Δημήτρης Ρηγόπουλος ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ

«Αγιοι» της διπλανής πόρτας

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Δίσταζα να πάω στην καθιερωμένη πια χριστουγεννιάτικη συναυλία της Εθνικής Λυρικής Σκηνής στο Ασυλο Ανιάτων στην Κυψέλη. Δίσταζα γιατί δεν ήξερα τι θα συναντήσω. Ή μάλλον ακριβώς για το αντίθετο: ήξερα πολύ καλά τι θα συναντήσω.

Περνώντας το μικρό πορτάκι της εισόδου, αναζήτησα τον χώρο της συναυλίας. Περίμενα ένα μικρό εντευκτήριο, βρέθηκα σε μια μακρόστενη αίθουσα «πολλαπλών χρήσεων» με ζωγραφισμένους τοίχους. Στην αυτοσχέδια σκηνή τέσσερις καλλιτέχνες της Λυρικής, τρεις ερμηνευτές κι ένας πιανίστας, έδιναν τον καλύτερο εαυτό τους: έκαναν αστεία, «πείραζε» ο ένας τον άλλο, τραγουδούσαν αγαπημένες μελωδίες, ξεχείλιζαν αγάπη για τη ζωή και τους ανθρώπους που ψυχαγωγούσαν: ένα μικρό δείγμα από τους τροφίμους του ασύλου, όσοι έχουν τη δυνατότητα να σηκωθούν από το κρεβάτι τους και να μετακινηθούν. Οι περισσότεροι στα αναπηρικά τους αμαξίδια, συνοδευόμενοι από νοσοκόμες, νοσοκόμους, λιγοστούς συγγενείς.

Το να παρακολουθείς την γκάμα των αντιδράσεων αυτών των ανθρώπων στο άκουσμα της μουσικής είναι ένα συνταρακτικό θέαμα που δεν ξεχνιέται την επόμενη μέρα. Μένει μέσα σου και «γράφει». Δεν θα επεκταθώ γιατί ανήκει στις εμπειρίες που δύσκολα μεταδίδονται αν δεν βιωθούν σε πρώτο πρόσωπο.

Θέλω όμως να υπογραμμίσω κάτι για το οποίο μπορώ να γράψω πιο εύκολα. Αναφέρομαι στα πρόσωπα των εργαζομένων του Ασύλου Ανιάτων. Δεν είδα ένα νοσοκόμο ή μία νοσοκόμα χωρίς να μην είναι βαθιά χαραγμένα στο πρόσωπό τους η αφοσίωση, η αυταπάρνηση, το απόλυτο δόσιμο στους ανθρώπους που υπηρετούν. Ολοι με χαμόγελο, υπομονή, ανιδιοτελή αγάπη.

Αυθόρμητα θυμήθηκα το σπουδαίο βιβλίο του Σταύρου Ζουμπουλάκη «Η αδερφή μου» (εκδόσεις Πόλις). Ο Ζουμπουλάκης γράφει ότι η αδερφή του (που έπασχε από μια ιδιαίτερα επώδυνη μορφή επιληψίας και η οποία έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 60 ετών αλλά «με το κεφάλι ψηλά») είχε κατορθώσει να αγγίξει ένα είδος «αγιότητας». Και κατέληγε σχετικά: «Η αθωότητα, η καλοσύνη, η αγιότητα υπάρχουν σ’ έναν άνθρωπο υπό την προϋπόθεση ότι τα αγνοεί». Αυτό ακριβώς είδα στα μάτια εκείνων των ακούραστων, ανδρών και γυναικών. Η κοινωνία μας τους χρωστάει ευγνωμοσύνη.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ