ΒΙΒΛΙΟ

Ο άγνωστος... υπερβολικός Φλομπέρ

ΧΡΥΣΑ ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΥ

Στα νεανικά του έργα, ο Φλομπέρ ασκήθηκε στην αφήγηση ιστοριών με κεντρικά στοιχεία το φανταστικό, την υπερβολή, το παράδοξο και τον θάνατο.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

ΓΚΙΣΤΑΒ ΦΛΟΜΠΕΡ
Η γυναίκα του κόσμου και άλλες ιστορίες
μτφρ.: Eφη Κορομηλά
εκδ. Gutenberg

Ο τόμος με τα νεανικά κείμενα του Γκιστάβ Φλομπέρ (1821-1880), που κυκλοφόρησε πρόσφατα στη γλώσσα μας με τη διαφωτιστική εισαγωγή της Τιτίκας Δημητρούλια, αποκαλύπτει μια άλλη πλευρά του συγγραφέα, ο οποίος, προτού δώσει τα ώριμα έργα του, όπως την «Αισθηματική αγωγή», τον «Πειρασμό του Αγίου Αντωνίου» και τη «Μαντάμ Μποβαρί», ασκήθηκε στην αφήγηση ιστοριών με κεντρικά στοιχεία το φανταστικό, το ρομαντικό, την υπερβολή, το παράδοξο και την αλληγορία και κεντρικό θέμα τον θάνατο. Γιος γιατρού, επηρεάζεται από όσα βλέπει στο νοσοκομείο όπου εργάζεται ο πατέρας του και στα πρώτα κείμενά του παρατηρείται η εμμονή για τον θάνατο, την αρρώστια, τη σταδιακή φθορά του σώματος και της εξαφάνισής του. Πουθενά δεν υπάρχει πίστη σε ανώτερη δύναμη και σε μεταθανάτια ζωή. Οι ιστορίες του μιλούν για το απόλυτο τίποτα και το μηδέν· ο Σατανάς, ο δαίμονας και ο μάγος, οι ευγενείς νέοι, ο Αρθούρος και η Ιουλιέτα, η Ανέτ και ο Πολ συνιστούν τον αγώνα ανάμεσα στο κάτι και το τίποτα, ενώ τα φαντάσματα, οι σκιές, τα ερειπωμένα κάστρα και τα έρημα τοπία προσφέρουν εικόνες γοτθικές και απόκοσμες, σκηνές του πραγματικού που συγχέονται με το εξωπραγματικό, θέματα βγαλμένα από τα παραμύθια.

Μπάιρον, Σαίξπηρ, Γκαίτε

Στις ιστορίες του τόμου «Η μνηστή και το μνήμα», το «Δαιμονικό όνειρο», «Ο χορός των νεκρών» και «Μεθυσμένος και νεκρός», ο Φλομπέρ συναντάται με τον Μπάιρον, τον Σαίξπηρ και τον Γκαίτε, ακόμα και τον Πόε. Εικόνες ποιητικές ενός ρευστού κόσμου, που έρχεται και παρέρχεται, συνθέτουν και αποσυνθέτουν το απτό και το φευγαλέο, ενώ το δεδομένο κρύβει αντιφάσεις, αμφιβολίες, πλήξη, το είναι και το μη είναι, την ύπαρξη και την ανυπαρξία. Στο αφήγημα, με τον συνδυασμό ποιητικών και δραματικών στοιχείων, «Ο χορός των νεκρών», ο Χάροντας τραγουδάει και μιλάει για τις άπειρες νύχτες, τους αιώνες και τα χρόνια που πέρασαν, που τα είδε όλα να γεννιούνται και να χάνονται, για τις χαραματιές που αφήνει η κάθε γενιά και για την αιωνιότητα του ίδιου του τραγουδιστή. Σε άλλο σημείο του αφηγήματος, αναφέρεται ότι όλα τα πράγματα είναι μάταια, εφήμερα, ότι ό,τι γεννιέται πεθαίνει ή, όπως γράφει ο συγγραφέας: «Γιατί, πες μου ένα κύμα του ωκεανού… μια κραυγή, ένα βλέμμα, ένα πέταγμα πουλιού… όλα τα μάταια πράγματα που διαρκούν μια μέρα μόνο, ανθίζουν το πρωί και μαραίνονται το βράδυ, που να μην έχουνε χαθεί. Παντού όπου πέρασα, η γη έχει σπέρματα ζωής, θανάτου προμηνύματα».

Ακόμη και σ’ αυτά τα πρώιμα κείμενα, που όμως προαναγγέλλουν τα σπουδαία έργα της ωριμότητας, ο συγγραφέας επιλέγει τις λέξεις και επεξεργάζεται το ύφος, αν και οι κατακτήσεις του απολύτου θα φανούν αργότερα. Εξάλλου, από την πρώτη στιγμή αναζητεί την ακριβή λέξη, le mot juste, η οποία δημιουργεί γκροτέσκα και σκοτεινή ατμόσφαιρα, τέτοια που κυριαρχεί στις παράδοξες, φανταστικές και αλληγορικές ιστορίες του τόμου.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ