, όπου ήταν ο μόνος φωτογράφος. 

Πώς βλέπει τη βιομηχανία σήμερα; «Τώρα ο καθένας είναι φωτογράφος και δεν έχει νόημα να ανησυχείς γι’ αυτό, το αντίθετο θα έλεγα. Προσωπικά διασκεδάζω με το Instagram, όπως κι όλοι οι άλλοι. Είναι αναζωογονητικό και δεν τρελαίνομαι για το γράψιμο», λέει. «Την ίδια στιγμή, όμως, η δική μας η δουλειά περνάει μια σοβαρή κρίση, οι εφημερίδες και τα περιοδικά δεν έχουν ρευστότητα και δεν θέλουν να πληρώνουν για φωτογραφίες επιδείξεων. Είμαστε λιγότεροι φωτογράφοι και τα πράγματα δεν είναι όπως παλιά. Φωτογραφίζοντας τις επιδείξεις τις τελευταίες σεζόν, ήταν λίγο σαν να φωτογραφίζεις έναν κατάλογο μόδας, με ασφαλείς επιλογές, ενώ υπάρχουν και οίκοι όπως η Chanel, που παράγουν τόσο ακριβά ντεφιλέ, κάτι επίσης ανησυχητικό τη στιγμή που υπάρχουν άνθρωποι που κοιμούνται στον δρόμο». 

 


Χρώμα και φτερά, Jean Paul Gaultier, υψηλή ραπτική, 1997.

Η Λίντα Εβαντζελίστα σε σόου του οίκου Versace, 1992.

Η Κέιτ Μος σε επίδειξη John Galliano για το 1993. 

 

Ζεστά ρούχα

Ο Μουρ γεννήθηκε στο Νιούκαστλ το 1934. «Μεγάλωσα στον πόλεμο, οπότε για μένα τα ρούχα ήταν για να σε κρατάνε ζεστό», συμπληρώνει. Τον ενδιέφερε όμως η φωτογραφία και στα 20  του ξεκίνησε ως βοηθός στο Vogue Studio της Conde Nast στο Λονδίνο, ως μέλος μιας ομάδας νέων που βοηθούσε τη φωτογραφική «Αγία Τριάδα» της εποχής – Σέσιλ Μπίτον, Χένρι Κλαρκ και Νόρμαν Πάρκινσον. Ο μισθός του ήταν 6 λίρες την εβδομάδα, ενώ η εμπειρία ήταν αντίστοιχη του «να φοιτά στην Καλών Τεχνών», όπως λέει ο ίδιος. Στον εκδοτικό οργανισμό δούλεψε για τίτλους όπως η βρετανική Vogue και το House & Garden της διακόσμησης, βάζοντας τα θεμέλια για τη μετέπειτα πορεία του ως ανεξάρτητος φωτογράφος στις πρωτεύουσες της πασαρέλας, Παρίσι, Μιλάνο, Νέα Υόρκη και Λονδίνο. 

Πολύτιμος συνεργάτης του στον χώρο υπήρξε η Σούζι Μένκες, πρώην συντάκτρια μόδας της International Herald Tribune (νυν New York Times International Edition), σήμερα international editor 21 εκδόσεων της ψηφιακής Vogue. «Δεν έχω γνωρίσει ποτέ κάποιον σαν εκείνη σ’ αυτή τη βιομηχανία. Δουλέψαμε μαζί 25 χρόνια και ήταν πάντα ιδιαίτερα υποστηρικτική», σημειώνει.

Δίπλα στην αεικίνητη Μένκες, ο Μουρ πέρασε από τα σλάιντ στην ψηφιακή εποχή. «Η τεχνολογία είναι υπέροχο πράγμα, αλλά δεν σε αφήνει ποτέ ήσυχο», συνεχίζει. «Μπορεί να ακουστεί περίεργο, αλλά, όταν δουλεύαμε με φιλμ που χρειαζόταν επεξεργασία, πηγαίναμε για βραδινό φαγητό, ενώ τώρα πρέπει να ανεβάζουμε τα πάντα στο διαδίκτυο. Υπάρχει πρόσβαση σε νέα μέσα σήμερα, αλλά πολλά από αυτά δεν πληρώνουν. Όμως μου αρέσει η εποχή μας και η ποιότητα έχει ανέβει. Σημασία, πάνω απ’ όλα, έχει η εικόνα».

 


Ο Κρις Μουρ.

 

Αυτή ξεκινά πάντα από τους σχεδιαστές και τις ομάδες τους, και ο Μουρ ξεχωρίζει την «ιδιοφυΐα» της Ρέι Καβακούμπο στην Comme des Garcons, τον Αλεξάντερ Μακουίν, τον Χουσέιν Σαλαγιάν, τον Ισέι Μιγιάκε, τον Σεν Λοράν, τον Ζαν Πολ Γκοτιέ, τη Μιούτσια Πράντα, τον Μαρκ Τζέικομπς και τον Τζον Γκαλιάνο –κάποιους από εκείνους που έσπασαν τους κανόνες και όρισαν την εποχή τους. Καλοί συνεργάτες υπήρξαν και μοντέλα όπως η Κρίστι Τέρλινγκτον, η Ινές ντε λα Φρεσάνζ, η Κέιτ Μος και η Κάρλα Μπρούνι-Σαρκοζί, που ανέδειξαν τη δουλειά των δημιουργών και διευκόλυναν τη δική του. Σήμερα ο Μουρ θα ήθελε μικρότερα σόου με πιο ενδιαφέροντα ρούχα, ενώ δηλώνει έτοιμος να μειώσει ταχύτητα δραματικά, όχι όμως και να σταματήσει να σημαδεύει με τον φακό του την πασαρέλα, αναμένοντας ένα εξαιρετικό ντεφιλέ, αυτό που η βιομηχανία ονομάζει «fashion moment».  

«Υπάρχει πάντα η πίεση να πετύχεις μια καλή φωτογραφία και, όταν δεν τα καταφέρνεις, αισθάνεσαι άσχημα», συμπληρώνει. «Όμως λατρεύω όλη αυτή τη θεατρικότητα και το συναίσθημα και περιμένω τη στιγμή που θα νιώσω να σηκώνονται οι τρίχες στο πίσω μέρος του λαιμού μου. Είναι πάντα υπέροχη». ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ